Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Το Αρχιπέλαγος γνώρισε μια ιδιαίτερη μορφή εκβιομηχάνισης από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στα μικρά νησιά του νότιου Αιγαίου καταγράφονται κυρίως βιοτεχνικές μονάδες παραδοσιακής τεχνογνωσίας, όπως είναι η κεραμοποιία στη Σίφνο, ή μεταποίησης ενός τοπικού προϊόντος, όπως είναι η κονσερβοποιία τομάτας στη Σαντορίνη. Σημαντική παρουσία σε όλο το Αιγαίο είχε η ναυπηγική. Από τα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα από Έλληνες και ξένους που επένδυσαν στο πλούσιο υπέδαφος των νησιών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν τα θειωρυχεία της Μήλου, τα μεταλλεία σμύριδας στη Νάξο και σιδήρου στη Σέριφο.

Ιδιαίτερη περίπτωση καπιταλιστικής ανάπτυξης στον ελληνικό χώρο υπήρξε η Ερμούπολη, η οποία στα τέλη του 19ου αιώνα άκμασε χάρη στη βιομηχανία και την ατμοπλοΐα. Στη βιομηχανική ζώνη της πόλης κυριαρχούσαν τα κλωστοϋφαντουργεία και τα μηχανουργεία. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε το ιστορικό Νεώριο, ένα από τα παλιότερα μηχανουργεία της Ελλάδας.

Την ίδια περίοδο (1880-1912), κάτω από τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιούργησε μια κρατική πολιτική κινήτρων, συγκροτήθηκε το βασικό σώμα της βιομηχανίας στο τουρκοκρατούμενο ανατολικό Αιγαίο. Η Λέσβος, η Σάμος και η Χίος είχαν το κατάλληλο μέγεθος, τον πληθυσμό και τις πρώτες ύλες για να οργανώσουν συστηματικά την κατεργασία του δέρματος, την επεξεργασία της ελιάς, την καπνοβιομηχανία, τη σαπωνοποιία, την οινοποιία, και τη ναυπηγική. Επιπλέον, είχαν το πλεονέκτημα της άμεσης σύνδεσης με τις βιομηχανοποιημένες περιοχές της Μικράς Ασίας και με τις αγορές της Ανατολής και των Βαλκανίων. Το 1920 στο Καρλόβασι της Σάμου λειτουργούσαν 47 εργοστάσια βυρσοδεψίας, ενώ στη Λέσβο, που αποτελεί μοναδικό δείγμα εντατικής εκβιομηχάνισης στον τομέα της επεξεργασίας του ελαιοκάρπου, καταγράφονται 162 βιομηχανικά καταστήματα.

Μετά το Μεσοπόλεμο τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά για τη βιομηχανία του Αρχιπελάγους. Πρώτα επλήγησαν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα οποία, αποκομμένα από τη μικρασιατική τους ενδοχώρα, δεν μπόρεσαν να ανταγωνιστούν τις βιομηχανίες της Παλαιάς Ελλάδας. Σταδιακά, οι νησιώτες επιχειρηματίες μεταφέρθηκαν στον Πειραιά, που συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για νέα δυναμική βιομηχανική ανάπτυξη. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση που ακολούθησε οδήγησαν στην παρακμή και την εγκατάλειψη το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο Αιγαίο.

Η αρχιτεκτονική των βιομηχανικών κτηρίων στο Αιγαίο (1880-1920)

Στην ορθολογική αρχιτεκτονική των βιομηχανικών κτηρίων η φόρμα ακολουθεί τη λειτουργικότητα. Για παράδειγμα, τα ταμπάκικα (βυρσοδεψεία) στο Καρλόβασι της Σάμου έχουν ορθογώνια κάτοψη και επιμήκεις αναλογίες, έτσι ώστε, καθώς βρίσκονται παραταγμένα κατά μήκος της ακτής, να έχουν όλα πρόσβαση σε αυτή από τη στενή τους πλευρά. Το σχήμα της κάτοψης εξυπηρετεί επίσης τη γραμμική διαδοχή της επεξεργασίας του δέρματος. Στο ισόγειο γίνονταν τα αρχικά στάδια της κατεργασίας που απαιτούσαν μεγάλες ποσότητες νερού, ενώ στον όροφο η τελική μορφοποίηση, το στέγνωμα, η διαλογή και η συσκευασία των δερμάτων.

