ΧΑΛΕΠΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (ΓΛΥΠΤΗΣ)


ΧΑΛΕΠΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στοΒουκουρέστι, την Σμύρνη και τονΠειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τονΛεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελληνίου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στοΜόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Ένα από τα πιο ονομαστά γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1876 επέστρεψε στηνΑθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το1942.

Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.

Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκονγκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στοΆσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».


Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΦΕΝΤΑΚΗ ΣΤΟ Α ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Advertisements

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΙΕΖΗΣ (ΖΩΓΡΑΦΟΣ)


Ο Ανδρέας Κριεζής (1816-1880) ζωγράφος.

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν γιος του εμποροπλοιάρχου Δημητρίου Κριεζή (1738-1840), γνωστού και ως Χατζημπίρε, γόνου της αρχοντικής Υδραϊκής οικογένειας Κριεζή. Πιθανότατα ήταν αδερφός του μετέπειτα πρωθυπουργού Αντωνίου Κριεζή. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι και ασχολήθηκε με τις αγιογραφίες και τις προσωπογραφίες. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίστηκε καθηγητής Ιχνογραφίας στο Γυμνάσιο Σύρου, στο οποίο και υπήρξε δάσκαλος του πατέρα της Ελληνικής θαλασσογραφίας Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Τα γνωστά του έργα είναι λιγοστά και φυλάσσονται στο Μουσείο Μπενάκη, στο Ιστορικό αρχείο Ύδρας, στην πινακοθήκη Κουτλίδη κ.α. Τα κυριότερα είναι οι πρωσοπογραφίες του Χριστοπούλου (1846) και ενός μέλους της οικογένεια Κριεζή, η άφιξις του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ κ.α.

Απεβίωσε το 1880 και ήταν παντρεμένος με την Αρχόντω Ραφαλιά.

ΑΦΙΞΗ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΕΛΛΗΝΟΣ ΕΜΠΟΡΟΥ ΤΗΣ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΨΑΡΙΑΝΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΟΘΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ: Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑΣ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ

Ο Βολανάκης γεννιέται στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 17 Μαρτίου 1837. Ως τόπος καταγωγής έχουν αναφερθεί τα χωριά «Μπολάνια» του Ηρακλείου –εξ ου και το όνομα Βολανάκης-, αλλά και το χωριό «Βολάνη» Ρεθύμνου. Στο Ηράκλειο τελειώνει το Σχολαρχείο.

Από το 1851 ως το 1855 Φοιτά στο Ελληνικό Σχολείο Ερμούπολης Σύρου όπου είχε μεταφερθεί η οικογένεια για επαγγελματικούς λόγους. Σύμφωνα με νεώτερες έρευνες, φαίνεται πως ο Βολανάκης δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις γυμνασιακές του σπουδές.

Καθηγητής Ιχνογραφίας την ίδια εποχή (1851-1868) ήταν στο Ελληνικό Σχολείο όπως και στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης ο σημαντικός ζωγράφος Ανδρέας Κριεζής (Ύδρα 1813 – μετά το1877). Η αξιοσημείωτη αυτή σύμπτωση συνδέει αναγκαστικά τους δύο αυτούς νεοέλληνες ζωγράφους με σχέση δασκάλου-μαθητή.

Το 1856 Ταξιδεύει στην Τεργέστη όπου ήταν εγκατεστημένος ο Γεώργιος Αφεντούλης, έμπορος ζαχάρεως και αδελφός του Θεοδώρου, συζύγου της αδελφής του Πολυξένης. Προσλαμβάνεται στο λογιστικό τμήμα της επιχείρησης. Κάτω από τα λογιστικά βιβλία, ο νεαρός Βολανάκης σκιτσάρει. Η υπόλοιπη οικογένεια μεταφέρεται στον Πειραιά, όπου ο αδελφός του Αθανάσιος ιδρύει το 1869 το πρώτο νηματουργείο και το 1873 εργοστάσιο αγγειοπλαστικής.

Ο Αφεντούλης ενθαρρύνει τον Βολανάκη να αξιοποιήσει το ταλέντο του και τον στέλνει με δική του οικονομική υποστήριξη στο Μόναχο. Το 1864 σε ηλικία 27 ετών, εγγράφεται στη Βασιλική Ακαδημία των Τεχνών στο Μόναχο. Στην παραδοσιακά φιλελληνικότερη ευρωπαϊκή αυτή πόλη, συνδέεται με τον Νικόλαο Γύζη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Πολυχρόνη Λεμπέση και τον Γεώργιο Ιακωβίδη.

Σύντομα θα γίνει δεκτός στο απαιτητικό εργαστήριο καθηγητή Karl Theodor von Piloty. Στα πλούσια μουσεία του Μονάχου θα γνωρίσει την ολλανδική θαλασσογραφία του 17ου αιώνα και τους εκπροσώπους της ιταλικής πανοραμικής άποψης πόλεων, και θα γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της θαλασσογραφίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1866 προκηρύσσεται διαγωνισμός για την απεικόνιση της ναυμαχίας της Λίσσας, ναυτικού επεισοδίου κατά τη διάρκεια των πολεμικών συρράξεων μεταξύ Αυστριακών και Ιταλών με νικητές τους Αυστριακούς.

Η συμμετοχή του στον διαγωνισμό αυτό τον καθιστά ευρύτερα γνωστό. Το ίδιο έτος χρονολογείται η πρώτη θαλασσογραφία του Βολανάκη: «Ψαρόβαρκες στην παραλία της Τεργέστης»
Ένα χρόνο αργότερα βραβεύεται για τα σχέδια και τις σπουδές για τη ναυμαχία αυτή, βραβείο που του αποφέρει ένα ταξίδι σχεδόν δύο χρόνων με αυστριακό πολεμικό πλοίο στα λιμάνια της Αδριατικής, ούτως ώστε να γνωρίσει καλά τη μορφολογία του τοπίου όπου έλαβε χώρα η ναυμαχία.

Πλουτίζει τις γνώσεις του μελετώντας και σχεδιάζοντας λεπτομερώς πολεμικά πλοία αλλά και όλων των ειδών τα σκάφη που ταξιδεύουν εδώ. Κατακτά το ιδίωμα του θαλασσογράφου και πλοιογράφου.
Ο Βολανάκης εκτελεί σε ελαιογραφία το 1868 Το «Πλοίο της γραμμής ‘Κάιζερ’ στη ναυμαχία της Λίσσας», που είναι ο τίτλος που δίνει ο ίδιος στο έργο του που παρουσιάζεται στην «Ετήσια Διεθνή Έκθεση της Καλλιτεχνικής Εταιρείας» στη Βιέννη.

Προκαλεί εντύπωση και αγοράζεται για το Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ για 1000 φιορίνια. Σήμερα το εξαίρετο αυτό έργο βρίσκεται στην Hofburg, στα πρώην αυτοκρατορικά ανάκτορα, στην Βιέννη. Από τη χρονιά αυτή και αργότερα αρχίζει να συμμετέχει συστηματικά σε ομαδικές εκθέσεις στο Μόναχο και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, και αναδεικνύεται.

Το 1874 νυμφεύεται στην Ελλάδα την Φανή Ιωάννου Χρηστίδου από τη Ζαγορά. Σύμφωνα με ορισμένες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, διορίζεται επιμελητής σε εργαστήριο της Ακαδημίας του Μονάχου. Το 1881 εκθέτει για πρώτη φορά θαλασσογραφίες του στην Αθήνα. Το 1882 τοποθετείται στο Υπουργείο Ναυτικών το έργο του: «Η εν Σαλαμίνι ναυμαχία» Ολοκληρώνει την «Πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη». Είναι το προοίμιο της ελληνικής περιόδου.

Το 1883 αποφασίζει την επιστροφή στην Αθήνα, καθώς το κλίμα του Μονάχου βλάπτει την σύζυγό του. Αποδεικνύεται ότι η επιστροφή αυτή τον έβλαψε στην επαγγελματική του εξέλιξη. Ενεργεί ώστε να διοριστεί καθηγητής του Πολυτεχνείου.

Ο Γύζης, σε μια προσπάθεια εκλογίκευσης τον προειδοποιεί: «Θα πας σ’ έναν τόπο, όπου πουλούν τις εικόνες στον Τινάνειο κήπο», εννοώντας ότι η πραγματική ζωγραφική απαξιώνεται ενώ πωλούνται αποκλειστικά λαϊκές εικονογραφήσεις στον κήπο του Πειραιά. Εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου διατηρεί και το ατελιέ του.

Εκεί διαμένει μέχρι το θάνατό του. Διδάσκει στο Σχολείο των Τεχνών (Πολυτεχνείο) ως το 1903, οπότε και παραιτείται για λόγους υγείας.

Το 1886 εκθέτει στο δημαρχείο του Πειραιά «Το λιμάνι του Πειραιά από την βασιλική προβλήτα» και στη συνέχεια συμμετέχει με έργα του σε πολλές εκθέσεις

Το 1891 εκτίθεται το έργο μεγάλων διαστάσεων: «Το λιμάνι του Πειραιά από την βασιλική προβλήτα», «Η αποβίβαση της πριγκίπισσας Σοφίας στο λιμάνι του Πειραιά» και το 1892: «Στον Κεράτιο κόλπο» με τίτλο «Κωνσταντινούπολις».

Το 1896, με πρωτοβουλία διαφόρων καλλιτεχνών ιδρύεται υπό την διεύθυνση του Βολανάκη στον Πειραιά σχολή ζωγραφικής, το «Καλλιτεχνικόν Κέντρον», σε χώρους που έχει παραχωρήσει ο Δήμος Πειραιώς.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Το 1907, ο Βολανάκης πεθαίνει –φτωχός και ξεχασμένος- από τα επακόλουθα της κήλης από την οποία έπασχε. Κηδεύεται μια ημέρα αργότερα, ημέρα των Δημοτικών Εκλογών. Πέντε άνθρωποι ακολούθησαν την κηδεία.

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΘΜΟΥ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΜΕ ΒΕΡΚΕΣ
ΒΑΡΚΑ ΣΕ ΚΑΡΑΒΙ
ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ

ΚΑΡΑΒΙΑ ΑΡΟΔΟΥ

ΚΑΡΑΒΙ ΣΕ ΤΡΙΚΥΜΙΑ

ΛΙΜΑΝΙ
ΠΟΡΕΙΑ

ΛΙΜΑΝΙ ΒΟΛΟΥ

ΠΕΘΑΝΕ ΠΡΟΩΡΑ Ο ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ


 


Ο επιστήμονας που κατάφερε να φέρει κόσμο στο έως χθες άγνωστο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, έφυγε σε ηλικία 59 ετών
Τολμηρός, παθιασμένος, χαρισματικός, πρωτοπόρος. Πήρε στα χέρια του ένα ξεχασμένο μουσείο και κατάφερε να το μετατρέψει σε πόλο έλξης. Πριν προλάβει όμως να χαρεί το δημιούργημά του- το ανακαινισμένο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο- ο Δημήτρης Κωνστάντιος άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί του Σαββάτου, νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία 59 ετών.

