ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΟ ΤΖΩΝ ΜΑΚ ΔΟΥΑΛ (JOHN MAC DUELL) – Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


ΤΖΩΝ ΜΑΚ ΔΟΥΑΛ - JOHN MAC DUELL

Ο Τζών Μακ Δούαλ με την πραγματικά τυχαία αλλά εκρηκτική παρουσία του στον Ελλαδικό χώρο σηματοδότησε την  ανάπτυξη της χώρας στην βιομηχανική εποχή αλλά και στην νέα εποχή που ανοιγώταν στην ναυτική της παρουσία.

Η ιστορία του Μακ Δούαλ στην Ελλάδα ξεκινά το έτος 1855, όταν σε ηλικία 25 ετών, μηχανικός του Βρετανικού Εμπορικού Ναυτικού, καταυθάνει με εμπορικό πλοίο στο λιμάνι της Πάτρας, όπου στο ναυλωτικό γραφείο του Κου Βαλέριου γνώρισε κατά τύχη τον απαρχαιομένο και προβληματικό τρόπο άλεσης των σιτιρών που ως αποτέλεσμα είχε την  παραγωγή κακής ποιότητας αλεύρου για την παραγωγή ψωμιού, λόγω της έλλειψης μηχανημάτων καθώς την εποχή εκείνη στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ατμοστρόβυλοι και η παραγωγή γινόταν με την χρήση ανεμόμυλων. Αμέσως κατενόησε ότι η Ελλάδα ήταν χώρα βιομηχανικά ανεκμετάλευτη και πρόσφορη για τέτοια δραστηριότητα.

          Αμέσως κατέστρωσε σχέδιο για την μόνιμη εγκατάστασή του στην χώρα, για την δημιουργία μονάδας βιομηχανικής παραγωγής. Μετά την πάροδο 3 ή 4 ετών εγκαταλείπει την Αγγλία και καταυθάνει στην Σύρο όπου καταφέρνει να προσληυθεί αρχικά, ως μηχανικός στην ΑΤΜΟΠΛΟΪΑ ΣΥΡΟΥ. Με την δραστηριότητά του αυτή καταφέρνει να μαζέψει τα πρώτα κεφάλαια με τα οποία μετέβει μετέπειτα στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της χώρας, τον Πειραιά, όπου και ιδρύει μαζί με τον επιχειρηματία Σεφερλή, ατμόμυλο για την βιομηχανική παραγωγή αλεύρου.

          Η επιχειρηματική επιτυχία ήταν, όπως αναμενώταν, μεγάλη. Η οικονομικότερη, ποιοτικότερη και γρηγορότερη εκμετάλευση των σιτιρών άλλαξε τον τρόπο παραγωγής και εκμετάλευσης του βασικότερου είδους διατροφής σε ολόκληρη την χώρα. Στο σημείο αυτό ο Μακ Δούαλ αποκτά και την Ελληνική υπικοότητα.

Το έτος 1868 ήταν καθοριστικό για την μετέπειτα πορεία του. Αυτό το έτος οδηγήται σε οικονομική καταστροφή και κλήνει το πανίσχυρο μηχανουργείο Βασιλειάδη. Ο Μακ Δούαλ αρπάζει την ευκαιρεία και ιδρύει το δικό του μηχανουργίο – εργοστάσιο στον Πειραιά, κάνοντας το όνειρό του πραγματικότητα. με την ευφυία, την φιλοπονία και την πρακτικότητα που τον διέκρινε κατέστησε το εργοστάσιό του το σημαντικότερο όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

          Στο μηχανουργίο – εργοστάσιο του Μακ Δούαλ εργάζονταν περίπου 420 εργάτες και τεχνίτες υπο την αυστηρή και καθοριστική επίβλεψή του, αριθμός τεράστιος για την βιομηχανική πραγματικότητα της χώρας, όχι μόνο την εποχή αυτή αλλά και μέχρι σήμερα. Στο μηχανουργίο – εργοστάσιο κατασκευάζονταν μικροί και μεγάλοι ατμόμυλοι καθώς και άλλα σημαντικά για την χώρα βιομηχανικά δημιουργήματα, καθοριστικά για την είσοδό της στην βιομηχανική εποχή. Μερικά απο τα σπουδαιότατα δημιουργήματά του είναι οι ατμόμυλοι του Αρ. Παπαγεωργόπουλου (πρώην Γαρουφαλή) στον Πειραιά και Βασ. Καράμπελα στην Πάτρα αξίας 300,000 δραχμών (επενδύσεις τεράστιες για την εποχή) ο καθένας. Ο τεράστιος ατμόμυλος κληρονόμων του Γκιριτλί Μουσταφά Πασά στην Κωνσταντινούπολη, με τηντεράστια μηχανή των 300 ίππων με δύο χαλύβδυνους λέβητες και με δέκα ζεύγη μυλολίθων. Επίσεις ο εξίσου μεγάλος ατμόμυλος του Άγγλου Πάττερσον στην Σμύρνη, είναι δημιούργημα του μηχανουργίου Μακ Δούαλ.