Τα μεγάλα σαπωνοποιεία διαρθρώνονταν συνήθως σε δύο επίπεδα. Στο ισόγειο βρίσκονταν τα γραφεία, οι αποθήκες, τα καζάνια σαπωνοποίησης και η συσκευασία του τελικού προϊόντος. Στους ορόφους τοποθετούνταν τα ξηραντήρια. Τα πολλά και επιμήκη παράθυρα που χαρακτηρίζουν τις όψεις αυτών των βιομηχανικών κτηρίων ήταν απαραίτητα για τη στερεοποίηση της ρευστής μάζας του σαπουνιού.

Η πλειονότητα των κτηρίων που κατασκευάστηκε στην ακμή της βιομηχανικής ανάπτυξης (1880-1920) έχει επιρροές από την αρχιτεκτονική των αγγλικών βιομηχανικών κτισμάτων και από το νεοκλασικισμό, όπως αυτές αφομοιώθηκαν και αναπαράχθηκαν σε πιο απλοποιημένα πρότυπα στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, τη Μικρά Ασία και τη Βαλκανική. Μερικές φορές κατασκευάζονταν από ξένους μηχανικούς πάνω σε σχέδια που γίνονταν στο εξωτερικό, όπως το Νεώριο της Ερμούπολης (1860), τα οποία προμήθευαν οι εταιρείες που παρέχουν και το μηχανολογικό εξοπλισμό.

Τα κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά αυτής της αρχιτεκτονικής είναι η αυστηρή γεωμετρική μορφή, η χρήση συμμετρίας στη διαμόρφωση των όψεων και η δίριχτη στέγη με το αέτωμα, το οποίο φέρει τοξωτούς ή κυκλικούς φεγγίτες. Οι κατασκευές είναι στιβαρές και επιμελείς. Οι εξωτερικές τοιχοποιίες κατασκευάζονταν από λιθοδομή με τοπικό λίθο, η οποία έμενε συνήθως ανεπίχριστη. Από λαξευμένους λίθους διαμορφώνονταν η πλαισίωση των ανοιγμάτων και οι γωνίες των κτηρίων. Ευρύτατη είναι η χρήση συμπαγών οπτοπλίνθων στη στέψη του κτηρίου καθώς και σε καίρια σημεία της τοιχοποιίας. Από συμπαγή τούβλα είναι κατασκευασμένες συνήθως και οι υψικάμινοι. Η στέγη, τα κουφώματα και τα δάπεδα φτιάχνονταν από ξυλεία υψηλής αντοχής.

Αυτή η τυπολογική και αρχιτεκτονική πειθαρχία ενίοτε διασκεδάζεται με τοπικές κατασκευαστικές ιδιαιτερότητες. Στη νεοκλασική Ερμούπολη τα τοξωτά ανοίγματα και οι μαρμάρινες όψεις που χαρακτηρίζουν τις αστικές κατοικίες εμφανίζονται μερικές φορές και στα εργοστάσια. Στη σεισμογενή Λέσβο ένα συνηθισμένο «δάνειο» από την παραδοσιακή οικοδομική παράδοση είναι η ενίσχυση της τοιχοποιίας με ξυλοδεσιές και η κατασκευή των τελευταίων ορόφων από τσατμά, μια μεικτή κατασκευή από ξύλο, πέτρα και κονίαμα, που περιείχε κουρασάνι.

Από τη δεκαετία του 1980 άρχισαν να πραγματοποιούνται στην Ελλάδα επεμβάσεις διάσωσης και αξιοποίησης των ιστορικών βιομηχανικών συγκροτημάτων. Στο χώρο του Αιγαίου, πρωτοπόρα θεωρούνται τα προγράμματα αποκατάστασης που ξεκίνησαν το 1984 σε ελαιουργεία και σαπωνοποιεία της Λέσβου. Από το Μάιο του 2000 λειτουργεί το Βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης που στοχεύει στη διάσωση και τεκμηρίωση του τοπικού τεχνικού πολιτισμού.

Advertisements

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ


Η οικιστική των Δωδεκανήσων παρουσιάζει αναντίρρητες ομοιότητες με αυτή στο υπόλοιπο Αιγαίο, αλλά και ουσιαστικές διαφορές. Κοινό τόπο αποτελεί η τυπική μονάδα της μονόχωρης κατοικίας, που συναντάται σε όλο τον αιγιακό χώρο. Από την άλλη η γεωγραφική θέση των νησιών, σε άμεση επικοινωνία με τα παράλια της Μικρά Ασίας, την Κύπρο, την Κρήτη και τις αραβικές χώρες, αλλά και η διακριτή από το υπόλοιπο Αιγαίο ιστορική τους πορεία, διαμόρφωσαν τη σχετική αυτοτέλεια της αρχιτεκτονικής των Δωδεκανήσων. Ένα στοιχείο που έχει ενισχύσει τη διαφοροποιημένη εικόνα που παρουσιάζουν τα Δωδεκάνησα κατά τα νεότερα χρόνια είναι η καθυστερημένη ένωσή τους με την Ελλάδα, το 1948, ύστερα από τρεις δεκαετίες ιταλικής κατοχής.

