Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΙΔΑΣΠΗ ΠΟΤΑΜΟ – Ο ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΝΗΣΙΚΡΙΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ ΤΡΙΟΙΡΑΡΧΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΤΡΙΟΙΡΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΠΛΟΗΓΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

 Η κάθοδος του Υδάσπη – Στις χώρες του Σωφύτη, των Σίβων και των Αγαλασσέων
(Αρριανός Ε.3.4, ΣΤ.2, Ινδική 5.10-12, 18-19, Διόδωρος ΙΖ.89.6, 91.4-κ.ε., 95.4-5, 96.2- κ.ε., Κούρτιος 9.1.24-34, 3.21-22, 4.4-8, Ιουστίνος 12.9.1-2, Στράβων 15.1.17)

O ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Ο Αλέξανδρος θυσίασε στην κορυφή κάθε βωμού, διοργάνωσε γυμνικούς και ιππικούς αγώνες και περί το πρώτο δεκαπανθήμερο του Σεπτεμβρίου του 326 η στρατιά πήρε το δρόμο της επιστροφής από τον Ύφαση. Πέρασε τον Υδραώτη και έφτασε στον Ακεσίνη, όπου ο Ηφαιστίων είχε ήδη τειχίσει άλλη μία Αλεξάνδρεια, την εποίκιζε με ντόπιους και απόμαχους και προετοίμαζε την κάθοδο στη θάλασσα. Ο Σκύλαξ από τα Καρύανδα είχε ξεκινήσει από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ), κατέπλευσε τον Ινδό και κατέληξε στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη, συλλέγοντας τοπογραφικές κι εμπορικές πληροφορίες για λογαριασμό του Δαρείου Α΄. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο θα περιμέναμε τον Αλέξανδρο να ακολουθεί το ίδιο δρομολόγιο. Φυσικά, αν αδιαφορήσουμε για την ψυχοσύνθεσή του και πάλι θα περιμέναμε να υποτάξει ολόκληρη την Ινδία και να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία του την τεράστιας εμπορικής σημασίας αρτηρία του Ινδού. Δηλαδή ο Αλέξανδρος επέλεξε το δρομολόγιο της επιστροφής για τους ίδιους λόγους, που οδήγησαν εκεί ένα μεγάλο πλήθος κατακτητών, με τελευταίους τους Βρετανούς. Επιπλέον καταλαμβάνοντας ολόκληρη την κοιλάδα του Ινδού, έθετε ως ανατολικότερο όριο των ινδικών εδαφών του την έρημο Ταρ, η οποία δεν ήταν μεν αδιάβατη, ωστόσο αποτελούσε ένα ικανοποιητικό κώλυμα σε ενδεχόμενη επίθεση των Γανδαριδών.

Στον Ακεσίνη βρήκε να τον περίμενε ο Αρσάκης, διοικητής μιάς περιοχής γειτονικής του Αβισάρη, ο αδελφός και άλλοι συγγενείς του Αβισάρη καθώς και οι πρέσβεις, που του είχε στείλει νωρίτερα ο Αλέξανδρος. Οι Αβισαρείς για άλλη μια φορά έφερναν τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας τους καθώς και 30 ακόμη πολεμικούς ελέφαντες, αλλά παρά την ξεκάθαρη απειλή του Αλεξάνδρου ο ίδιος ο Αβισάρης δεν παρουσιάστηκε ούτε αυτή τη φορά, επικαλούμενος ασθένεια. Ο Αλέξανδρος πάντως έκρινε τόσο ειλικρινή την υποταγή του Αβισάρη, ώστε υπήγαγε στη δικαιοδοσία του και την περιοχή του Αρσάκη. Όρισε τους φόρους, που θα του κατέβαλλαν, θυσίασε στις όχθες του Ακεσίνη και κατευθύνθηκε προς τον Υδάσπη, στις πόλεις Βουκεφάλα και Νίκαια που είχαν πάθει ζημιές από τους μουσώνες.

Η χρονολόγηση είναι για άλλη μία φορά δύσκολη, αφού καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Συνδυάζοντας τα επί μέρους και αποσπασματικά χρονολογικά στοιχεία των διαφόρων πηγών προκύπτουν τα εξής. Κατά τον Αρριανό η μάχη με τον Πώρο έγινε μεταξύ 16ης Απριλίου και 15ης Μαΐου του 326 π.Χ., κατά τον Διόδωρο η στρατιά αναπαύθηκε επί ένα μήνα μετά τη μάχη, άρα η προέλαση ανατολικά του Υδάσπη άρχισε το αργότερο την 15η Ιουνίου. Πάλι σύμφωνα με το Διόδωρο, η στρατιά βρισκόταν στον Ύφαση 70 ημέρες μετά την έναρξη των μουσώνων, δηλαδή το αργότερο την 10η Σεπτεμβρίου. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη μετάβαση από τον Υδάσπη στον Ύφασι χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις μήνες, ωστόσο οι φρουρές, που είχαν εγκατασταθεί, εξασφάλιζαν τα δρομολόγια κι έτσι κατά την επιστροφή δεν χρειάσθηκε να γίνει καμία αναγνώριση εδάφους, οδοποίηση, μάχη, πολιορκία, ή οποιοδήποτε άλλο χρονοβόρο έργο. Συνεπώς η στρατιά μπορούσε να επιστρέψει από τον Ύφασι στον Υδάσπη σε λιγότερο από τρεις μήνες, δηλαδή πολύ νωρίτερα της 10ης Δεκεμβρίου του 326. Δεν είναι δε καθόλου παράλογο να δεχθούμε ότι το δρομολόγιο καλύφθηκε σε έναν περίπου μήνα και ότι η στρατιά επέστρεψε στον Υδάσπη το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Αντίθετα αυτός ο υπολογισμός υποστηρίζεται από την πληροφορία του Αριστόβουλου, που διέσωσε ο Στράβων, ότι η στρατιά άρχισε την κάθοδο του Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων».