          Επίσεις το εργοστάσιο Μακ Δούαλ παρήγαγε σπουδαιότατα μηχανήματα με τα οποία εφοδίασε τόσο την αγορά της χώρας όσο και τις αγορές του εξωτερικού όπως, ελαιουργικές μηχανές, υδραυλικές μηχανές έως και 300 τόννων, κλωστικές μηχανές, νηματουργικές και άλλες, υποστηρίζοντας σε εθνικό πλέον επίπεδο την βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Για το έργο αυτό τιμήθηκε με πληθώρα διακρήσεων, επαίνων και παρασήμων απο το Ελληνικό Κράτος.

         Αν στο χώρο της βιομηχανίας το μηχανουργίο Μακ Δούαλ διέπρεψε για την εκβιομηχάνηση της χώρας, στο χώρο της ναυτιλίας έφερε πραγματική επανάσταση κατασκευάζοντας το 1893 το πρώτο μεταλικό ατμοκινούμενο με άξονα προπέλας πλοίο, το επιβατηγό Αθηνά, το οποίο σήμερα βρήσκεται βυθισμένο στη νησίδα Σύρνα του νησιωτικού συμπλέγματος της Αστυπάλαιας και σε βάθος 39 μέτρων.

Advertisements

ΧΑΛΕΠΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (ΓΛΥΠΤΗΣ)


ΧΑΛΕΠΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στοΒουκουρέστι, την Σμύρνη και τονΠειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τονΛεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελληνίου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στοΜόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Ένα από τα πιο ονομαστά γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1876 επέστρεψε στηνΑθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το1942.

Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.

Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκονγκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στοΆσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».


Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΦΕΝΤΑΚΗ ΣΤΟ Α ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΙΕΖΗΣ (ΖΩΓΡΑΦΟΣ)


Ο Ανδρέας Κριεζής (1816-1880) ζωγράφος.

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ήταν γιος του εμποροπλοιάρχου Δημητρίου Κριεζή (1738-1840), γνωστού και ως Χατζημπίρε, γόνου της αρχοντικής Υδραϊκής οικογένειας Κριεζή. Πιθανότατα ήταν αδερφός του μετέπειτα πρωθυπουργού Αντωνίου Κριεζή. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι και ασχολήθηκε με τις αγιογραφίες και τις προσωπογραφίες. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίστηκε καθηγητής Ιχνογραφίας στο Γυμνάσιο Σύρου, στο οποίο και υπήρξε δάσκαλος του πατέρα της Ελληνικής θαλασσογραφίας Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Τα γνωστά του έργα είναι λιγοστά και φυλάσσονται στο Μουσείο Μπενάκη, στο Ιστορικό αρχείο Ύδρας, στην πινακοθήκη Κουτλίδη κ.α. Τα κυριότερα είναι οι πρωσοπογραφίες του Χριστοπούλου (1846) και ενός μέλους της οικογένεια Κριεζή, η άφιξις του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ κ.α.

Απεβίωσε το 1880 και ήταν παντρεμένος με την Αρχόντω Ραφαλιά.

ΑΦΙΞΗ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΕΛΛΗΝΟΣ ΕΜΠΟΡΟΥ ΤΗΣ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΨΑΡΙΑΝΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΟΘΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ: Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑΣ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ

Ο Βολανάκης γεννιέται στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 17 Μαρτίου 1837. Ως τόπος καταγωγής έχουν αναφερθεί τα χωριά «Μπολάνια» του Ηρακλείου –εξ ου και το όνομα Βολανάκης-, αλλά και το χωριό «Βολάνη» Ρεθύμνου. Στο Ηράκλειο τελειώνει το Σχολαρχείο.

Από το 1851 ως το 1855 Φοιτά στο Ελληνικό Σχολείο Ερμούπολης Σύρου όπου είχε μεταφερθεί η οικογένεια για επαγγελματικούς λόγους. Σύμφωνα με νεώτερες έρευνες, φαίνεται πως ο Βολανάκης δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις γυμνασιακές του σπουδές.

Καθηγητής Ιχνογραφίας την ίδια εποχή (1851-1868) ήταν στο Ελληνικό Σχολείο όπως και στο Γυμνάσιο της Ερμούπολης ο σημαντικός ζωγράφος Ανδρέας Κριεζής (Ύδρα 1813 – μετά το1877). Η αξιοσημείωτη αυτή σύμπτωση συνδέει αναγκαστικά τους δύο αυτούς νεοέλληνες ζωγράφους με σχέση δασκάλου-μαθητή.