Παράγοντες εσωτερικής διαφοροποίησης

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι επικρατεί απόλυτη ομοιογένεια στην αρχιτεκτονική παράδοση των νησιών που εξετάζουμε. Τις τοπικές ιδιαιτερότητες διαμόρφωσαν στο πέρασμα των αιώνων μια σειρά από παράγοντες. Η γεωγραφική θέση καθορίζει σε ένα βαθμό τις επιρροές που δέχεται κάθε περιοχή. Έτσι οι ομοιότητες με τις Κυκλάδες είναι πολύ πιο εμφανείς στα νησιά που βρίσκονται κοντά στο κεντρικό Αιγαίο, όπως η Αστυπάλαια. Το μέγεθος και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι πάντοτε η βασική παράμετρος για την πολιτιστική και οικονομική πορεία κάθε περιοχής. Τα μικρά και άγονα νησιά στηρίζονταν οικονομικά στη ναυτιλία, το εμπόριο και τα εμβάσματα των μεταναστών, που αρχικά ήταν εποχιακοί και αργότερα έγιναν μόνιμοι. Κατά τα νεότερα χρόνια οι τοπικές οικονομίες εξειδικεύτηκαν. Η Κάλυμνος και η Χάλκη ανέπτυξαν τη σπογγαλιεία, η Κάρπαθος την οικοδομική, η Κάσος, η Σύμη και η Πάτμος τη ναυτιλία.

Από την άλλη τα μεγαλύτερα νησιά, όπως η Ρόδος και η Κως, μπόρεσαν ιστορικά να παίξουν πιο σύνθετους ρόλους, οι οποίοι αντικατοπτρίζονται στην ποικιλία που χαρακτηρίζει την οικιστική τους. Τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα προσέλκυσαν, κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους, ποικίλους κατακτητές, που εδραίωσαν την κυριαρχία τους και της έδωσαν συμβολικό χαρακτήρα μέσω των παρεμβάσεών τους στο δομημένο περιβάλλον. Έτσι στα μεγαλύτερα νησιά την τοπική οικιστική παράδοση εμπλουτίζει η ανάπτυξη μεγάλης γκάμας αρχιτεκτονικών εκφράσεων, οι οποίες είτε είναι αποτέλεσμα της αφομοίωσης ξένων επιρροών (π.χ. οθωμανικών) με το τοπικό στοιχείο είτε μεταφέρουν αυτούσια ξένα πρότυπα (αρχιτεκτονική των Ενετών, αποικιακή αρχιτεκτονική της Ιταλοκρατίας 1912-1943).

Η Ρόδος από το 14ο έως το 16ο αιώνα υπήρξε έδρα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη. Η περίοδος αυτή έχει προικίσει το νησί με εντυπωσιακά μνημεία, όπως είναι το Νοσοκομείο των Ιπποτών, το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, αλλά και με το περίφημο αστικό σύνολο της παλιάς πόλης με την οδό των Ιπποτών. Επιβλητικά είναι και τα τεμένη που έχουν διατηρηθεί στις πρωτεύουσες της Ρόδου και της Κω, όπου εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι, όπως, για παράδειγμα, του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Ρετζέπ πασά και του Ιμπραήμ πασά στη Ρόδο, της Λότζιας και του Ντεφτερντάρ στην Κω.

Η περίοδος της ενετοκρατίας έχει αφήσει τα ίχνη της σε όλα τα νησιά των Δωδεκανήσων. Οι παλιότεροι οικισμοί, όπως το Παλαιό Πυλί (Κως), η Άνω Πόλη (Σύμη), το Χωριό (Κάλυμνος) και η Όλυμπος (Κάρπαθος), για να επιβιώσουν από τις συχνές πειρατικές επιδρομές, χτίστηκαν στο εσωτερικό των νησιών, συχνά σε οχυρές τοποθεσίες. Κατά την ενετοκρατία πήραν τη μορφή του κάστρου, το εξωτερικό τείχος του οποίου σχηματίζεται από το συνεχές μέτωπο των ακριανών κατοικιών, που στην Αστυπάλαια ονομάζονται ξώκαστρα. Στο καλύτερα σωζόμενο παράδειγμα του κάστρου της Αστροπαλιάς, που χτίστηκε το 13ο αιώνα, οι κατοικίες έχουν πολύ συχνά τυποποιημένες μορφές, ένα στοιχείο που δηλώνει ότι δεν αναπτύχθηκαν οργανικά, αλλά προέκυψαν στη βάση ενός συγκεκριμένου πλαισίου αρχών. Η στενότητα του χώρου επέβαλε την καθ’ ύψος ανάπτυξη των κατοικιών σε δύο ή τρεις ορόφους με πυκνή στενομέτωπη διάταξη. Κάθε όροφος αποτελούσε ξεχωριστή μονόχωρη κατοικία.