Έντεκα χρόνια κράτησε το τιμόνι του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Έντεκα χρόνια που αποδείχθηκαν αρκετά για τον δραστήριο αρχαιολόγο και καθηγητή πανεπιστημίου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) για να αλλάξει το τοπίο. Ύστερα από μια μακρά και επιτυχημένη πορεία σε κομβικές θέσεις του υπουργείου Πολιτισμού (είχε διατελέσει προϊστάμενος της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων) βρήκε άπλετο χώρο για να υλοποιήσει το όραμά του: ένα μουσείο ανοιχτό στο κοινό. Ένα μουσείο που να έχει θέση στον πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας. Και το κατάφερε δημιουργώντας όχι μόνο ένα καλοστημένο μουσείο με την τελευταία λέξη της σύγχρονης μουσειολογίας, αλλά και με πλήθος εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ξεναγήσεων.

«Νομίζω ότι η βυζαντινή τέχνη είναι ακόμα άγνωστη αλλά ταυτόχρονα διαστρεβλωμένη. Χρειάζεται να την προσεγγίσουμε όχι μέσα από τους «ιδεολογικοποιημένους» φακούς του παρελθόντος, αλλά με όλα τα στοιχεία της σύγχρονης έρευνας», έλεγε στα «ΝΕΑ». Και ονειρευόταν μια μόνιμη συλλογή που να καταρρίπτει μύθους και να διηγείται την Ιστορία μέσα από τα εκθέματα. Γι΄ αυτό και ήταν περήφανος για την επανέκθεση των συλλογών του μουσείου- και ιδιαιτέρως για το τμήμα που αφορά την εποχή από την Άλωση της Πόλης έως σήμερα που δεν πρόλαβε να εγκαινιάσει (τα εγκαίνια είχαν οριστεί για τις 10 Μαρτίου).

Επεδίωξε να δημιουργήσει έναν χώρο πολυσυλλεκτικό που να μπορεί να συγκεντρώσει κάτω από τη στέγη του πολλά διαφορετικά στοιχεία του πολιτισμού. Και το πέτυχε φιλοξενώντας ανάμεσα στα πολύτιμα κειμήλια εκθέσεις για τον κινεζική τέχνη έως έργα του Άντι Γουόρχολ και του Σαλβαντόρ Νταλί. Τόλμησε να φέρει ένα ρομπότ για ξεναγό στο μουσείο. Και είχε στα σκαριά ένα παράρτημα αφιερωμένο στο χαρτί, στην οικία Τσίλερ της οδού Μαυρομιχάλη.

Πίστευε πως ακόμη και οι αποθήκες ενός μουσείου πρέπει να είναι επισκέψιμες. Και δημιούργησε μια σειρά υποδειγματικών αποθηκών και εργαστηρίων. Και θέλησε να εντάξει όλο αυτό το μουσείο σε ένα πάρκο- όαση μέσα στην πόλη. Γι΄ αυτό και είχε σχεδιάσει γλυπτοθήκη, θεατράκι και καφέ στους κήπους της βίλας της Δουκίσσης Πλακεντίας (το παλιό μουσείο) μαζί με το γειτονικό Λύκειο του Αριστοτέλη, πάρκο που δεν πρόλαβε όμως να δει ολοκληρωμένο.

«Επέτρεψε την εφαρμοσμένη κριτική στο μουσείο του και εξέδωσε το σοβαρότερο μουσειολογικό περιοδικό στην Ελλάδα», όπως παρατηρεί η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ματούλα Σκαλτσά ( το «Ιlissia»). Ο Δημήτρης Κωνστάντιος άφησε τη σφραγίδα του και σε αναστηλωτικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας, όπως εκείνα της Ρόδου και της Κέρκυρας.

H ΠΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ Ι.ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ


Οι συχνές επιδρομές των πειρατών αποσκοπούσαν στη λεηλασία των παραλίων οικισμών, την απαγωγή ποιμνίων, όπλων, πλοίων και τη σύλληψη σημαντικού αριθμού αιχμαλώτων οι οποίοι θα μπορούσαν να ανταλλαχθούν με λύτρα. Η συνήθης τιμή ανταλλαγής ενός αιχμαλώτου έφθανε τα 3.000 – 5000 γρόσια, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που συλληφθέντες αντηλλάγησαν ακόμα και για 8.000 γρόσια.

O ΕΘΝΑΡΧΗΣ - ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Μέχρι την έναρξη της επανάστασης, όπως ήταν φυσικό, δεν υπήρξαν νόμοι για την πάταξη της πειρατείας. Ωστόσο με την κήρυξη του επαναστατικού αγώνα, εκδόθηκε από τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, μια διάταξη που αφορούσε την διανομή των λειών (30 Μαρτίου 1821) με την οποία θεσπίστηκαν και οι πρώτες κυρώσεις κατά των πειρατών. Την παραπάνω διάταξη υιοθέτησε και το Υπουργείο Ναυτικών, όταν συστήθηκε για πρώτη φορά στην Κόρινθο την 6η Μαρτίου 1822, αποτελούμενο από έναν αντιπρόσωπο από κάθε νησί.

Με την πειρατεία ασχολήθηκαν οι Μανιάτες, οι Σφακιανοί και πολλοί άλλοι, διότι την εποχή εκείνη ήταν ο μόνος τρόπος επιβίωσης. Η κεντρική διοίκηση δεν είχε την δύναμη να επιβάλλει την τάξη και περιοριζόταν στην έκδοση εγκυκλίων.

Μέχρι το 1826, οι πειρατές είχαν εγκαταστήσει βάσεις στο στενό μεταξύ Άνδρου και Τήνου, στις Βόρειες Σποράδες, στην Αντίπαρο, στη Μύκονο και στη Γραμβούσα, ενώ είχαν κατορθώσει να επεκτείνουν τη δράση τους σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ο εντοπισμός τους από τα μεγάλα και δυσκίνητα σκάφη των ξένων δυνάμεων αποδεικνυόταν εξαιρετικά δύσκολος. Ο Δεριγνύ ανέφερε, τον Απρίλιο του 1826, ότι <<είναι αδύνατον στο Αιγαίο να πλεύσει σκάφος έστω και 10 λεύγες χωρίς να προσβληθεί από πειρατές. Σε καμιά άλλη θάλασσα δεν έχει εμφανισθεί τέτοια θρασεία πειρατεία της οποίας οι δράστες να μένουν ατιμώρητοι αλλά και προστατευόμενοι>>. Και πρόσθετε ότι <<ένας Υδραίος ληστεύει ποριώτη, ποτέ όμως συμπατριώτη του και δεν παραλείπει να ανάψει καντήλι στην εικόνα της Παναγίας για την επιτυχία της επόμενης ληστείας του>>. Κατά την εκτίμηση του Δεριγνύ, η έκταση των ζημιών από την πειρατεία στην ουδέτερη ναυτιλία κατά την περίοδο 1821 – 1826, έφθανε για την Αυστρία τα 4.000.000 φράγκα, για την Βρετανία τα 900.000 φράγκα και για τη Γαλλία τα 300.000 φράγκα. Οι σχετικά μικρές ζημιές της Γαλλικής ναυτιλίας οφειλόταν κυρίως στην παρουσία της Γαλλικής ναυτικής μοίρας της Σμύρνης.

Το Υπουργείο Ναυτικών της προσωρινής Διοίκησης ανησύχησε από τις πολλές καταγγελίες και αναγκάσθηκε να λάβει διάφορα μέτρα, τα οποία όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Απεναντίας, ιδιαίτερα μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, οπότε και διακόπηκαν οι ναυτικές επιχειρήσεις λόγω έλλειψης αντιπάλου, η πειρατεία επεκτάθηκε.

Οι κυριότερες βάσεις πειρατών ήταν η Γραμβούσα και οι Βόρειες Σποράδες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μόνο κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1827 είχαν λεηλατηθεί 81 πλοία. Ολόκληρη η Ευρώπη είχε δυσανασχετήσει έντονα, ενώ οι Ναύαρχοι της Συμμαχίας (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν οργιστεί κατακρίνοντας δριμύτατα την Ελληνική Κυβέρνηση ως ανίσχυρη.

Ο Κόδριγκτον, στη συνάντηση που είχε με τον Καποδίστρια στη Μάλτα, πριν ο τελευταίος αποβιβαστεί στην Ελλάδα, συζήτησε εκτός των άλλων και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για το συγκεκριμένο θέμα, δεχόμενος μάλιστα να αναλάβει εκείνος τις επιχειρήσεις εναντίων των πειρατών στην Γραμβούσα.

Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ EDWARD CODRINGTON

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πειρατείας στην περιοχή των Βορείων Σποράδων τρία ήταν τα πρόσωπα στα οποία βασίστηκε ο Καποδίστριας: ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης και ο πλοίαρχος Αντώνιος Κριεζής. Στις 23 Ιανουαρίου 1828 έδωσε διαταγή στο Ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη να σπεύσει στα νησιά Σκόπελο, Σκιάθο, Σκύρο και Ηλιοδρόμια, και να λάβει τα μέτρα που η φρόνησή και η εμπειρία του υπαγόρευαν. Για το σκοπό αυτό του παραχωρεί το δικαίωμα να εκδώσει προκηρύξεις προς τον λαό και διαταγές προς τη δημογεροντία και τους στρατιωτικούς, έτσι ώστε να παύσουν για πάντα τα δεινά των κατοίκων και να αποκατασταθεί η τάξη. Ο Μιαούλης, σε απάντησή του στον Κυβερνήτη, αφού παρουσίασε τις ελλείψεις του ναυτικού σε πλοία, του πρότεινε την κατάσχεση των αξιόπλοων πειρατικών που βρίσκονταν στις Σποράδες και την πυρπόληση των υπολοίπων προς παραδειγματισμό των πειρατών.

O ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ ΚΩΣ

Όσων αφορά τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο ο καποδίστριας εξέγωσε ειδικό διάταγμα, ζητώντας του να εξετάσει την επικρατούσα κατάσταση στο Αιγαίο και να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα. Ο Μαυροκορδάτος ο οποίος μέχρι τότε συμμετείχε στον αγώνα και ήταν μέλος των Ελληνικών κυβερνήσεων ζήτησε, εκτός της φρεγάτας που του παραχώρησε η Κυβέρνηση, Γολέτα για την μεταφορά των Δημογερόντων από τα πιο απομακρυσμένα νησιά.

Στις 17 Φεβρουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απηύθυνε διαταγή προς τους οπλαρχηγούς των Σποράδων με την οποία κατέστησε σαφή την πρόθεση της κυβέρνησης για την εκκαθάριση των νησιών και ταυτόχρονα τους καλούσε να ακολουθήσουν τον Μιαούλη στην Σαλαμίνα και να ενταχθούν στο νόμιμο στράτευμα.

Την επόμενη μέρα αναχώρησε ο Μιαούλης από τον Πόρο με ένα στολίσκο που τον αποτελούσε το δίκροτο <<Ελλάς>>, οι κανονιοφόροι <<Φιλελληνίς>> και <<Βαυαρία>> και μια ένοπλη τράτα. Στις 19 φεβρουαρίου έφθασε στη Σκόπελο όπου συγκέντρωσε όλα τα πλοία που βρήκε στο λιμάνι και στους όρμους του νησιού (41 πλοία), ζητώντας από όλους τους πειρατές να υπακούσουν στις διαταγές του Κυβερνήτη, ενώ μετά τους άφησε να συσκεφθούν και να του απαντήσουν. Στη συνέχεια μετέβη στη Σκιάθο, όπου κατάσχεσε όσα πλοία κατάφερε να βρει (38 περίπου).

Εκεί τον συνάντησαν οι πειρατές Σκοπέλου και Σκιάθου και αφού του εξέφρασαν την γενικότερη σύμφωνη γνώμη τους με το σχέδιο του Κυβερνήτη, του ζήτησαν να μην μετακινηθούν από τα νησιά, προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι δεν είχαν τα απαραίτητα χρήματα για μια τέτοια ενέργεια και ότι εξαιτίας του φόβου των αντιποίνων των ντόπιων, δεν μπορούσαν να αφήσουν πίσω τις οικογένειές τους. Ταυτόχρονα του ανέφεραν ότι ο μισθός που τους υπόσχετο η κυβέρνηση για την είσοδό τους στο στρατό ήταν μικρός. Ο Μιαούλης τους απάντησε ότι δεν μπορούσε να γίνει διαπραγμάτευση επι των διαταγών και ακολούθως τους άφησε ελεύθερους να αποφασίσουν. Αμέσως μετά αναχώρησε για τη Χίο (28 Φεβρουαρίου) προκειμένου να την υπερασπιστεί από τους Τούρκους. Σε αναφορά προς την Κυβέρνηση, και αφού εξέθετε όσα διαδραματίστηκαν, διατύπωνε την άποψη ότι οι πειρατές είχαν την κρυφή συγκατάθεση αισχροκερδών ανδρών που κατείχαν σημαντικές δημόσιες θέσεις. Ακόμα ενημέρωνε τον Συνταγματάρχη Φαβιέρο ότι ορισμένοι από τους πειρατές (Διαμαντής, Ζορμπάς, Δουμπιώτης κ.α.) είχαν επιβιβασθεί σε δύο κατασχεθείσες Γολέτες και κατευθύνονταν προς την έδρα της Κυβερνήσεως για να συναντηθούν με τον Καποδίστρια.

Ο ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΡΙΕΖΗΣ

Με το πέρας της επιχείρησης η κυβέρνηση διόρισε επιτροπή προκειμένου να εξετάσει ποια από τα πλοία που είχαν συλληφθεί ήταν ύποπτα και ποια ένοχα για πειρατεία για να προχωρήσει νόμιμα στις απαραίτητες κατασχέσεις. Στις 28 Φεβρουαρίου 1828 οι δημογέροντες της Σκοπέλου απέστειλαν επιστολή προς τους πληρεξουσίους του νησιού τους και αφού τους εξιστόρησαν τα συμβάντα της επιχείρησης του Μιαούλη, ζήτησαν τη συνδρομή τους προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι εναπομείναντες πειρατές στο νησί τους, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ αποθρασυνθεί και είχαν προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές και αυθαιρεσίες. Έτσι ο Καποδίστριας τον Μάρτιο του 1828 ανέθεσε στον Αναστάσιο Παπαλουκά και στον Αντώνιο Κριεζή (που είχε χαρακτηρισθεί και ως δεξί χέρι του Μιαούλη) την μεταφορά των πειρατών σε στρατόπεδο στην Ελευσίνα. Ας σημειωθεί ότι ήταν τόσο το θάρρος που επέδειξε ο Κριεζής, ώστε υμνήθηκε από τους ναύτες με τα λόγια: <<Όποιος δεν θέλει να ζει, ας πάει με τον Κριεζή>> . Εξάλου οπλοφόροι προερχόμενοι από τις Σποράδες που βρίσκονταν στον Πόρο, διατάσσονταν να επιστρέψουν στους τόπους άφιξής τους και από εκεί να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους πειρατές κατά τη μετακίνησή τους στο στρατόπεδο της Ελευσίνας. Τέλος, ο Καποδίστριας προέβλεψε και την περισυλλογή των επί της Θάσου δρώντων <<Λιάπηδων>> και την μεταφορά τους στην Ελευσίνα.

Και μετά όμως τη μεταφορά των περισσότερων πειρατών, στις Βόρειες Σποράδες παρέμεινε μόνο ένας μικρός αριθμός από κάποιους από αυτούς που κατόρθωσαν να κρυφτούν και άρχισαν να επιδίδονται εκ νέου στην τακτική της πειρατείας στα παράλια της Εύβοιας, της Ζαγοράς, της Σκιάθου, του Άθωνα και του Αγίου Ευστρατίου.

Εξάλλου σε μια αναφορά των Ιερών Μοναστηριών του Αγίου Όρους προς τον καποδίστρια, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1828, σημειώνεται ότι πειρατές με επικεφαλής τον Κωνσταντή Δουμπιώτη αποβιβάζονταν στο Άγιο Όρος και έστηναν ενέδρες στους Μοναχούς, ακρωτηριάζοντας και σκοτώνοντάς τους. Σύμφωνα με την αναφορά οι μοναχοί δεν τολμούσαν πια να βγουν από τα Μοναστήρια τους ούτε για να μαζέψουν χόρτα, ενώ όσοι ζούσαν μέχρι τότε σε κελιά είχαν καταφύγει στα Μοναστήρια.

Το 1828, μετά συμφωνία του Καποδίστρια με τον Κόδριγκτον, στάλθηκε στη Γραμβούσα μοίρα υπο τον Βρετανό Υποναύαρχο Στέινς υπο την συνοδεία του Μαυροκορδάτου, ως επιτρόπου της Ελληνικής Κυβέρνησης και ενός λόχου του Ελληνικού Στρατού υπο τον Σκωτσέζο φιλέλληνα ταγματάρχη Έρκχαρτ.

Το ορμητήριο όμως των πειρατών ήταν και ορμητήριο των αγωνιστών που πολεμούσαν για την Ελευθερία. Για τον λόγο αυτό, όταν η Αγγλογαλλική δύναμη εμφανίστηκε έξω από την Γραμβούσα, ο βρετανός μοίραρχος έγραψε στην επιτροπή των Κτητικών που βρίσκονταν στο φρούριο ότι είχε πάει να καταπολεμήσει την πειρατεία και όχι για να εμποδίσει τους αγώνες του νησιού για την Ελευθερία. Έτσι απαίτησε την παράδοση των πειρατών, όλων των πειρατικών πλοίων και την παράδοση του φρουρίου στην Ελληνική Κυβέρνηση. Ο Καποδίστριας, παρά την αποκάλυψη ότι επικεφαλής της πειρατικής αυτής εστίας ήταν το ίδιο το <<Εθνικό Συμβούλιο>> που είχε τη διεύθυνση του αγώνα στην Κρήτη, ζήτησε και πέτυχε να παραδοθούν στην Ελληνική Κυβέρνηση για να δικασθούν από αυτή, όσοι είχαν συλληφθεί ως πειρατές και είχαν σταλεί από τους Βρετανούς στη Μάλτα, καθώς και όσα πλοία είχαν καταληφθεί στη Γραμβούσα ως πειρατικά και είχαν σταλεί και αυτά στη Μάλτα για να παραδοθούν στην Ελληνική Κυβέρνηση με την δέσμευση να μην αποδοθούν στους ιδιοκτήτες τους, αλλά να χρησιμοποιηθούν από το Ελληνικό κράτος. Με τις διεκδικήσεις τους αυτές ο Καποδίστριας θέλησε προπάντων να μην παραβιαστεί η αρχή της <<Επικρατειακής Ακεραιότητας>>, δηλαδή να υποδηλωθεί η ευθύνη και η εξουσία που η Ελληνική κυβέρνηση αξίωνε να έχει στο έδαφος της Κρήτης.

Ο Καποδίστριας για να πετύχει την καταστολή της πειρατείας στο υπόλοιπο Αιγαίο, επικαλέστηκε τη βοήθεια των ξένων δυνάμεων. Έτσι ο Γάλλος Συνταγματάρχης Φαβιέρος διέθεσε μια Γολέτα υπό το Ανάργυρο Λεμπέση για την καταδίωξη των πειρατών στην περιοχή των Οινουσών και της Μυτιλήνης. Συγχρόνως οι βρετανοί εκκαθάρισαν το Καστελόριζο, οι Αυστριακοί την Κασσάνδρα, τις Οινούσες και τα ψαρά, ενώ οι Γάλλοι ανέλαβαν τις υπόλοιπες περιοχές. Η δίωξη των πειρατών από τις περιοχές αυτές άρχισε στις 25 Οκτωβρίου και σε 18 ημέρες πέτυχε το στόχο της.

H ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ HIPPOLYTE BISSON ΣΤΗ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ

Ο ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ HIPPOLYTE BISSON - Ζωγραφισμένος απο τον LUISE RANG-BATU μαθητή του ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ λίγο πριν την έκρηξη

Με το τέλος της ναυμαχίας του Ναβαρίνου και την καταστροφή του Τούρκο – Αιγυπτιακού στόλου από τον συμμαχικό Αγγλικό, Ρωσικό και Γαλλικό , οι πειρατές αξιοποιώντας τις αναταραχές και συγκρούσεις της επανάστασης στο Αιγαίο, άρχισαν αγώνα καταλήστευσης των νησιών.