Το 1856 Ταξιδεύει στην Τεργέστη όπου ήταν εγκατεστημένος ο Γεώργιος Αφεντούλης, έμπορος ζαχάρεως και αδελφός του Θεοδώρου, συζύγου της αδελφής του Πολυξένης. Προσλαμβάνεται στο λογιστικό τμήμα της επιχείρησης. Κάτω από τα λογιστικά βιβλία, ο νεαρός Βολανάκης σκιτσάρει. Η υπόλοιπη οικογένεια μεταφέρεται στον Πειραιά, όπου ο αδελφός του Αθανάσιος ιδρύει το 1869 το πρώτο νηματουργείο και το 1873 εργοστάσιο αγγειοπλαστικής.

Ο Αφεντούλης ενθαρρύνει τον Βολανάκη να αξιοποιήσει το ταλέντο του και τον στέλνει με δική του οικονομική υποστήριξη στο Μόναχο. Το 1864 σε ηλικία 27 ετών, εγγράφεται στη Βασιλική Ακαδημία των Τεχνών στο Μόναχο. Στην παραδοσιακά φιλελληνικότερη ευρωπαϊκή αυτή πόλη, συνδέεται με τον Νικόλαο Γύζη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Πολυχρόνη Λεμπέση και τον Γεώργιο Ιακωβίδη.

Σύντομα θα γίνει δεκτός στο απαιτητικό εργαστήριο καθηγητή Karl Theodor von Piloty. Στα πλούσια μουσεία του Μονάχου θα γνωρίσει την ολλανδική θαλασσογραφία του 17ου αιώνα και τους εκπροσώπους της ιταλικής πανοραμικής άποψης πόλεων, και θα γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της θαλασσογραφίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1866 προκηρύσσεται διαγωνισμός για την απεικόνιση της ναυμαχίας της Λίσσας, ναυτικού επεισοδίου κατά τη διάρκεια των πολεμικών συρράξεων μεταξύ Αυστριακών και Ιταλών με νικητές τους Αυστριακούς.

Η συμμετοχή του στον διαγωνισμό αυτό τον καθιστά ευρύτερα γνωστό. Το ίδιο έτος χρονολογείται η πρώτη θαλασσογραφία του Βολανάκη: «Ψαρόβαρκες στην παραλία της Τεργέστης»
Ένα χρόνο αργότερα βραβεύεται για τα σχέδια και τις σπουδές για τη ναυμαχία αυτή, βραβείο που του αποφέρει ένα ταξίδι σχεδόν δύο χρόνων με αυστριακό πολεμικό πλοίο στα λιμάνια της Αδριατικής, ούτως ώστε να γνωρίσει καλά τη μορφολογία του τοπίου όπου έλαβε χώρα η ναυμαχία.

Πλουτίζει τις γνώσεις του μελετώντας και σχεδιάζοντας λεπτομερώς πολεμικά πλοία αλλά και όλων των ειδών τα σκάφη που ταξιδεύουν εδώ. Κατακτά το ιδίωμα του θαλασσογράφου και πλοιογράφου.
Ο Βολανάκης εκτελεί σε ελαιογραφία το 1868 Το «Πλοίο της γραμμής ‘Κάιζερ’ στη ναυμαχία της Λίσσας», που είναι ο τίτλος που δίνει ο ίδιος στο έργο του που παρουσιάζεται στην «Ετήσια Διεθνή Έκθεση της Καλλιτεχνικής Εταιρείας» στη Βιέννη.

Προκαλεί εντύπωση και αγοράζεται για το Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ για 1000 φιορίνια. Σήμερα το εξαίρετο αυτό έργο βρίσκεται στην Hofburg, στα πρώην αυτοκρατορικά ανάκτορα, στην Βιέννη. Από τη χρονιά αυτή και αργότερα αρχίζει να συμμετέχει συστηματικά σε ομαδικές εκθέσεις στο Μόναχο και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, και αναδεικνύεται.

Το 1874 νυμφεύεται στην Ελλάδα την Φανή Ιωάννου Χρηστίδου από τη Ζαγορά. Σύμφωνα με ορισμένες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, διορίζεται επιμελητής σε εργαστήριο της Ακαδημίας του Μονάχου. Το 1881 εκθέτει για πρώτη φορά θαλασσογραφίες του στην Αθήνα. Το 1882 τοποθετείται στο Υπουργείο Ναυτικών το έργο του: «Η εν Σαλαμίνι ναυμαχία» Ολοκληρώνει την «Πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη». Είναι το προοίμιο της ελληνικής περιόδου.

Το 1883 αποφασίζει την επιστροφή στην Αθήνα, καθώς το κλίμα του Μονάχου βλάπτει την σύζυγό του. Αποδεικνύεται ότι η επιστροφή αυτή τον έβλαψε στην επαγγελματική του εξέλιξη. Ενεργεί ώστε να διοριστεί καθηγητής του Πολυτεχνείου.