Η δωδεκανησιακή κατοικία

Ο παλιότερος τύπος κατοικίας που απαντά σε όλα τα Δωδεκάνησα είναι το μονόχωρο, μονόροφο, δωματοσκέπαστο κτήριο σε πλατυμέτωπη ή στενομέτωπη διάταξη. Η διάδοση αυτής της στοιχειώδους κατοικίας έχει τις ρίζες της στο εθιμικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η πρωτοκόρη έπαιρνε την οικογενειακή κατοικία και ο πατέρας όφειλε να χτίσει ιδιαίτερο σπίτι για καθεμιά από τις θυγατέρες του. Η βασική μονάδα αποτελείται από μια ορθογώνια κάμαρη 5-7 μ. μάκρος και 3-3,50 μ. πλάτος. Στο μπροστινό μέρος του δωματίου βρίσκονται το μαγειρείο και ο χώρος διημέρευσης. Το τζάκι με την παραστιά κατασκευάζεται ακριβώς στη γωνία που είναι κοντά στην πόρτα. Στο πίσω μέρος της κατοικίας είναι ο χώρος του ύπνου, που αποτελεί και το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της δωδεκανησιακής κατοικίας. Ένα ξύλινο, υπερυψωμένο κατά 1,5-2 μ., πατάρι, που ονομάζεται στην Κάλυμνο «κρέβατος», στην Κάρπαθο «σοφάς» και στη Ρόδο «πάταρος», χρησιμοποιείται για τον ύπνο όλης της οικογένειας. Πολλές φορές υπάρχει ψηλότερα και δεύτερο πατάρι, που ονομάζεται «τάβλαδος» ή «πανωσούφι». Στην Αστυπάλαια, πλάι στη θέση του κρεβατιού υπάρχουν τρεις σειρές από ξυλόγλυπτα ράφια, οι «κριντζόλες», όπου οι νοικοκυρές κρεμούν τα καλά τους πιατικά. Κάτω από το πατάρι υπάρχει αποθηκευτικός χώρος, ο «αποκρέβατος». Απαραίτητο συμπλήρωμα της εσωτερικής διαμόρφωσης είναι οι πάγκοι. Παράλληλα με την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών, η διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου στην παραδοσιακή κατοικία της Δωδεκανήσου είχε συμβολικό και τελετουργικό χαρακτήρα. Ο ρόλος αυτός διαφαίνεται στις ονομασίες του εξοπλισμού και στο «στόλισμα» με διακοσμητικά πιάτα και εργόχειρα.

Μια παραλλαγή του βασικού τύπου είναι η προσθήκη σε σχήμα Γ ενός βοηθητικού χώρου, που στην Κάρπαθο και την Κάσο χρησιμοποιείται ως μαγειρείο και ονομάζεται «κέλλος». Το τετράγωνο σχήμα ολοκληρώνεται με μία αυλή, κλειστή στο δρόμο με μάνδρα. Σε όλες τις περιπτώσεις η αυλή, στην οποία πραγματοποιείται μεγάλο μέρος της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής των Δωδεκανήσιων, είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της κατοικίας.

Στις περιοχές με κλίση ο βασικός ισόγειος τύπος γίνεται μερικώς διώροφος, το λεγόμενο «ανωγοκάτωγο». Μια παραλλαγή των ανωγοκάτωγων αποτελούν τα καθαρά διώροφα ή, όπως λέγονται, τα «διπλά» σπίτια, στα οποία το ισόγειο αξιοποιείται για τη διημέρευση, ενώ ο πάνω όροφος για σάλα. Στη Νίσυρο και την Πάτμο είναι χαρακτηριστική η ύπαρξη στον όροφο μιας ευρύχωρης βεράντας, η οποία ονομάζεται «πάνω αυλή» και στην οποία ανοίγονται οι κύριοι χώροι του σπιτιού. Η πάνω αυλή άλλοτε διατάσσεται στην πρόσοψη και άλλοτε εσωτερικά ως αίθριο.