Η Γαλλική κορβέτα La Lampoire (Η Μύραινα) υπό την πλοιαρχία του φιλέλληνα Πλοιάρχου Hippolyte Bisson, αρχίζει περιπολίες στα νησιά του Αιγαίου προκειμένου να διαφυλάξει τους πληθυσμούς τους που στέναζαν από τις επιδρομές των πειρατών, καθώς και να προστατεύσει την ναυσιπλοΐα στο επαναστατημένο Αιγαίο πέλαγος.

Κατά τη διάρκεια περιπολίας, στις 6 Νοεμβρίου 1827, κοντά στο επαναστατημένο, παρά τα προνόμια που του είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος, νησί της Αστυπάλαιας, συλλαμβάνει το πειρατικό μπρίκι ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Αμέσως μετά τη σύλληψη ξεσπά δυνατή καταιγίδα. Ο Bisson, αναγκάζεται να οδηγήσει τα δύο πλοία στον κόλπο Μαλτεζάνα του νησιού, προκειμένου να τα προστατεύσει από την θαλασσοταραχή.

Ενώ τα δύο πλοία είχαν ποντίσει τις άγκυρές τους, ξαφνικά εμφανίζονται δύο πειρατικά πλοία. Τα πειρατικά αρχίζουν να βάλουν κατά της Κορβέτας και του Μπρικιού. Αμέσως ξεσπά ένας άνισος αγώνας, καθώς τα δύο πλοία ήταν ακινητοποιημένα, που διαρκεί ώρες. Το ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, βαριά χτυπημένο από τα πυρρά των πειρατικών, αρχίζει να παίρνει κλίση, τότε ο Bisson διατάσει το δεκαπενταμελές πλήρωμά του να πέσει στην θάλασσα. Το Παναγιώτης δεν έχει πια καμία τύχη, μόνο τέσσερις από το πλήρωμά του θα φτάσουν στη στεριά.

Στη συνέχεια ο Bisson, βλέποντας ότι ο αγώνας ήταν μάταιος κλείνεται στην μπαρουταποθήκη και βάζει φωτιά.

Ο ΒΙΑΡΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ - ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Με αυτές τις ενέργειες του καποδίστρια καταπολεμήθηκε σε μεγάλο βαθμό η πειρατεία και ολόκληρη η Ευρώπη τον επαίνεσε για την δραστηριότητα και τις επιτυχίες του. Ωστόσο η εξάλειψη της πειρατείας δεν ήταν οριστική. Αυτό οφείλετε, σε ένα βαθμό, στις αξιοθαύμαστες ικανότητες των πειρατών. Οι τελευταίοι είχαν την δυνατότητα να απομακρύνονται σε σύντομο χρονικό διάστημα από τον τόπο της δράσης τους και να κρύβονται στις πολυπληθείς κολπώσεις των ακτών. Έτσι οι προσπάθειες της Κυβέρνησης του Καποδίστρια των μεμονομένων πλέον περιστατικών πειρατείας, συνεχίστηκαν και κατά το 1830, όπως αποδεικνύετε και από την επιστολή του Βιάρου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη), Υπουργού των Ναυτικών, προς τον κυβερνήτη. Με την συγκεκριμένη επιστολή του ο Βιάρος προτείνει την περιπολία πλοίων στο Αιγαίο, την επισκευή του πλοίου <<Αγαμέμνωνας>> και την παροχή άδειας στα παραπλέοντα πλοία να κατάσχουν ή να βυθίζουν όσα πλοία δεν έχουν τα απαραίτητα έγγραφα.

Ο Καποδίστριας ως διορατικός ηγέτης γνώριζε ότι για να εξαλειφθεί η πειρατεία έπρεπε να εκλείψουν τα γενεσιουργά της αίτια, δηλαδή τα οικονομικά και κοινωνικά αίτια που την προκαλούσαν και την συντηρούσαν. Για το λόγο αυτό προσπάθησε να εντάξει στις ένοπλες δυνάμεις ή να απασχολήσει στην καλλιέργεια της γης τους άνεργους ναυτικούς, τους άτακτους στρατιωτικούς και τους πρόσφυγες. Οι οικονομικές όμως δυχέριες του κράτους , απέτρεπαν την αξιοποίηση όλων αυτών των ανέργων, γεγονός που προκαλούσε την δυσχέρειά τους έναντι του Κυβερνήτη. Έτσι σιγά-σιγά η πειρατεία άρχισε να επανεμφανίζεται. Όσο λοιπόν καθυστερούσε η αποκατάσταση των ανέργων, τόσο δύσκολη ήταν η εξάλειψη της πειρατείας.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια τα πειρατικά κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν. Ήταν δε τέτοιο το θράσος τους, που δεν δίστασαν να αιχμαλωτίσουν ακόμα και πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού. Στις πηγές επίσης αναφέρεται και η περίπτωση ενός πολεμικού πλοίου που μετετράπη σε πειρατικό. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια και να γίνουν συντονισμένες ενέργειες των επόμενων Κυβερνήσεων ώστε να εξαλειφθεί το φαινόμενο. Σε περιόδους που εξασθενούσε η κεντρική διοίκηση εξαιτίας των κυβερνητικών, συνταγματικών και πολιτειακών μεταβολών που έγιναν μέχρι και τα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, η δράση των πειρατών αυξανόταν.

ΜΠΡΙΚΙ - ΤΥΠΟΣ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

ΓΑΛΙΩΤΑ - ΤΥΠΟΣ ΕΛΑΦΡΟΥ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑΣ ΣΤIΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ


Το φαινόμενο της πειρατείας συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση και την ανάπτυξη της ναυτιλίας. Από τότε που οι άνθρωποι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα θαλάσσια ταξίδια —όχι μόνον «κατ εμπορίαν» αλλά και «θεωρίαν»— έχουμε μαρτυρίες για αρπαγές και ληστείες στο θαλάσσιο χώρο.

Στην Οδύσσεια (γ 74-77) ο Νέστορας ρωτώντας τον Τηλέμαχο και την Αθηνά-Μέντη για ποιο λόγο βρέθηκαν στην Πύλο, λέει τα εξής:

«... μήπως για δουλειά ή πάτε έτσι στην τύχη
καθώς οι κλέφτες που γυρνούν στα πέλαγα και φέρνουν
στους ξένους τόπους συμφορές και τη ζωή τους παίζουν;…»
(μετάφρ. Ζ. Σιδέρη)

Ο Θουκυδίδης στην ιστορία του αναφέρει ως πρώτους πειρατές τους Φοίνικες και τους Κάρες, αλλά επιπλέον παρουσιάζει το φαινόμενο της πειρατείας να ενδημεί στη νησιωτική Ελλάδα: «Γιατί τον παλιό καιρό τόσο οι Έλληνες όσο και οι βάρβαροι που κατοικούσαν την ήπειρο κοντά στη θάλασσα, αφότου άρχισαν συχνότερα να περνούν με καράβια ο ένας ενάντια στον τόπο του άλλου, το γύρισαν στη ληστεία, έχοντας αρχηγούς άντρες που δεν ήτανε βέβαια από τους πιο ασήμαντους, για το ίδιο τους το κέρδος και για να βρούνε συντήρηση για τους πιο αδύνατους και πέφτοντας απάνω σε πολιτείες ανοχύρωτες, που ήταν μάλλον συμπλέγματα από χωριά, λεηλατούσαν και κέρδιζαν έτσι το περισσότερο βίος τους, εφόσον τέτοια δουλειά δε λογιζόταν ακόμα ντροπή, αλλά απεναντίας τους έδινε και κάποια δόξα». (Θουκ. Ιστ. Α, 5 -μετ. Ε. Λαμπρίδη).
Τον 5ο αι. που η Αθήνα φτάνει στο αποκορύφωμα της ακμής της και η Α’ Αθηναϊκή συμμαχία μετατρέπεται σε ηγεμονία των Αθηνών, το φαινόμενο της πειρατείας παρουσιάζει ύφεση, καθώς οι Αθηναίοι επιβάλλουν την κυριαρχία τους στο χώρο του Αιγαίου. Την περίοδο όμως του Πελοποννησιακού πολέμου, εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων και της πολιτικοοικονομικής αστάθειας αυτών που συμμετείχαν στον πόλεμο, η πειρατεία ανθεί. Αθηναίοι και Σπαρτιάτες επιδίδονται και οι ίδιοι σε ληστρικές επιδρομές ο ένας εναντίον του άλλου.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 4ου αι. φαίνεται πως οι πειρατές κυριαρχούν στο Αιγαίο. Ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό τονίζει τα προβλήματα που δημιουργούνται για το διαμετακομιστικό εμπόριο των Αθηναίων και ειδικότερα τις επιπτώσεις στις τιμές των προϊόντων. Οι ακτές της Ιωνίας, της Αφρικής, της Σικελίας, αλλά και αρκετά νησιά του Αιγαίου, μετατρέπονται σε πειρατικά ορμητήρια.

Στα χρόνια της ακμής της Μακεδονίας και στη συνέχεια των ελληνιστικών μοναρχιών η πειρατεία εξασθενεί. Λέγεται μάλιστα ότι ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος είχε οργανώσει και μία ειδική ναυτική μοίρα, για να αντιμετωπίζει τις επιδρομές των πειρατών. Όταν όμως τα ελληνιστικά κράτη αρχίζουν να παρακμάζουν, το φαινόμενο παίρνει μεγάλες διαστάσεις.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι Ρωμαίοι οργανώνουν αλλεπάλληλες επιχειρήσεις, για να απαλλάξουν τους θαλάσσιους δρόμους από τη μάστιγα της πειρατείας. Ο Πομπήϊος ήταν αυτός που κατέστρεψε τα «ληστήρια» της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Ιταλίας και του Ελλαδικού χώρου το 67 π.Χ. Κατά τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ., όταν πλέον η Μεσόγειος έχει μεταβληθεί σε ρωμαϊκή λίμνη, η ναυσιπλοΐα πραγματοποιείται κατά κανόνα με ασφάλεια.