Ο Γύζης, σε μια προσπάθεια εκλογίκευσης τον προειδοποιεί: «Θα πας σ’ έναν τόπο, όπου πουλούν τις εικόνες στον Τινάνειο κήπο», εννοώντας ότι η πραγματική ζωγραφική απαξιώνεται ενώ πωλούνται αποκλειστικά λαϊκές εικονογραφήσεις στον κήπο του Πειραιά. Εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου διατηρεί και το ατελιέ του.

Εκεί διαμένει μέχρι το θάνατό του. Διδάσκει στο Σχολείο των Τεχνών (Πολυτεχνείο) ως το 1903, οπότε και παραιτείται για λόγους υγείας.

Το 1886 εκθέτει στο δημαρχείο του Πειραιά «Το λιμάνι του Πειραιά από την βασιλική προβλήτα» και στη συνέχεια συμμετέχει με έργα του σε πολλές εκθέσεις

Το 1891 εκτίθεται το έργο μεγάλων διαστάσεων: «Το λιμάνι του Πειραιά από την βασιλική προβλήτα», «Η αποβίβαση της πριγκίπισσας Σοφίας στο λιμάνι του Πειραιά» και το 1892: «Στον Κεράτιο κόλπο» με τίτλο «Κωνσταντινούπολις».

Το 1896, με πρωτοβουλία διαφόρων καλλιτεχνών ιδρύεται υπό την διεύθυνση του Βολανάκη στον Πειραιά σχολή ζωγραφικής, το «Καλλιτεχνικόν Κέντρον», σε χώρους που έχει παραχωρήσει ο Δήμος Πειραιώς.

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Το 1907, ο Βολανάκης πεθαίνει –φτωχός και ξεχασμένος- από τα επακόλουθα της κήλης από την οποία έπασχε. Κηδεύεται μια ημέρα αργότερα, ημέρα των Δημοτικών Εκλογών. Πέντε άνθρωποι ακολούθησαν την κηδεία.

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΘΜΟΥ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ ΜΕ ΒΕΡΚΕΣ
ΒΑΡΚΑ ΣΕ ΚΑΡΑΒΙ
ΑΠΟΒΙΒΑΣΗ

ΚΑΡΑΒΙΑ ΑΡΟΔΟΥ

ΚΑΡΑΒΙ ΣΕ ΤΡΙΚΥΜΙΑ

ΛΙΜΑΝΙ
ΠΟΡΕΙΑ

ΛΙΜΑΝΙ ΒΟΛΟΥ

ΠΕΘΑΝΕ ΠΡΟΩΡΑ Ο ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝ/ΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ


 


Ο επιστήμονας που κατάφερε να φέρει κόσμο στο έως χθες άγνωστο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, έφυγε σε ηλικία 59 ετών
Τολμηρός, παθιασμένος, χαρισματικός, πρωτοπόρος. Πήρε στα χέρια του ένα ξεχασμένο μουσείο και κατάφερε να το μετατρέψει σε πόλο έλξης. Πριν προλάβει όμως να χαρεί το δημιούργημά του- το ανακαινισμένο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο- ο Δημήτρης Κωνστάντιος άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί του Σαββάτου, νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία 59 ετών.

Έντεκα χρόνια κράτησε το τιμόνι του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Έντεκα χρόνια που αποδείχθηκαν αρκετά για τον δραστήριο αρχαιολόγο και καθηγητή πανεπιστημίου (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) για να αλλάξει το τοπίο. Ύστερα από μια μακρά και επιτυχημένη πορεία σε κομβικές θέσεις του υπουργείου Πολιτισμού (είχε διατελέσει προϊστάμενος της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων) βρήκε άπλετο χώρο για να υλοποιήσει το όραμά του: ένα μουσείο ανοιχτό στο κοινό. Ένα μουσείο που να έχει θέση στον πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας. Και το κατάφερε δημιουργώντας όχι μόνο ένα καλοστημένο μουσείο με την τελευταία λέξη της σύγχρονης μουσειολογίας, αλλά και με πλήθος εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ξεναγήσεων.

«Νομίζω ότι η βυζαντινή τέχνη είναι ακόμα άγνωστη αλλά ταυτόχρονα διαστρεβλωμένη. Χρειάζεται να την προσεγγίσουμε όχι μέσα από τους «ιδεολογικοποιημένους» φακούς του παρελθόντος, αλλά με όλα τα στοιχεία της σύγχρονης έρευνας», έλεγε στα «ΝΕΑ». Και ονειρευόταν μια μόνιμη συλλογή που να καταρρίπτει μύθους και να διηγείται την Ιστορία μέσα από τα εκθέματα. Γι΄ αυτό και ήταν περήφανος για την επανέκθεση των συλλογών του μουσείου- και ιδιαιτέρως για το τμήμα που αφορά την εποχή από την Άλωση της Πόλης έως σήμερα που δεν πρόλαβε να εγκαινιάσει (τα εγκαίνια είχαν οριστεί για τις 10 Μαρτίου).