Δομικά υλικά

Η κατασκευή, και συνεπώς και η μορφή, της δωδεκανησιακής κατοικίας είναι στενά εξαρτημένη από την ποιότητα των τοπικών υλικών. Τα κτήρια είναι λιθόκτιστα. Ο φέρων οργανισμός γίνεται από ξύλινα δοκάρια, από πεύκο ή κυπαρίσσι, που ονομάζονται «κατράνια» στην Κω και τη Ρόδο και «φίδες» στην Πάτμο. Οι οριακές αντοχές σε κάμψη της διαθέσιμης ξυλείας καθόριζαν και τις βασικές διαστάσεις της δωματοσκέπαστης κατοικίας. Μια κατασκευαστική λύση για τη διεύρυνση του πλάτους των κτηρίων ήταν η παρεμβολή μιας χτιστής καμάρας εγκάρσια στα δοκάρια, που αποτελούσε το ενδιάμεσο στήριγμά τους και επέτρεπε το διπλασιασμό του ανοίγματος της στέγης. Δημιουργούνται έτσι δύο επιμέρους εσωτερικοί χώροι που αντιστοιχούν στις δύο διακριτές λειτουργικές ζώνες, του ύπνου και της διημέρευσης. Στην Κάρπαθο, την Κάσο και τη Ρόδο η ενδιάμεση στέγαση του δώματος γίνεται με μεσοδόκι επί στύλου. Ο στύλος αυτός συμβολίζει τον αρχηγό της οικογένειας και στολίζεται ιδιαίτερα στις γιορτές. Τα κενά ανάμεσα στα δοκάρια καλύπτονται από βέργες ή καλάμια. Από πάνω τοποθετούνται διαδοχικά στρώσεις από βούρλα, καλάμια και φύκια. Το δώμα στεγανοποιούσε η τελική στρώση από συνεκτικό αργιλώδες χώμα, η «πατελιά», που την ανανέωναν κάθε Σεπτέμβριο. Γύρω από το δώμα έχτιζαν χαμηλό στηθαίο, την «κουμούλα». Η υδρορροή («κάναλος» ή «σουλούνα») είναι στοιχείο που πλουτίζει την εξωτερική αρχιτεκτονική των λαϊκών σπιτιών. Διαδεδομένη στη Δωδεκάνησο είναι η ανοιχτή υδρορροή σαν αυλάκι πάνω στον εξωτερικό τοίχο, με στριφτά τα άκρα σαν μουστάκες. Οι θολωτές κατασκευές δεν είναι άγνωστες στα Δωδεκάνησα, αλλά εφαρμόζονται σε πολύ μικρότερη κλίμακα, συνήθως στο ισόγειο των κατοικιών, στην Αστυπάλαια και τη Σύμη.

Νεοκλασικισμός

Από τα τέλη του 18ου αιώνα ο νεοκλασικισμός, που έχει ήδη διαδοθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, υιοθετείται από τις ευημερούσες ελληνικές κοινότητες των Δωδεκανήσων και επηρεάζει καταλυτικά την τοπική αρχιτεκτονική, με κύρια αλλαγή την επικράτηση της κεραμοσκεπής. Η οικονομική άνθηση του 19ου αιώνα στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή οδήγησε σε αύξηση του πληθυσμού. Οι νέες επεκτάσεις, έξω από τα όρια των αρχικών οικιστικών πυρήνων, αποκτούν περισσότερο αστικό χαρακτήρα και δημιουργούνται οργανωμένοι ανοιχτοί δημόσιοι χώροι.