Στα βυζαντινά χρόνια οι πειρατικές επιδρομές απασχολούν συχνά τον αυτοκρατορικό στόλο. Ιδιαίτερα τον 9ο αι. το φαινόμενο έχει αναπτυχθεί σε βαθμό ανησυχητικό. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα η Κρήτη αποτελεί ορμητήριο πειρατών ακολουθούν η Σικελία και η Συρία. Η Πελοπόννησος και τα νησιά δεινοπαθούν. Αρκετά νησιά υποχρεώνονται να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στους πειρατές. Η κατάσταση οξύνεται στα τέλη του 9ου αι. και στις αρχές του 10ου. Το 904 μ.Χ. ο Λέων ο Τριπολίτης, χριστιανός εξωμότης, με ισχυρό πειρατικό στόλο επιχειρεί να διεισδύσει στον Ελλήσποντο. Τελικά στρέφεται προς τη Θεσσαλονίκη και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς την καταλαμβάνει. Ο Ιωάννης Καμενιάτης, αυτόπτης μάρτυρας, αφηγείται με πολύ ενάργεια τις σφαγές, τις λεηλασίες και τις αιχμαλωσίες που ακολούθησαν. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 22.000 και ήταν στην πλειοψηφία τους νέοι. Η αυτοκρατορία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση όχι μόνο με στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά και με διαπραγματεύσεις. Ο Λέων ο Χοιροσφάκτης, εκπρόσωπος του αυτοκράτορα, καυχιέται ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει από τους Άραβες 120.000 αιχμαλώτους. Η πληροφορία αυτή δείχνει το μέγεθος των καταστροφών που υφίστατο το Βυζάντιο την εποχή αυτή από τους πειρατές.

Ο 11ος αι. είναι για την αυτοκρατορία περίοδος κρίσης. Η αγροτική κοινότητα καταστρέφεται, οι δυνατοί ενισχύονται υπέρμετρα, οι διαμάχες ανάμεσα στις μερίδες της αριστοκρατίας εντείνονται, ενώ οι Δυτικοί, οργανώνοντας τις Σταυροφορίες, λυμαίνονται τα εδάφη του Βυζαντίου. Η Βενετία —θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ιταλικές πόλεις— αποκτά οικονομικά προνόμια στη βυζαντινή επικράτεια. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλαπλασιάζονται και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαθίστανται οριστικά στη Μ. Ασία.

Τον 12ο αι. το Αιγαίο δεν παρέχει καμία ασφάλεια στους ταξιδιώτες. Η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στην Ανατολή και τελικά ο έλεγχος του εμπορίου από τη Δύση καθόρισε και την πορεία της αυτοκρατορίας ως ναυτικής δύναμης. Οι μεταρρυθμίσεις εξάλλου των Κομνηνών που αφορούσαν την χρηματοδότηση του στρατού και του στόλου επιτάχυναν την εξασθένιση των θεμάτων και συνεπώς τη θαλάσσια άμυνα του κράτους. Ουσιαστικά η αυτοκρατορία αδυνατεί να διασφαλίσει τους θαλάσσιους δρόμους, εφόσον δε διαθέτει ισχυρό ναυτικό, πράγμα που επιτρέπει στους πειρατές να δρουν σχεδόν ανενόχλητοι.

Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), ο διαμελισμός των εδαφών της αυτοκρατορίας και η δημιουργία λατινικών κρατών στην Ανατολή είναι γεγονότα που ευνοούν ακόμη περισσότερο την πειρατική δράση, που συνεχίζεται στην ίδια περίπου έκταση και ένταση ως την Άλωση.

Από τον 15ο αι. και μετά οι ελληνικές θάλασσες συχνά μεταβάλλονται σε πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων χριστιανών και Οθωμανών. Η επεκτατική πολιτική των Τούρκων προκάλεσε μόνο με τους Βενετούς επτά πολέμους σε διάστημα τριών αιώνων, που όλοι τους βέβαια είχαν ως στόχο τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η κατά τόπους έκρυθμη κατάσταση που δημιουργούνταν διαιώνιζε και την πειρατική δραστηριότητα.

Εξάλλου από τον 17ο αι. ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γάλλων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί έναν επιπρόσθετο αρνητικό παράγοντα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί στις θάλασσες μία κατάσταση σχεδόν ανεξέλεγκτη. Τούρκοι, Φράγκοι και πειρατές επιβάλλουν στους πληθυσμούς του Αιγαίου τον 16ο και 17ο αι. ένα καθεστώς στυγνής τυραννίας και εκμετάλλευσης. Η τούρκικη αρμάδα με τον Kαπουδάν-πασά εμφανίζεται στα νησιά μία φορά το χρόνο για να εισπράξει το χαράτσι. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι κάτοικοι είναι εκτεθειμένοι στην αρπακτικότητα των πειρατών. Οι αρχικουρσάροι σε πολλά νησιά ασκούν εξουσία και εισπράττουν φόρους. Οποιοσδήποτε τολμήσει να αντισταθεί εξοντώνεται.

ΧΑΪΡΕΝΤΙΝ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ - Ο ΠΙΟ ΑΙΜΟΣΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΑΔΥΣΤΑΚΤΟΣ ΠΕΙΡΑΤΗΣ - ΕΞΩΜΟΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΤΙΛΙΝΗ - ΑΦΑΝΗΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΤΗΣ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΚΑΣΤΡΟΥ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ - ΣΠΥΛΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ - Η ΠΑΡΑΔΩΣΗ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΠΥΛΙΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ Ο ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΥΡΙΕΥΣΕΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

Η ανάγκη για επιβίωση εξωθεί ολόκληρα νησιά σε συνθηκολόγηση με τους πειρατές. Κι αυτή τους η στάση όμως δεν τους λυτρώνει από τα δεινά, γιατί οι Τούρκοι με τη σειρά τους τους κατηγορούν ότι υποθάλπουν την πειρατεία. Οι Κυκλαδίτες αρκετές φορές, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους προσπάθησαν να προστατέψουν τις τουρκικές αρχές αναλογιζόμενοι το μένος του Kαπουδάν-πασσά, όταν θα ερχόταν στα νησιά και θα μάθαινε πως αδιαφόρησαν για την τύχη κάποιου εκπροσώπου της εξουσίας στη διάρκεια της πειρατικής επιδρομής. Έτσι συνέβαινε συχνά —αν και οξύμωρο— να προστατεύουν τους ίδιους τους δυνάστες τους.
Ο μοναχός Urbano de Parigi αναφερόμενος στη Σύρο (17ος αι.) δίνει την πληροφορία πως οι κάτοικοι, μόλις αντικρίσουν κάποιο πλοίο, τρέχουν να κρυφτούν στο εσωτερικό του νησιού. Οι Τούρκοι χλευαστικά τους αποκαλούν λαγούς. Επίσης ο περιηγητής Paul Lucas, εκπρόσωπος του βασιλιά της Γαλλίας, κατά την επίσκεψη του στην Ίμβρο διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τα παράλια και ζουν σε πύργους στα μεσόγεια. Ο φόβος τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος, ώστε και οι πόρτες των σπιτιών απέχουν πολύ από το έδαφος και ανεβαίνουν με ξύλινες σκάλες που τις νύχτες τις σηκώνουν, για να προστατευθούν από κάποια αιφνιδιαστική επίθεση.

Η εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών και η εγκατάσταση σε ασφαλέστερα μέρη είναι φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στα χρόνια της σκλαβιάς και ιδιαίτερα σε περιόδους που η πειρατεία ανθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο εγκαταλείφθηκαν σταδιακά οι παραλιακοί συνοικισμοί της Θάσου —συμφώνα με την άποψη του Απ. Βακαλόπουλου— και οι κάτοικοι μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού, ενώ άλλοι οικισμοί καταστράφηκαν από τους πειρατές. Ο Θεολόγος και η Παναγία —μεγάλα χωριά— χτίστηκαν σε τοποθεσίες που παρέχουν στους κατοίκους μια σχετική ασφάλεια. Συχνά όμως οι πειρατές—και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη Θάσο— δε δίσταζαν να προχωρούν στα μεσόγεια και να ληστεύουν απομακρυσμένους από τη θάλασσα οικισμούς.

Τον 16ο αι. αλλά ιδιαίτερα τον 17ο αι. η πειρατεία φαίνεται πως αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από τον Θερμαϊκό ως τη Μάνη και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά καράβια παραμονεύουν, για να δράσουν την κατάλληλη στιγμή. Οι ελληνικές ακτές με τους βράχους, τις σπηλιές, τα δάση και τους αθέατους όρμους αναδεικνύονται σε ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, μολονότι στοιχίζει φθηνότερα, γιατί οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο.

ΚΑΒΟ ΜΑΤΑΠΑΣ Ή ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΤΑΙΝΑΡΟΝ - ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΓΥΘΕΙΟΥ - ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
ΛΙΜΑΝΙ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ - ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
ΓΡΑΜΒΟΥΣΑ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ - ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΛΙΜΑΝΙ - Η ΚΟΙΝΗ ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΕΙΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΤΟ ΜΕΛΗΤΕΡΟ ΜΠΕΛΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Τα πληρώματα των καραβιών, όταν έπλεαν σε ελληνικές θάλασσες, ήταν σε συνεχή ετοιμότητα· οποιοδήποτε πλοίο εντόπιζαν στον ορίζοντα επιχειρούσαν να το αποφύγουν, ακόμη κι αν είχε φιλική σημαία. Άλλωστε ήταν γνωστό το τέχνασμα των πειρατών να υψώνουν παραπλανητικά τη σημαία κάποιας γνωστής ναυτικής χώρας.
Πάντως τα πειρατικά πλοία συχνά υπερείχαν από τα άλλα σε δύναμη και σε πλήρωμα. Οι πειρατές χρησιμοποιούσαν μικρά σχετικά σκάφη, με μέσο όρο σαράντα κανόνια αλλά με πλήρωμα πολυάριθμο. Οι «φούστες», μικρά και ευκίνητα πλοία, που εξορμούσαν από τη Β. Αφρική, χαρακτηρίζονται από τον Κ. Σάθα στον πρόλογο του στο Χρονικό του Γαλαζειδίον ως «πλοία του Σατανά».

Σ’ όλα τα νησιά και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, «βιγλαριά», απ’ όπου οι «βιγλάτορες» παρακολουθούσαν τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά, Μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο, την ημέρα ειδοποιούσαν τον πληθυσμό υψώνοντας, συνήθως, κάποια σημαία και τη νύχτα έριχναν αναμμένους δαυλούς. Βέβαια κάτι ανάλογο έκαναν και οι πειρατές στα δικά τους μέρη, αλλά, κατά κανόνα, όχι για να προφυλαχτούν από κάποιον εχθρό παρά για να ληστέψουν κάποιο ανυποψίαστο καράβι.

ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΕ ΣΤΕΡΙΑΝΟ ΚΑΡΑΟΥΛΙ ΑΡΠΑΓΗΣ ΠΛΟΙΑΡΙΟΥ

Ο Κυρ. Σιμόπουλος καταχωρεί στο έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα» ένα δημοτικό τραγούδι από τη συλλογή του Γ. Ιωάννου, που δείχνει την οργή και την αγανάκτηση των Ελλήνων για όσα υφίστανται από τη θηριωδία και την αρπακτικότητα των πειρατών.