Επεδίωξε να δημιουργήσει έναν χώρο πολυσυλλεκτικό που να μπορεί να συγκεντρώσει κάτω από τη στέγη του πολλά διαφορετικά στοιχεία του πολιτισμού. Και το πέτυχε φιλοξενώντας ανάμεσα στα πολύτιμα κειμήλια εκθέσεις για τον κινεζική τέχνη έως έργα του Άντι Γουόρχολ και του Σαλβαντόρ Νταλί. Τόλμησε να φέρει ένα ρομπότ για ξεναγό στο μουσείο. Και είχε στα σκαριά ένα παράρτημα αφιερωμένο στο χαρτί, στην οικία Τσίλερ της οδού Μαυρομιχάλη.

Πίστευε πως ακόμη και οι αποθήκες ενός μουσείου πρέπει να είναι επισκέψιμες. Και δημιούργησε μια σειρά υποδειγματικών αποθηκών και εργαστηρίων. Και θέλησε να εντάξει όλο αυτό το μουσείο σε ένα πάρκο- όαση μέσα στην πόλη. Γι΄ αυτό και είχε σχεδιάσει γλυπτοθήκη, θεατράκι και καφέ στους κήπους της βίλας της Δουκίσσης Πλακεντίας (το παλιό μουσείο) μαζί με το γειτονικό Λύκειο του Αριστοτέλη, πάρκο που δεν πρόλαβε όμως να δει ολοκληρωμένο.

«Επέτρεψε την εφαρμοσμένη κριτική στο μουσείο του και εξέδωσε το σοβαρότερο μουσειολογικό περιοδικό στην Ελλάδα», όπως παρατηρεί η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ματούλα Σκαλτσά ( το «Ιlissia»). Ο Δημήτρης Κωνστάντιος άφησε τη σφραγίδα του και σε αναστηλωτικά προγράμματα μεγάλης κλίμακας, όπως εκείνα της Ρόδου και της Κέρκυρας.

ΕΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ


1. Εισαγωγή

ΕΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Ο Οδυσσέας Ελύτης (Αλεπουδέλης) είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και φιλολογία στη Σορβόννη. Με την ποίησή του συνέβαλε στη διαμόρφωση της εικόνας της ελληνικότητας όπως την εννοούμε σήμερα, η οποία αντικατέστησε την απευθείας αναγωγή στην Κλασική Αρχαιότητα. Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από το Μίκη Θεοδωράκη και πολλά από αυτά έχουν αγγίξει ευρύτερα πληθυσμιακά στρώματα, καταργώντας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο πολιτισμικά και κοινωνικά στεγανά.

2. Η οικογένεια Αλεπουδέλη

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας του Παναγιώτη και της Μαρίας Αλεπουδέλη. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Λέσβο, αλλά ο ίδιος γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Εκεί είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του από το 1895, ιδρύοντας μαζί με τον αδελφό του, Θεόδωρο, εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τη Μαρία Βρανά.

Το 1914 ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μετέφερε το εργοστάσιό του στον Πειραιά και η οικογένειά του βρέθηκε εγκατεστημένη στο κέντρο της Αθήνας. Στο σπίτι της οδού Σόλωνος 98β ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα περάσει τα εφηβικά του χρόνια και θα κάνει τις πρώτες του προσπάθειες στην ποίηση.

Ο κοινωνικός κύκλος της οικογένειας, μέσα στον οποίο θα γίνει και η πνευματική ωρίμανση του μικρού Οδυσσέα, ανήκει στο βενιζελικό χώρο. Το 1915, μάλιστα, φιλοξένησαν το Βενιζέλο μετά την παραίτησή του σε κτήμα της οικογένειας στη Λέσβο (κτήμα Ακλειδιού), κάτι που θα επαναληφθεί και τα επόμενα χρόνια. Στο ίδιο κτήμα, άλλωστε, η οικογένεια φιλοξένησε το ναύαρχο Κουντουριώτη και το στρατηγό Δαγκλή. Οι στενές σχέσεις της οικογένειας με τον κύκλο των βενιζελικών θα στοιχίσουν τη σύλληψη του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και τη δίωξη ολόκληρης της οικογένειας μετά την πτώση του Βενιζέλου, το 1920.

3. Τα νεανικά χρόνια του Ελύτη

Τα καλοκαίρια ο Οδυσσέας τα περνάει με την οικογένειά του στα νησιά του Αιγαίου (κυρίως στη Μυτιλήνη και στις Σπέτσες). Εκεί έρχεται σε επαφή με την ελληνική ναυτική παράδοση και την επιρροή του στοιχείου της θάλασσας στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού.