Η αρχιτεκτονική των νεότερων κατοικιών φαίνεται προσανατολισμένη προς ένα ύφος αστικής αντίληψης που απηχεί έναν εκλαϊκευμένο νεοκλασικισμό ανάμεικτο με τοπικά στοιχεία. Ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους και την πυκνότητα του πολεοδομικού ιστού, τα κτήρια μπορεί να είναι στενομέτωπα, όπως στο Καστελόριζο, ή πλατυμέτωπα, όπως στη Χάλκη. Αναπτύσσονται καθ’ ύψος σε δύο ή τρεις ορόφους. Επικρατούν οι δίριχτες στέγες με αετωματική κατάληξη στην όψη. Η κατασκευή της στέγης και οι εισαγωγές τυποποιημένης ξυλείας μετά το 19ο αιώνα από τα μικρασιατικά παράλια επέτρεψαν τη διεύρυνση των διαστάσεων των κτηρίων. Το σχήμα της κάτοψης πλησιάζει το τετράγωνο και υποδιαιρείται σε δύο ζώνες, που περιλαμβάνουν έναν ενιαίο χώρο εμπρός –τη σάλα– και δύο έως τρία δωμάτια πίσω. Η σκάλα είναι πάντοτε εσωτερική. Η όψη διαμορφώνεται με συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα και κεντρικό εξώστη. Μια παραλλαγή είναι τα δίδυμα στενομέτωπα σπίτια με ενιαία ή ξεχωριστές στέγες. Η νέα αυτή αρχιτεκτονική θα γίνει κυρίαρχη και θα χαρακτηρίσει πλέον την εικόνα στη Σύμη, τη Χάλκη και το Καστελόριζο. Στα μέτωπα των παράλιων οικισμών χτίζονται οι επιβλητικές κατοικίες των πλούσιων εμπόρων και ναυτικών (τα καπετανόσπιτα), όπου συγκεντρώνεται και επιδεικνύεται ο αποκτημένος από τα ταξίδια πλούτος των ιδιοκτητών. Οι πλουσιότερες κατοικίες ακολουθούν το ίδιο πρότυπο με τις υπόλοιπες, με διευρυμένες τις διαστάσεις, περισσότερο έντεχνη διακόσμηση και συμμετρική εσωτερική διάρθρωση.

Ιταλοκρατία

Η ιταλική κατοχή στα Δωδεκάνησα (1912-1943) συνοδεύτηκε από δυναμικές παρεμβάσεις στο δομημένο περιβάλλον των νησιών, που εξυπηρετούσαν τους πολιτικούς στόχους των κατακτητών. Οι Ιταλοί αναδιαμόρφωσαν τα ιστορικά κέντρα, πραγματοποίησαν προγράμματα αναστύλωσης των μνημείων της ιπποτοκρατίας και εξόπλισαν τους οικισμούς με ένα δίκτυο δημόσιων κτηρίων. Η αποικιακή αρχιτεκτονική που εφαρμόστηκε άλλες φορές αποτέλεσε μείγμα ενός εξωτικού εκλεκτικισμού και άλλοτε ακολούθησε τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. Σε κάθε περίπτωση παρέμεινε χρονικά προσδιορισμένη και δεν επηρέασε τη μετέπειτα αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα.


Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Η αγροτική αρχιτεκτονική αποτελεί σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του Αιγαίου που ακόμη δεν έχει ακόμη τύχει συστηματικής μελέτης και ουσιαστικής προστασίας.

Αγροτικά κτίσματα συναντάμε στην ενδοχώρα των περισσότερων νησιών είτε ως μεμονωμένα κτήρια είτε με τη μορφή συγκροτημάτων, και αποτελούν συστατικό στοιχείο του αγροτικού τοπίου του Αιγαίου μαζί με τους καλλιεργήσιμους αναβαθμούς, τα μονοπάτια και τις ξερολιθιές. Συναντώνται με ένα μεγάλο πλήθος παραλλαγών και ονομάτων. Στη Μύκονο ονομάζονται χωριά, στην Άνδρο κελλιά, στη Σίφνο θημωνιές. Σε κάθε περίπτωση είναι τεκμήρια του τρόπου ζωής των κατοίκων και του γεωκτηνοτροφικού μοντέλου παραγωγής που ακολουθήθηκε σε κάθε τόπο.

Αγροτικά κτίσματα

Τα αγροτικά κτίσματα αποτελούν κατά κύριο λόγο το εποχικό κατάλυμα του αγρότη ή του κτηνοτρόφου που βρίσκεται μακριά από τους οργανωμένους οικισμούς, μέσα στο χωράφι που καλλιεργεί ή στη περιοχή όπου βόσκει το κοπάδι του. Ο όρος περιλαμβάνει ένα σύνολο κτισμάτων και εγκαταστάσεων που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση και εργασία των ανθρώπων και αντιστοιχούν σε κάποιο συγκεκριμένο είδος παραγωγής: γεωργικής, κτηνοτροφικής ή μικτής.