» Ήλιε που βγαίνεις το ταχύ, σ’ ούλον τον κόσμον δούδεις,
σ’ ούλον τον κόσμο ανάτειλε, σ’ ούλη την οικουμένη
στω Μπαρμπαρέσω τις αυλές, ήλιε μην ανατείλεις.
Κι αν ανατείλεις, ήλιε μου, να γοργοβασιλέψεις,
γιατί έχουν σκλάβους έμορφους, πολλά παραπονιάρους
και θα γραθούν οι γιαχτίδες σου πο τω σκλαβώ τα δάκρυα. «

Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης επιδίδονται στην πειρατεία, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος’ ανάμεσα τους και οι Έλληνες, Οι πιο φημισμένοι ήταν οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18ο αι. η Μάνη αποκλειστικά ζει από τις πειρατικές επιδρομές. Αν και τα πλοία τους κάποιοι σύγχρονοι τους τα χαρακτηρίζουν «σαπιοκάραβα», η δράση τους είναι γνωστή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα. Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν κρυμμένοι στους βράχους των ακτών της Μάνης περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία. Λέγεται ότι ακόμη και οι Μανιάτες κληρικοί έπαιρναν μέρος σ’ αυτές τις επιχειρήσεις. Στα τέλη μάλιστα του 18ου αι. οργάνωσαν επιδρομή ενάντια στην Αμοργό και την κατέλαβαν.

ΜΑΝΙΑΤΕΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ

Ο νεαρός κουρσάρος απ’ το Οίτυλο της Μάνης
(δημώδες)
<<Για κούρσο ετοιμάζομαι, ρε μάνα για να πάω,
τον κίνδυνο μοιράζομαι, δεν έχω τι να φάω.
Η φτώχεια με κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύω,
να περπατώ στα κύματα, εχθρούς μου να μαγεύω.
Αφήνω την σπηλιάκα μου, και την αητοφωλιά μου,
μαζί με τα συντρόφια μου, και την αρματωσιά μου.
Ξανοίγομαι στα πέλαγα, στης βάρκας μου το χάδι,
και σαν γυρνώ στο Βοίτυλο, την κουβαλά καράβι.
Ανθρώπους δεν σκοτώνουμε, πεθαίνουν απ’ τον τρόμο,
άλλοι βουτούν στην θάλασσα ανοίγοντας τον δρόμο.
Και το καράβι παρατούν, στα χέρια τα δικά μας,
και ‘μεις ανοίγουμε πανιά, να πάμε στην σπηλιά μας.
Την κουρελού να στρώσουμε, και φως με την λυχνάρα,
τον κούρσο να μοιράσουμε, χωρίς φωνή κι αντάρα.
Η φτώχεια τους κατάντησε, τα πλοία να κουρσεύουν,
ολημερίς στα πέλαγα, τον κούρσο τους γυρεύουν.
Αν τύχη και με πάρουνε τα όπλα των εχτρών μου,
στο Βοίτυλο μη κλάψουνε, στους πύργους των δικών μου.
Από μικροί ‘μεις μάθαμε, θάνατο ν’ αψηφάμε,
και μες την μάνα θάλασσα, να ζήσουμε ζητάμε.
Εκεί θ’ αφήσω την πνοή, που μου ‘δωσε η φύση.
και το ταλαίπωρο κορμί, τα ψάρια θα ταΐσει.Η θάλασσα αντρειεύεται
κι όλο παλεύει με τους βράχους
έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ
κι όλο παλεύω με τους Βλάχους
και τα βουνά αντρειεύονται
κι όλο παλεύουν με τα χιόνια
ετσά κι εγώ με τους οχτρούς
θα αντρειεύομαι αιώνια
και η Τουρκιά δεν πάτησε,
σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά
τί άλλο καλό δεν μάθαμε,
πιο κάλιο από την λευτεριά.>>
Πρόκειται για παραδοσιακό μανιάτικο τραγούδι που τραγουδιόταν
πριν από τετρακόσια χρόνια από Μανιάτες πειρατές.

Μέσα στο 18ο αι. οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι εξεγέρσεις των Ελλήνων, απόρροια των πολέμων, ώθησαν κι άλλους Έλληνες στην πειρατεία. Μετά τα Ορλωφικά και λίγο αργότερα, όταν ο Λάμπρος Κατσώνης μ’ ένα στολίσκο πειρατικό γίνεται ο εφιάλτης των Τούρκων, πολλά πειρατικά πλοία στο Αιγαίο είναι Ελληνικά.

Όπως φαίνεται, την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης, η πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες είναι μία κατάσταση μόνιμη. Για όσα όμως υπέφεραν οι ελληνικοί πληθυσμοί ευθύνη έχουν και οι χριστιανικές δυνάμεις της Ευρώπης. Η στάση που κράτησαν, ως ένα βαθμό, νομιμοποιούσε τη δραστηριότητα των πειρατών, αφού κατά καιρούς είχαν συναλλαγές με τους πειρατές. Η Βενετία φερ’ειπείν κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ηρακλείου από τους Τούρκους είχε στρατολογήσει πειρατές για να αμυνθεί. Οι Ρώσοι, όταν κατέβηκαν στο Αιγαίο (18ος αι.), είχαν επανδρώσει τα πλοία τους και με πειρατές από τη Μάνη, την Πρέβεζα και άλλες περιοχές. Ευρωπαίοι διπλωμάτες φανερά συναλλάσσονταν με ομοεθνείς τους, συνήθως, πειρατές. Ο Π. Ζερλέντης υποστηρίζει ότι Ιησουΐτες και Καπουτσίνοι εμπλέκονταν στην πειρατεία. Καθολικοί ιερείς δέχονται ως προσφορές για τις εκκλησίες πειρατικές λείες και ομόθρησκους τους πειρατές τους ενταφιάζουν στους περιβόλους των ναών.

ΜΠΡΙΚΙ - ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΕΥΚΙΝΗΤΟ - ΤΟ ΠΙΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ

Σημαντική πτυχή του φαινομένου, που αιτιολογεί εν μέρει και την έκταση που πήρε η πειρατεία στα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης, είναι οι συναλλαγές πειρατών και εμπόρων, ντόπιων και μη. Η εκποίηση της λείας απέφερε τεράστια κέρδη στους εμπόρους, αλλά διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα και τις πειρατικές επιδρομές, εφ» όσον υπήρχαν αγοραστές. Η Κίμωλος και η Μήλος ήταν νησιά όπου πραγματοποιούνταν τέτοιου είδους συναλλαγές. Το ίδιο όμως γινόταν και αλλού. Το Αλγέρι τον 16ο αι. είχε πληθυσμό 100.000 που ζούσε αποκλειστικά από την πειρατεία. Ακόμη ήταν μονίμως εγκαταστημένοι εκεί έμποροι από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

ΤΟ ΑΛΓΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΚΜΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ

ΓΝΩΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

  • Το 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα η πειρατεία οργίαζε κυριολεκτικά. Εδώ θα παρακολουθήσουμε τη σχετική καταστρεπτική δράση της στο Αιγαίο.
  • Η Νάξος, ως το μεγαλύτερο Κυκλαδονήσι και σχετικά πλουσιότερο, κυρίως στην κτηνοτροφία, δοκίμασε τις συχνότερες επιθέσεις τους.
  • Στην Αστυπάλαια παίχθηκε μια από τις πιο δραματικές σκηνές της ιστορίας της πειρατείας στο Αιγαίο. Σε επιδρομή του Εξωμότη πρώην χριστιανού πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, από την Μυτιλίνη, Ολόκληρος ο πληθυσμός του νησιού, για δεύτερη φορά στην ιστορία του, ολοκληρωτικά αφανίζεται.
  • 1724, 24 Οκτωβρίου: «Ερχόμενος ο καραβοκύρης ο Παναγιώτης της Περέτας με την σακολέβαν εις την Αξίαν, έτυχε από ριζικόν ανάμεσα την Μύκονον και την Αξίαν και τους έπιασε και τους σκλάβωσε ο Καπετάν Τζουανίνος με το καράβιν του και καπετάν Αντώνης με μιαν ταρτάνα και τους επήρεν ό,τι κι αν είχαν άσπρα, πράμα και τα ρούχα τους και τους άφησαν το καΐκι με τους ανθρώπους γυμνούς και ήλθαν εδώ εις την Αξίαν καθώς όλοι τους είδασιν».
  • 1808, 15 Δεκεμβρίου: «Νύχτα επιτεθήκανε οι σπαντίδοι σ’ ένα άλλο καΐκι του Μιχελή Ρεΐζη, λίγο έξω από την Τήνο, ενώ αρμένιζε για την Αξία. Οι κουρσάροι σέρνοντας κατόπιν το πλεούμενο, φτάσανε στην Αντίπαρο. Εκεί ληστέψανε όλους τους επιβάτες του και δεν τους άφησαν παρά μόνον την ψυχήν και τα παλαιόρουχα που φορούσαν».
  • Ναξία, 1816, 2 Απριλίου: «Ένα άλλο κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή του στη Σκινούσα αιχμαλωτίζει μια βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτου Ρώσου, σαν ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά που έρχεται στη Χώρα της Νάξου» (Bislut, «Archipelagus turbatus», Istanbul 1982).
  • Από ανέκδοτο ημερολόγιο του αγγλικού προξενείου στη Νάξο στα 1811 μαθαίνουμε για το Γάλλο κουρσάρο Τζουστινιάνι και τη δράση του στη Νάξο. Ο κουρσάρος Tζουστινιάνι, σύμφωνα με επιστολή τής 30ής Ιουλίου του 1812 κάποιου Αξιώτη, «τρεις μήνες εδώ κατακαθητός με τα αρμαμέντα του και πιάνει και ψηλαφά τα γράμματα -σαν να ήταν κύριος πλέον του τόπου, καθώς θέλετε πληροφορηθεί εις πλάτος από τα γράμματα όπου σας στέλνω με τον κουρσαμένον πραγματευτήν ονόματι Εμμανουήλ Σεργόπουλον και εκ στόματος του Mr Cardrigt, πραγματευτού Εγγλέζου, όπου εκουρσάθη ωσαύτως απ’ έξω από την Μήλον από ένα άλλον κουρσάρικον με παντιέρα ιτάλικα…».
  • 1734, Πάρος. Υπήρξαν περιπτώσεις κουρσάρων και πειρατών που βαριεστημένοι από την πειρατική ζωή, αποφάσιζαν, αφού παντρεύονταν στα νησιά, να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους ήσυχα και ειρηνικά. Για να νομιμοποιήσουν όμως αυτόν τον αποχρωματισμό τους, ιδιαίτερα οι πειρατές, έπρεπε να εφοδιαστούν με κατάλληλο έγγραφο από τη νοταρία του τόπου τους. Τέτοια έγγραφα έχουμε αρκετά των ετών 1734, 1741, 1744 κ.ά.
  • Σύρος, 1720. Στα 1720 «οι επιδραμόντες κουρσάροι επέτυχον να συλλάβουν τον παρεπιδημούντα τότε επί της νήσου καδήν και η Κοινότης ηναγκάσθη τους μεν κουρσάρους να ταΐσει και να περιποιηθεί, να εξαγοράσει δε τα ενδύματα του καδή χωρίς όμως να εξαγοράσει και τον ίδιον».
  • Στα 1723 οι Συριανοί πιάνουν αιχμαλώτους δύο κακότροπους σπαντίδες (πειρατές) και τους στέλνουν στους Τούρκους, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν. Δεν έστειλαν όμως μαζί και τα όπλα τους και οι Τούρκοι τους απείλησαν να τα στείλουν αμέσως. Πολλές φορές οι Συριανοί βοηθούσαν τους Φράγκους κουρσάρους σε βάρος των Τούρκων κι αυτό φυσικά οι Τούρκοι δεν τ’ άφηναν ατιμώρητο.
  • Από έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1723, μαθαίνουμε ότι ο καραβοκύρης Κωνσταντίνος Βουτζίνος «όπου επήγαινε στο ταξίδι στην Αξιά επιάστηκε από τους αναθεματισμένους τους κουρσάρους και τους έγδυσαν και τους τραβούσαν έως τις Δήλες».
  • Σε άλλο έγγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όμως με το να ευρεθούνε οι καταραμένοι οι κουρσάροι στο δρόμο τσ’ επιάσανε και τις εγδύσανε και χαθήκανε και τ’ άσπρα. Παρεκτός είχεν του γράψει η λεγομένη Νικολέττα να μην κακοκαρδίζεται πως εχαθήκανε τ’ άσπρα εωσότις η ζημία είναι δική της. Πολλάκις δε οι συλλαμβανόμενοι εδουλώνοντο και διά την εξαγοράν των εχρεούντο οι οικείοι των μεγάλα ποσά ή παρέμενον σκλάβοι επί έτη. Οι κάτοικοι της πτωχής νήσου μας καθ’ όλην την διάρκειαν της τουρκοκρατίας εβίωσαν υπό την διαρκήν απειλήν πειρατών, κουρσάρων και πάσης φύσεως κλεπτών, κακοποιών και επιδρομέων καθιστώντας την διαβίωσίν των πολύ περισσότερον δραματικήν παρ’ όσον αυτή αύτη η τουρκική δεσποτεία».
  • Στους πρώτους μήνες του Ρωσοτουρκικού πολέμου παρατηρήθηκε έντονη πειρατική δράση στο Αιγαίο. Οι κυριότεροι πειρατές ήταν την εποχή αυτή οι Σφακιώτες και οι Αλβανοί, που μαζί επιτέθηκαν στα 1770 στη Σύρο. Την επιδρομή αυτή περιγράφει ο ιστορικός της Σύρου, πατέρας Δελλαρόκας.
  • Στα 1771 ο τρομερός πειρατής, η φοβερή μάστιγα της εποχής, ο λήσταρχος Μητρομάρας, ο ατρόμητος, με 32 Αλβανούς προέβη σε επιδρομή κατά της Σύρου για να τη λεηλατήσει. Πληγώθηκε όμως από το νέο Αντ. Ρώσση και υποχρεώθηκε να φύγει.
  • Το 1772 ο ρωσικός στόλος καταδίωξε συστηματικά τους πειρατές, που για ένα διάστημα φάνηκε να έχουν εξαφανιστεί…
  • Πολλά έγγραφα αναφέρονται σε διάφορες πειρατικές επιδρομές σε απόμερους κάβους. αλλά και μες στο ίδιο το λιμάνι της Σύρου. Διάφοροι πειρατές και κουρσάροι άρπαζαν πλοία με το φορτίο τους και τα μεταπουλούσαν κατόπιν στους κατοίκους του νησιού ή σε διάφορους καραβοκύρηδες, συνελλάμβαναν αιχμαλώτους Τούρκους για να πάρουν κατόπιν λύτρα για την εξαγορά τους και γενικότερα λεηλατούσαν το νησί ανάλογα με τα γούστα τους.
  • Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1781 οι επίτροποι της Σύρου παρακαλούν τον Δημητράκη Μαυρογένη, βοεβόδα της Μυκόνου, να πληροφορήσει τον καπουδάν πασά, πως στις 28 Ιουλίου του 1781 Μαλτέζοι πειρατές απήγαγαν από το λιμάνι της Σύρας ένα σαμπίκο κρητικό, φορτωμένο σαπούνι και λάδι, σε συνεννόηση και με τις πλάτες των Τούρκων.
  • Στις 19 Νοεμβρίου 1787, η Σύρος διατρέχει νέο κίνδυνο λεηλασίας και καταστροφής της από Καρυστινούς και άλλους πειρατές. Γι’ αυτό οι κάτοικοί της στέλνουν εσπευσμένα επιστολή προς τους Τούρκους ζητώντας την προστασία του νησιού τους από τους πειρατές.
  • Στις 23 Φεβρουαρίου του 1795, ωστόσο, ο Τούρκος καπετάνιος Αλής συγκρούστηκε με Μαλτέζους πειρατές, πάλι μες στο λιμάνι της Σύρου, με αρκετές απώλειες κι από τα δύο μέρη.
  • Οι επιδρομές των κουρσάρων στη Σύρο, καθώς και στα γύρω ξερονήσια, ήταν συχνές και καταστροφικές. Άρπαζαν και λεηλατούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, κυρίως ζώα, πλεούμενα, έγδυναν σπίτια, σκότωναν ανθρώπους. Από έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1811 μαθαίνουμε πώς «ο Συριανός έμπορος Λινάρδος Βαμβακάρης αγόρασε σε πλειστηριασμό από έναν κουρσάρο στο λιμάνι της Σύρου μια μπομπάρδα φορτωμένη κρασί και πώς στη συνέχεια ένα εγγλέζικο μπρίκι μπαίνοντας στο λιμάνι της Σύρου και βρίσκοντας την κουρσεμένη μπομπάρδα, την κατέλαβε και τη ρυμούλκησε στη Σμύρνη, όπου παρέπεμψε και το διαμαρτυρόμενο αγοραστή να πάει για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του».
  • Ο καπουδάν πασάς συχνά έκανε την εμφάνισή του στο Αιγαίο για καταδίωξη των πειρατών. Όμως αυτό σήμαινε φορολογία των νησιωτών γι’ αυτό το σκοπό ή και καταστροφές από τους Τούρκους του πασά.
  • Πολλές παραδόσεις μιλούν γι’ αυτές τις επιθέσεις και άλλες στη Σύρο. Λένε ακόμη ότι ο Αϊ-Γιώργης ήταν προστάτης της Σύρου, όπως αναφέρεται και σε σχετικό δημοτικό τους τραγούδι.
    «Αϊ μου Γιώργη φύλακα, απάντα το νησί μας
    έβγα με την κοντάρα σου γιούργιαρε τσι εχθροί μας.
    Γύρω τριγύρω στο νησί πλανάρου οι γαλιώτες κι αφνήδια μας προβαίνουσι και μας πατούν οι κλέφτες.
    Και μπένου μέσ’ τις μάντρες μας, αρνιά δεν μας αφήνουν,
    τα πιο καλά μας πράματα τα τρώσι και τα πίνουν.
    Οι Τουρκοκλέφτες είν’ αυτοί που μας εβασανίζουν
    και τη ζωή μας πολλωνώ μας τήνε υστερίζουν.
    Λυπήσου Αϊ-Γιώργη μας εμάς και τα παιδιά μας
    Και γλύτωσέ μας γρήγορα από τα βάσανά μας.
    Αϊ-Γιώργη Καππαδόκε αδικοσκοτωμένε
    και διά την πίστι του Χριστού σκληρά βασανισμένε.
    Λυπήσου ναι και μας που βλέπεις τι τραβάμε
    διαφέντεψέ μας Άγιε μας να σε δοξολογάμε».