Είχε την τύχη να έχει καθηγητές στο σχολείο μερικά από τα πιο σημαντικά ονόματα της ελληνικής διανόησης της εποχής: Ι.Θ. Κακριδής, Γ. Αποστολάκης, Ι. Σαρρής, Ι. Αργυρόπουλος, Ε. Παντελάκης. Με την έμπνευση και την ενθάρρυνση που του προσφέρουν οι καθηγητές του, αρχίζει να γράφει στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων με διάφορα ψευδώνυμα και παράλληλα οργανώνει ένα μικρό, χειρόγραφο περιοδικό με τίτλο Ιξός. Συχνάζει στο βιβλιοπωλείο του Κόντε, στην οδό Ιπποκράτους, και σταδιακά αρχίζει να στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά προς τη λογοτεχνία.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του και ταυτόχρονα έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και με το έργο του Πολ Ελυάρ. Την ίδια περίοδο γράφει και τα πρώτα του ποιήματα, καβαφικής τεχνοτροπίας, και δημοσιεύει σταθερά με διάφορα ψευδώνυμα σε περιοδικά της εποχής. Η είσοδός του στη Νομική Σχολή Αθηνών σηματοδοτεί την προσωρινή διακοπή της ενασχόλησής του με την ποίηση και τη γνωριμία του με το μαρξισμό. Στο πλαίσιο αυτό μεταφράζει Τρότσκι από τα γαλλικά για την εφημερίδα των φοιτητών. Συμμετέχοντας στα φοιτητικά δρώμενα της εποχής, εντάσσεται στην ομάδα των φοιτητών που λαμβάνει μέρος στα «Συμπόσια του Σαββάτου». Τα συμπόσια αυτά οργανώνονται από την «Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα», που είχαν ιδρύσει οι Κ.Δ. Τσάτσος, Π. Κανελλόπουλος, Ι. Θεοδωρακόπουλος και Ι. Συκουτρής, όλοι τους τότε νέοι καθηγητές του Πανεπιστημίου.

4. Οι επιρροές του Ελύτη

Ο Ελύτης ξεκινά τις δοκιμές του στην ποίηση σαφώς επηρεασμένος από την ποιητική του Καβάφη. Οι επιρροές του είναι σαφείς, ειδικά όσον αφορά την τεχνοτροπία. Γράφει κυρίως σαρκολατρικά και κοσμοπολιτικά ποιήματα, και δέχεται τις επιρροές του περιοδικού Πρωτοπορία, που εξέδιδε ο Φώτος Γιοφύλλης. Σταδιακά όμως η επαφή του με τον υπερρεαλισμό σηματοδοτεί μια στροφή στην ποίησή του. Σε πολύ λίγα χρόνια, έχει αποκρυσταλλώσει έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης. Το 1934 γράφει τα «Πρώτα Ποιήματα» και καταστρέφει όλα τα ποιήματα που είχε γράψει μέχρι τότε. Ταυτόχρονα, συνδέεται στενά με το Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος εκδίδει χειρόγραφά του την επόμενη χρονιά στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί η καθοριστική επίδραση που άσκησε στην ποίηση του Ελύτη ο Ανδρέας Εμπειρίκος –τόσο η προσωπική επαφή μαζί του όσο και η ποιητική του– καθώς του έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθεί με την αυτόματη γραφή και συντέλεσε με τον τρόπο αυτό στην παγίωση του προσωπικού του ύφους.

5. Η δεκαετία του ’30 και οι πρώτες δοκιμές στην ποίηση

Ο Ελύτης έχει πια αποκτήσει το προσωπικό του ύφος γραφής στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Είναι η εποχή που διαβάζει Περικλή Γιαννόπουλο και Ίωνα Δραγούμη, καθώς και τους πρώτους πεζογράφους της γενιάς του 1930. Η γνωριμία του με το Γιώργο Σαραντάρη και τον Ανδρέα Εμπειρίκο θα αποβεί καθοριστική για την εξέλιξη του νεαρού, τότε, ποιητή, αφού θα συντελέσει αφενός στη δημοσίευση των πρώτων του ποιημάτων και αφετέρου στην αποσαφήνιση του προσωπικού του ύφους. Μάλιστα, τα ποιήματα που εκδόθηκαν το 1934 από το Σαραντάρη βρίσκονται ήδη στη μορφή με την οποία θα εκδοθούν στους Προσανατολισμούς. Ένα χρόνο αργότερα, το 1935, δημοσιεύεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα, με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.

6. Η έκδοση των Προσανατολισμών και η καθιέρωση του Ελύτη

Η καθιέρωση του Ελύτη έρχεται τρία χρόνια αργότερα, με τη δημοσίευση του άρθρου «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης» στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα από το Μήτσο Παπανικολάου. Το 1939 τυπώνονται οι Προσανατολισμοί, που αποτελούν στην πραγματικότητα την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ως τότε δημοσιευμένων ποιημάτων του. Τον επόμενο χρόνο μεταφράζονται ποιήματα του Ελύτη για πρώτη φορά στα γαλλικά.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο ο Ελύτης συμμετέχει ως ανθυπολοχαγός, γράφει τον Ήλιο τον πρώτο, το σχεδίασμα για το έργο Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, και το Τ.Τ.Τ. 1935.