Γεωργική μονάδα

Βασικό και κεντρικό στοιχείο αποτελεί το κτήριο που φιλοξενεί περιοδικά ή μόνιμα τους παραγωγούς. Η τυπική νησιώτικη αγροτική μονάδα είναι ένα ισόγειο μονόχωρο κτίσμα, οι περιορισμένες διαστάσεις του οποίου υπαγορεύονται από τις δυνατότητες των υλικών. Στην εξέλιξή του ο τύπος αυτός εμφανίζεται με προσθήκη χώρων σε σειρά ή σε γωνία είτε με την οργάνωση πιο πολύπλοκων συνθέσεων που αναπτύσσονται γύρω από μια αυλή. H κατοικία έχει δύο διακριτές ζώνες λειτουργίας: τη διημέρευση και τον ύπνο. Η λειτουργία της διημέρευσης οργανώνεται με χτιστά πεζούλια γύρω από τη γωνία του τζακιού-εστίας. Ο χώρος ύπνου –κοινός για όλα τα μέλη της οικογένειας– ήταν ταυτόχρονα και χώρος αποθήκευσης. Στα Δωδεκάνησα συναντάμε μια απλοποιημένη μορφή σοφά, ξύλινης υπερυψωμένης εξέδρας, που ονομάζεται στην Κάρπαθο κρεατσούλα και στη Λέρο κρέββατος. Από κάτω υπάρχουν αποθηκευτικός χώρος, το αμπάρι, και υπόγεια στέρνα για το μάζεμα του βρόχινου νερού από το δώμα. Πολλές φορές μεταξύ του εξωτερικού χώρου και του χώρου διημέρευσης παρεμβάλλεται ενδιάμεσος μεταβατικός χώρος, η στεγασμένη αυλή, που ονομάζεται στεγάδι στην Τζια και στη Σίφνο.

Κτηνοτροφική ή μικτή μονάδα

Εκτός από την κατοικία των παραγωγών διακρίνουμε δύο ειδών παραρτήματα: αυτά που έχουν σχέση με τους καρπούς: το αλώνι, η αποθήκη, το πατητήρι, ο φούρνος, και αυτά που έχουν σχέση με την εκτροφή οικόσιτων ζώων: οι στάβλοι, το χαγιάτι, ο περιστεριώνας, ο χώρος για τους χοίρους.

Στα κτηνοτροφικά μέρη, όπως η Τζια, η Κάρπαθος και η Λήμνος, τα αγροτικά κτίσματα στην πιο απλή τους μορφή, που ονομάζονται αντίστοιχα σταβλία, στάβλοι ή βοσκαρέες και μάντρες, αποτελούν καταφύγια στα οποία ο βοσκός και τα ζώα μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Σε εξελιγμένα παραδείγματα δημιουργείται ξεχωριστός χώρος για την εξυπηρέτηση αναγκών διαβίωσης αλλά και εργασιών όπως η τυροκομία. Ο χώρος όπου σταυλίζονται τα μεγάλα ζώα (βόδια, αγελάδες μοσχάρια) ονομάζεται στην Τήνο αβοϊδόστο, στη Μύκονο βοϊδοκέλλι, στη Σύρο βουδόμαντρα. Πρόκειται συνήθως για ένα μακρόστενο κτήριο με δύο πόρτες έτσι ώστε μπαίνοντας από τη μία ο χωρικός να ωθεί τα ζώα να βγαίνουν από την άλλη. Στην κτηνοτροφική Λήμνο συστατικό στοιχείο της τυπολογίας αποτελεί ένας ημιυπαίθριος ορθογώνιος κεραμοσκεπής χώρος, το χαγιάτι, όπου τα πρόβατα προστατεύονται από τη βροχή και τον ήλιο.

Βασικά στοιχεία της αγροτικής αρχιτεκτονικής

Απαραίτητο για τη γεωργική παραγωγή είναι το πέτρινο αλώνι. Τοποθετείται πάντοτε σε μέρη που τα πιάνει ο άνεμος ώστε να διευκολύνεται ο αποχωρισμός του ελαφρύτερου άχυρου από το βαρύτερο σπόρο. Οι φούρνοι, φουρμαριά στην Κω, φουρνοκέλλια στην Κάρπαθο, ψωμαδιά στη Λήμνο, χτίζονται σε κοντά στην κατοικία και είναι συνήθως μικρών διαστάσεων.

Βασικό στοιχείο της αγροτικής αρχιτεκτονικής αποτελεί ο περιφραγμένος με ξερολιθιά υπαίθριος χώρος, γύρω από τον οποίον αναπτύσσονται οι κλειστοί χώροι του συγκροτήματος. Ο αυλόγυρος έχει λειτουργικά και συνθετικά ισότιμη σημασία με τις κτηριακές μονάδες. Στους αυλόγυρους των μαντριών και των στάβλων, που ονομάζονται ξώμαντρα στην Ανάφη, γίνεται η φύλαξη των ζώων και τελούνται διάφορες εργασίες όπως το άρμεγμα.