  • Η δραματική αυτή επίκληση της βοήθειας του προστάτη της Σύρου Αγίου Γεωργίου για τη σωτηρία των δεινοπαθούντων από τις πειρατικές επιδρομές άτυχων Συριανών δίνει μια καθαρή εικόνα του δράματος, των βασάνων, των μαρτυρίων που υφίσταντο τότε οι γεωργοί της Σύρου.
    Η πειρατεία στη Σύρο, όπως και στις άλλες Κυκλάδες, σταμάτησε, όπως προαναφέραμε, στα χρόνια του Καποδίστρια με τη δραστηριότητα εναντίον τους του ναυάρχου Μιαούλη. Το στήσιμο του αγάλματός του στην ομώνυμη πλατεία της Ερμούπολης, μπροστά από το δημαρχείο, ασφαλώς δεν είναι άσχετο και με την προσφορά αυτή του Μιαούλη στη Σύρο.
  • Πειρατείες υφίστατο και η Αμοργός, καθώς και τα γύρω νησάκια. Είδαμε έγγραφο της 2ας Απριλίου του 1816, σύμφωνα με το οποίο ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές, σε επιδρομή τους στη Σχοινούσσα, αιχμαλωτίζει μια ναξιώτικη βάρκα του Γιωργάκη Μπαρδάκα.
    Διάφορα έγγραφα και παραδόσεις δείχνουν πόσο υπέφερε παλιότερα το νησί της Αμοργού και τα γύρω νησάκια από τους ποικιλώνυμους πειρατές και τις ληστρικές επιδρομές τους. Η ζωή των Αμοργιανών, η τιμή και η περιουσία τους βρίσκονταν, την οποιαδήποτε ώρα, εκτεθειμένες στις άγριες διαθέσεις των ληστρικών κουρσάρων. Μια ζωή μαρτυρική, που σήμερα έμεινε πια στη μνήμη μας σαν θρύλος μακρινός και παραμύθι.
  • Η Φολέγανδρος στα 1715, η Κίμωλος, η Μήλος και οι άλλες Κυκλάδες υπέστησαν τα πάνδεινα από μέρους των άπληστων πειρατών και κουρσάρων, των γνωστών την εποχή αυτή ως «κλεφτοσφουγγαράδων».
  • «Η ετήσια επίσκεψις του ναυάρχου καπουδάν πασά εις τας Κυκλάδας -λέει ο Χ. Μουστάκας- και αι αιφνίδιαι πειρατών τινών αποβάσεις, διετήρουν τα πνεύματα εις ταραχήν τούτου δ’ ένεκεν νύκτα και ημέραν φρουροί εφ’ υψηλών σημείων της νήσου ιστάμενοι εφύλαττον τους κατοίκους, ειδοποιούντες τούτους περί της παρουσίας πειρατικού πλοίου, οπότε οι κάτοικοι έσπευδον να κλεισθώσιν εντός του Κάστρου μετά των ζώων αυτών, κλείοντες και τας πύλας».
  • Η Μήλος, εξαιτίας της επίκαιρης θέσης της -πέρασμα για Σμύρνη και Πόλη- αλλά και σαν καλό αραξοβόλι κι ορμητήριο για λεηλασίες, έγινε φωλιά πειρατών τόσο ντόπιων όσο και ξένων, σ’ όλο το διάστημα του 18ου ως το 19ο αιώνα. Στο τέλος του 18ου τόσο η Μήλος όσο και η Κίμωλος είχαν μεταβληθεί σε άντρο των πειρατών οι οποίοι διέτριβον στην Κίμωλο «ως και εν Μήλω καθ’ όλον τον χειμώνα διάγοντες εν ποτοίς και ευωχίαις και πάση άλλη ασωτία και κραιπάλη».
    Ο πρόξενος της Ολλανδίας στη Μήλο Ταταράκης σε επιστολές του προς τον πρεσβευτή του στην Πόλη στα 1748, 1751, 1754, 1761, 1787, 1815 διεκτραγωδεί τα βάσανα που υφίστανται οι κάτοικοι της Μήλου και ο ίδιος από τους αδίστακτους πειρατές και κουρσάρους.
    Τελικά και στη Μήλο το τελικό κτύπημα εναντίον των πειρατών δόθηκε επί Καποδίστρια από το ναύαρχο Μιαούλη.
ΓΑΛΙΟΤΑ - ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΕΥΚΙΝΗΤΟ - ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Αν στην Τουρκοκρατία η πειρατεία βρισκόταν στο απόγειο της, με την έναρξη της Επανάστασης εξαφανίζεται —τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια— όπως μας πληροφορεί ο Σπ. Τρικούπης. Η πειρατεία στα χρόνια του Αγώνα παρουσιάζει έξαρση την περίοδο κατά την οποία ο αιγυπτιακός στρατός και στόλος συμπράττει με τους Τούρκους, για να καταπνίξουν την Επανάσταση.

Ο αριθμός των ελληνικών πλοίων που επιδίδονται σε πειρατικές επιδρομές αυξάνεται σταθερά εξαιτίας της δυσμενούς τροπής που παίρνει ο Αγώνας. Στις αρχές του 1828 περισσότερα από 1.000 πλοία ασχολούνται συστηματικά με την πειρατεία και λυμαίνονται το Αιγαίο. Από τον Ελλήσποντο ως τη Ρόδο και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου οι πειρατές προκαλούν με τη δράση τους πάμπολλα προβλήματα. Αυτός τελικά που κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση ήταν ο Καποδίστριας, όταν ήρθε τον Ιανουάριο του 1828 στην Ελλάδα, για να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η καταστολή της πειρατείας υπήρξε άμεση και εντυπωσιακή. Οι Δυνάμεις βέβαια πίεζαν τον Καποδίστρια σ* αυτό το θέμα, γιατί βλαπτόταν σοβαρά το εμπόριο τους. Ο κυβερνήτης οργάνωσε δύο ναυτικές μοίρες με τον Κ. Κανάρη και τον Ανδρέα Μιαούλη και με την παράλληλη δράση των ξένων στόλων κατέστρεψε τα ορμητήρια του Αιγαίου.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ - Ο ΚΥΝΗΓΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ - Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΥΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥΣ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ Η ΑΝΔΡΙΩΤΙΚΗ ΡΗΣΗ <<ΚΙ΄ΑΝ Σ΄ΑΡΕΣΕΙ ΜΠΑΡΜΠΑ ΛΑΜΠΡΟ ΞΑΝΑΠΑΙΡΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΔΡΟ>>

Η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1930 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία.

Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε ότι, καθώς προχωρούμε μέσα στον 19ο αι., τα κρούσματα πειρατικών επιδρομών γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ’ ό,τι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.


ΣΤΗ ΘΑΣΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Υπάρχουν οι μεγάλες οροσειρές της Ευρώπης, τα Πυρηναία, οι Αλπεις, τα Καρπάθια, τα Βαλκάνια, αλλά στην Ελλάδα υπάρχουν και τα νησιά του Αιγαίου. Ποιο το ζητούμενο; Ενα κοινό χαρακτηριστικό τους: ο πλούτος σε μεταλλικά ορυκτά. Κάτι μάλιστα που στον ελλαδικό χώρο είχε εντοπιστεί ήδη από την ανώτερη νεολιθική εποχή, δηλαδή περί το 18000 π.Χ., έτσι που οι εξορύξεις ώχρας στον λόφο Τζίνες της Θάσου να αποτελούν, με τα ως τώρα δεδομένα, την αρχαιότερη μεταλλευτική δραστηριότητα στην Ευρώπη. Τα ορυχεία (όρος στον οποίο περιλαμβάνονται και τα μεταλλεία και λατομεία) των νησιών του Αιγαίου της βιομηχανικής εποχής είναι το αντικείμενο που διερευνήθηκε από ομάδα επιστημόνων με συντονισμό του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Και το αποτέλεσμα είναι ένας τόμος βιομηχανικής αρχαιολογίας («Ορυχεία στο Αιγαίο», εκδόσεις Μέλισσα), στον οποίο εξετάζεται η εξορυκτική δραστηριότητα σε 35 νησιά του Αιγαίου κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Αλλά επειδή η ιστορία είναι πολύ παλιά, η αρχή της δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην αρχαιότητα. Γιατί από πολύ νωρίς οι κάτοικοι του Αιγαίου είχαν αρχίσει να εκμεταλλεύονται τους φυσικούς πόρους των νησιών είτε για να κατασκευάσουν τα σπίτια τους είτε για να δημιουργήσουν έργα τέχνης ή ακόμη κάνοντας εξαγωγές των πρώτων υλών που εξορύσσονταν, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου, τη διεύρυνση της επικοινωνίας, την αύξηση του πλούτου. Εντυπωσιακή μάλιστα υπήρξε εξαρχής η εφευρετικότητα των ανθρώπων προκειμένου να πάρουν την πολύτιμη ύλη. Κέρατα ελαφιού είχαν χρησιμοποιηθεί ως σφήνες, ενώ οι κροκάλες από τα ποτάμια ήταν τα εργαλεία κρούσης των ανθρώπων στις Τζίνες της Θάσου, όπως αναφέρει στο κείμενό της για τις «Εξορυκτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας» η αρχαιολόγος κυρία Λίνα Μενδώνη.

Περίφημη θα πρέπει να υπήρξε και η Μήλος κατά την προϊστορία, λόγω του οψιδιανού (ύλη κατάλληλη για κατασκευή μαχαιριών) που εξαγόταν σε όλη τη Μεσόγειο ως και την Αίγυπτο, τουλάχιστον από τη μεσολιθική εποχή (8000 π.Χ.). Τα πρώτα δείγματα μεταλλουργίας χαλκού όμως εμφανίζονται στη Θάσο κατά τη νεότερη νεολιθική εποχή (5000 π.Χ.). Μία χιλιετία μετά, τα μέταλλα κάνουν την «εμφάνισή» τους και νοτιότερα: μεταλλουργικά λείψανα της εποχής έχουν εντοπιστεί στην Κεφάλα της Κέας, χάλκινα αντικείμενα έχουν βρεθεί στη σπηλιά Ζα της Νάξου, ενώ χρήση χαλκού βεβαιώνεται και στη Θάσο. Η διάδοση του νέου υλικού εξάλλου θα αλλάξει άρδην τη ζωή των ανθρώπων. Και, όπως σημειώνει η κυρία Μενδώνη, «η νέα τεχνολογία σήμαινε και νέες ιδέες και νέα δυναμική στο πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της πρώιμης εποχής του χαλκού (δηλαδή η 3η χιλιετία π.Χ.)».

Χαρακτηριστικοί είναι οι οχυρωμένοι οικισμοί που έρχονται στο φως από τις ανασκαφές στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ιμβρος, Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σκύρος), οι οποίοι είχαν εμπλοκή στη μεταλλουργία. Τα παράδειγμα της Πολιόχνης στη Λήμνο ίσως υπερέχει μάλιστα, γιατί δεν είναι τυχαίο ότι το νησί σχετίζεται και με την Αργοναυτική Εκστρατεία και την αναζήτηση της τεχνικής για την παραγωγή του χρυσού.

Τ ην ίδια εποχή τον δικό τους ρόλο διαδραματίζουν οι Κυκλάδες, όπου εξαπλώνεται η εξόρυξη μαρμάρου, με το οποίο παράγονται χρηστικά και λατρευτικά αντικείμενα, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται η επεξεργασία των μετάλλων: στην Κύθνο, στη Σίφνο, στη Σέριφο, στην Ανδρο, στην Κέα. Η «μηλία γη» ήταν διάσημη για τη ζωγραφική και τη φαρμακευτική, το ίδιο και η «κιμωλία γη» για τη φαρμακευτική, την υφαντουργία, την υγιεινή. Η Νάξος εξάλλου ήταν ονομαστή για τα πλούσια κοιτάσματα σμύριδας και μαρμάρου, το οποίο μαζί με αυτό της Πάρου ήταν τα καλύτερα (το πλέον διάσημο είδος «παρίας λίθου» ήταν ο λυχνίτης: καθαρός, κατάλευκος, διαφανής). Στη Θάσο όμως έχει αρχίσει από τον 6ο αιώνα π.Χ. η εξόρυξη χρυσού (άργυρος εξορυσσόταν από την πρώιμη χαλκοκρατία), η Λέσβος, η Σκύρος και η Σκυροπούλα είχαν λατομεία μαρμάρου, τραβερτίτη είχε η Κως…

Σε ποια κατάσταση βρίσκονται όλα αυτά σήμερα; Κάθε περίπτωση και ιαφορετική. Με ζητούμενο όμως πάντοτε την προστασία τους.