7. Τα χρόνια της αναγνώρισης

Τα χρόνια που ακολούθησαν είναι πλήρη πνευματικής γονιμότητας σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία του ποιητή. Από το 1946 ως το 1948 ήταν συνεργάτης της εφημερίδας Καθημερινή, ενώ τα επόμενα τέσσερα χρόνια της ζωής του θα τα περάσει στο Παρίσι, όπου θα έχει τη δυνατότητα να συνδιαλλαγεί με κορυφαίους εκπροσώπους των γραμμάτων και της τέχνης, μεταξύ των οποίων οι: Κ. Αξελός, Μ. Λυμπεράκη, P. Éluard, A. Breton, J. Miro, T.S. Eliot, P. Picasso, E. Tériade, A. Camus, J.-P. Sartre. Το 1950 αρχίζει να σχεδιάζει το Άξιον Εστί, το οποίο ολοκληρώνεται το 1959 και του χαρίζει το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1961. Τα χρόνια που ακολουθούν ο Ελύτης συνεχίζει την πνευματική του δημιουργία, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνει την ελληνική και την παγκόσμια αναγνώριση. Τα έργα του επανεκδίδονται, σχολιάζονται, μεταφράζονται. Το 1975 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Το 1979 του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1982 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Ρώμης και των Αθηνών, ενώ το 1989 του απονεμήθηκε το γαλλικό παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής. Πέθανε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1996.

8. Το Άξιον Εστί

Το Άξιον Εστί, το πιο γνωστό έργο του Ελύτη, έχει μελοποιηθεί κατά ένα μέρος από το Μίκη Θεοδωράκη και είναι το πρώτο από τα ποιήματα που ο ποιητής έγραψε προσβλέποντας από την αρχή στη μελοποίησή του. Αφιερωμένο στην αναζήτηση και διαχρονική συγκρότηση της ελληνικότητας, ως κύριο δηλωτικό στοιχείο της οποίας προβάλλει η αντιστασιακή συμπεριφορά, έχει αναχθεί σε άτυπο ελληνικό εθνικό ύμνο. Το έργο διαιρείται σε τρία μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Δοξαστικόν», κάνοντας με τον τρόπο αυτό φανερές τις αναφορές του στη θρησκευτική παράδοση. Καθένα από τα μέρη αυτά έχει παράλληλες αναφορές στην προσωπική ιστορία του ποιητή και στην ελληνική ιστορία ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Οι συνδηλώσεις του ποιήματος, όπως και η συγκυρία της επτάχρονης δικτατορίας που ακολούθησε, βοήθησαν ώστε το έργο να αποκτήσει συμβολική βαρύτητα και να αναχθεί σε δηλωτικό της αντίληψης των Ελλήνων τόσο ως προς τη συλλογική μνήμη και την ιστορία τους, όσο και ως προς τους αγώνες τους για ελευθερία.


ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ


1. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣΟ Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε το 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Σύρου από καθολικούς γονείς (Δομένικος, Ελπίδα). Ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια. Στην οικογένειά του είχε και τις πρώτες επαφές με τη μουσική. Ο πατέρας και τα αδέλφια του έπαιζαν τσαμπούνα, ενώ ο ίδιος ο Μάρκος έπαιζε τύμπανο. Ο νεαρός Μάρκος, μετά τη στράτευση του πατέρα του το 1912, σταμάτησε το σχολείο στην Δ΄ δημοτικού για να δουλέψει μαζί με τη μητέρα του στο κλωστήριο του Δεληγιάννη.

Το 1917, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε λαθρεπιβάτης για τον Πειραιά. Εκεί και στην Αθήνα εργάστηκε ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, εργάτης στους γαιάνθρακες, υπάλληλος σε μπακάλικο και σε μανάβικο, λούστρος, εργάτης σε κλωστήριο, εφημεριδοπώλης και για πολλά χρόνια στα σφαγεία ως εκδορέας. Ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με τα μουσικά ιδιώματα των Μικρασιατών προσφύγων και έμαθε μπουζούκι, με δάσκαλο το Νίκο Αϊβαλιώτη (1925). Στον Πειραιά βίωσε την ιδιαίτερη κουλτούρα του κοινωνικού περιθωρίου του λιμανιού, την οποία και ενστερνίστηκε. Με τα χρόνια αφιερώθηκε αποκλειστικά στο μπουζούκι και στο τραγούδι. Σταδιακά, και πάντα μέσω των προσφύγων, γνώρισε το ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε ως το θάνατό του. Το ρεμπέτικο τραγούδι, εκφραστής των δυσκολιών προσαρμογής των κατώτερων και περιθωριοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων στη νέα αστική πραγματικότητα και της προσπάθειάς τους να βρουν εναλλακτικούς τρόπους δημιουργίας των κοινωνικών δικτύων που διαλύθηκαν στο νέο περιβάλλον, ήρθε να εκφράσει και τα προβλήματα που βίωνε ο ίδιος ο Βαμβακάρης ερχόμενος στον Πειραιά.