Η αγροτική αρχιτεκτονική των νησιών περιλαμβάνει και κτίσματα εξειδικευμένων χρήσεων, που τα συναντάμε ενίοτε μεμονωμένα, χωρίς δηλαδή να ανήκουν σε κάποιο οικογενειακό συγκρότημα, και πολλές φορές έχουν συλλογικό χαρακτήρα. Η ύπαρξή τους αποτελεί τεκμήριο της προβιομηχανικής τοπικής παραγωγής. Σε όλα τα νησιά υπάρχουν ανεμόμυλοι που εκμεταλλεύονται τους δυνατούς ανέμους του Αιγαίου, ενώ στις περιοχές που διαθέτουν νερό, όπως στην Τήνο και την Άνδρο, υπάρχουν νερόμυλοι. Συνδεδεμένα με την ελληνική ύπαιθρο είναι τα ελαιοτριβεία, τα οποία κατά το 19ο αιώνα λαμβάνουν χαρακτήρα βιομηχανικού κτηρίου. Μια άλλη ειδική κατηγορία αγροτικών κτηρίων είναι αυτά που αφορούν την παραγωγή τοπικών ποτών. Τα εργαστήρια παραγωγής κρασιού στην Κάρπαθο ονομάζονται αμπελόσπιτα και στη Σαντορίνη κάναβες, και αποτελούνται από πατητήρι εσωτερικά ή εξωτερικά, ληνό για τη συλλογή του μούστου και αποθήκη για το κρασί. Υπάρχουν ακόμη τα αποστακτήρια ρακής που ονομάζονται καζαναριά στη Νίσυρο και ρακίζια στην Τήνο. Μοναδικοί για την αρχιτεκτονική τους είναι οι περιστεριώνες της Τήνου και της Άνδρου. Χρησίμευαν για τη στέγαση των περιστεριών που έτρεφαν οι κάτοικοι για το κρέας τους και για το λίπασμα που άφηναν. Πρόκειται για περίοπτα κτήρια με έξοχες διακοσμητικές αναπαραστάσεις από σχιστόλιθο με συμβολικά σχήματα (κυπαρίσσι, ήλιος , ρόδακας κ.ά.).

Κατασκευή, μορφολογία και χωροθέτηση

Όλες οι κτηριακές μονάδες είναι λιθόκτιστες, είτε από ξερολιθιά είτε με αρμολόγημα το οποίο διαφέρει από τόπο σε τόπο. Εντυπωσιακό δείγμα της λαϊκής τεχνικής αποτελούν οι μάντρες της Λήμνου, με τη στιβαρή λιθοδομή και τους χοντρολαξευμένους μονόλιθους στα ανώφλια των ανοιγμάτων και στα πλαίσια των παραθύρων.

Ο τρόπος στέγασης ποικίλλει ανάλογα με την οικοδομική παράδοση και τα υλικά κάθε τόπου. Στις Κυκλάδες κυριαρχεί το δώμα που εδράζεται σε ξύλινα δοκάρια από χονδρούς κορμούς δέντρων, τις τράβες, ή από λιθόκτιστα τόξα, πεσσούς ή και κεντρική κολόνα. Στην Τήνο και την Άνδρο, η φέρουσα τοιχοποιία είναι χτισμένη με το πανάρχαιο εκφορικό σύστημα, ώστε να μειώνεται το άνοιγμα, και η στέγαση γίνεται με μεγάλες πλάκες σχιστόλιθου, τα στεγάδια. Για τη μόνωση του δώματος χρησιμοποιούνται επάλληλες στρώσεις υλικών: φύκια, ελαφρόπετρα, λεπτά κλαδιά που ενίοτε στεγανοποιούνται από μια αδιάβροχη επίστρωση ηφαιστειακής γης. Στη Σαντορίνη, η χρήση της θηραϊκής γης ευνόησε την εύκολη κατασκευή και την επικράτηση της στέγασης με θόλο, μια συνήθεια που επεκτάθηκε και στη γειτονική Ανάφη. Στη Λήμνο και την Ικαρία η στέγαση γίνεται με δίρριχτη ή μονόριχτη σκεπή. Η ιδιοτυπία στην περίπτωση της Ικαρίας είναι ότι η σκεπή γίνεται από τοπική σχιστόπλακα.

Η αγροτική κατοικία του Αιγαίου είναι ένα υπόδειγμα κάλυψης βασικών αναγκών με εκπληκτική λιτότητα και πληρότητα. Αποτελεί γνήσια έκφραση μιας λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης χωρίς διακοσμητικές αξιώσεις, όπου το ενδιαφέρον δημιουργείται από την πλαστικότητα των όγκων, τη χρήση ορθογώνιων και καμπύλων στοιχείων, τη διαβάθμιση των σκιών επάνω στην αδρή τοιχοποιία και την ιδανική προσαρμογή με το φυσικό περιβάλλον.