2. Ο Βαμβακάρης στη δισκογραφία

Τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου κυκλοφόρησαν στη δισκογραφία στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και ο ίδιος εξελίχτηκε γρήγορα σε ηγετική μορφή του μουσικού ρεύματος που ονομάστηκε «ρεμπέτικο». Ο Βαμβακάρης θεωρείται πατέρας του ρεμπέτικου τραγουδιού κυρίως για δύο λόγους: ήταν αυτός που ίδρυσε την πρώτη ορχήστρα με μπουζούκια και αυτός που συστηματοποίησε την ηχογράφηση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Εκείνη την εποχή πρωτολειτούργησε στη Ριζούπολη της Νέας Ιωνίας το εργοστάσιο παραγωγής δίσκων της Columbia. Το καινοτόμο στοιχείο που εισήγαγε ο Βαμβακάρης ήταν ότι στη διάρκεια των ηχογραφήσεων συνόδευε το τραγούδι του παίζοντας μπουζούκι – κάτι αδιανόητο για την εποχή εκείνη, εξαιτίας της κοινωνικά υποβαθμισμένης εικόνας του μπουζουκιού. Τότε φωνογραφεί στη Ριζούπολη (με συνοδεία μπουζουκιού) τα τραγούδια «Ταξίμ Σερί» και «Εφουμάραμε ένα βράδυ».

Το 1934-1935 ίδρυσε μαζί με τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά (τη θέση του οποίου πήρε ο Απόστολος Χατζηχρήστος, όταν ο πρώτος πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης το 1941) συγκρότημα με το όνομα «Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς». Με την τετράδα αυτή απέκτησε φήμη παίζοντας στα καφενεία και στους τεκέδες του Πειραιά. Παράλληλα, συνεργάστηκε με τις δισκογραφικές εταιρείες Odeon-Parlophone και φωνογράφησε το «Χαρμάνη», το «Αράπ Ζεϊμπέκικο» και περίπου 30 ακόμη τραγούδια. Tο 1934 o Βαμβακάρης κυκλοφόρησε τον πρώτο ρεμπέτικο δίσκο της ιστορίας, με τίτλο «Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου». Ήταν ένας συνθέτης και στιχουργός που διεύρυνε τη θεματολογία του ρεμπέτικου. Με τη συμβολή του Βαμβακάρη, το ρεμπέτικο σταμάτησε πια να αναφέρεται αποκλειστικά στην κουλτούρα του λούμπεν προλεταριάτου και στη διαπραγμάτευση του αξιακού συστήματος της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, και άρχισε να ασχολείται με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα της εποχής του Μεσοπολέμου: τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, τη μετανάστευση. Με αυτόν τον τρόπο αποσυνδέθηκε από το κοινωνικό περιθώριο και έγινε γνωστό σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες.

Την περίοδο 1935-1940 ο Βαμβακάρης έγραψε πολλά τραγούδια, ανάμεσά τους και την περίφημη «Φραγκοσυριανή» (1937). Το ρεμπέτικο έχει ήδη επιβληθεί ως το λαϊκό είδος τραγουδιού στην Ελλάδα. Αλλά και στη διάρκεια της Κατοχής ο Βαμβακάρης εξακολούθησε να γράφει και να ερμηνεύει τραγούδια, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το «Χαϊδάρι» (1944), που ερμηνεύτηκε αργότερα από το Γιώργο Νταλάρα, αλλά και μερικά χρόνια νωρίτερα το «Στης Αλβανίας τα βουνά» και το «Αν φύγουμε στον πόλεμο».

Μετά την απελευθέρωση θεωρείται από τους περισσότερους «ξεπερασμένος» και αντιμετωπίζει έντονα βιοποριστικά προβλήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 όμως, με πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, κυκλοφορούν παλιά και καινούργια τραγούδια του Βαμβακάρη, ερμηνευμένα από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέη, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Έτσι κερδίζει ξανά την καταξίωση και αναγνωρίζεται ως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του ρεμπέτικου. Από το 1959 αρχίζει μια καινούργια περίοδος δημιουργίας για το Βαμβακάρη, που κρατάει ως το θάνατό του. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει συνολικά 350-400 τραγούδια.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης παντρεύτηκε την Ευαγγελία και απέκτησε τρεις γιους, το Βασίλη, το Στέλιο και το Δομένικο. Πέθανε το 1972 στη Σύρο.