Φτάνοντας στον Υδάσπη πέθανε από αρρώστεια ο Κοίνος του Πολεμοκράτη, ένας από τους ικανότερους και πιο έμπιστους εταίρους, και ο Αλέξανδρος «τον κήδεψε με όσες τιμές επέτρεπαν οι περιστάσεις». Ο Μπάντιαν θεωρεί το «θάνατο από ασθένεια» ως αιφνίδιο και συνεπώς ύποπτο, τον συσχετίζει δε με την παρρησία, με την οποία ο Κοίνος είχε μιλήσει στον Αλέξανδρο λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας αφενός ότι ο συγκεκριμένος μελετητής έχει εργασθεί επιμελώς για την απαξίωση του Αλεξάνδρου και της δράσης του συνολικά και αφετέρου ότι οι νεκροί από ασθένειες φαίνεται ότι ήταν περίπου όσοι και από τα εχθρικά όπλα. Στη δε Ινδία οι απώλειες έξω απ’ τα πεδία των μαχών πολλαπλασιάστηκαν τόσο λόγω του θερμού και υγρού κλίματος, που ευνοούσε τις ασθένειες και τις μολύνσεις των τραυμάτων, όσο και της πανίδας και ειδικά των πολλών ιοβόλων φιδιών. Άλλωστε ο Κοίνος δεν είχε μιλήσει ως εκπρόσωπος κάποιων στασιαστών, αλλά ως επιτελής υπεύθυνος για την ορθή λειτουργία του στρατεύματος. Με όσα είπε απλώς περιέγραψε το γνωστό σε όλους πρόβλημα και επεσήμανε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, ενώ με τις εναλλακτικές στρατηγικές προτάσεις του επέτρεπε στον Αλέξανδρο να διασώσει κάποια προσχήματα.

Μετά την κηδεία του Κοίνου, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους εταίρους και τους Ινδούς πρέσβεις και τους ανακοίνωσε ότι όριζε τον Πώρο βασιλιά του τμήματος της Ινδίας, που είχε καταλάβει μέχρι τον Υδάσπη και που περιλάμβανε επτά έθνη και πάνω από 2.000 πόλεις. Εκεί έφτασαν και ενισχύσεις από την Ελλάδα, πάνω από 30.000 πεζοί και σχεδόν 6.000 ιππείς, σύμμαχοι και μισθοφόροι από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, με τους στρατηγούς τους. Δηλαδή οι ενισχύσεις, που έφτασαν από την Ελλάδα στο Παντζάμπ, ήταν όση και η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά ήταν μόνο Έλληνες, ούτε Ιλλυριοί ούτε Παίονες ούτε Θράκες. Ο Κούρτιος παραδίδει 7.000 πεζούς από τη φρουρά των Εκβατάνων και 5.000 Θράκες ιππείς. Μαζί τους έφεραν 25.000 εξαιρετικές πανοπλίες πεζών (τις οποίες ο Κούρτιος θέλει χρυσοποίκιλτες), για τις οποίες ασφαλώς θα χάρηκαν οι Μακεδόνες, αφού θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις φθαρμένες δικές τους. Ο Αλέξανδρος πάντως θα πρέπει να το θεώρησε ειρωνεία της τύχης, αφού η φθορά του οπλισμού ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τη στρατιά του να αρνηθεί την προέλαση. Μετέφεραν ακόμη 100 τάλαντα (περίπου 2,7 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό.

Το σύνολο του στόλου στις όχθες του Υδάσπη, όπως ήταν αναμενόμενο, παραδίδεται διαφορετικό από κάθε πηγή. Κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Άλλα από τα σκάφη προϋπήρχαν κι άλλα κατασκευάστηκαν εκεί, διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι.

Οι τριακόντοροι, που ήταν πολύ καλά πολεμικά πλοία για τη Μεσόγειο, αποδείχθηκαν εντελώς ακατάλληλα για τα ποτάμια. Αυτό πρέπει να το γνώριζαν εξ αρχής τόσο οι Έλληνες ναυπηγοί όσο και οι Ινδοί σύμμαχοι. Επίσης αποδείχθηκε καθαρά και πολύ νωρίς ότι τα πολεμικά πλοία της θάλασσας πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές στα ποτάμια, όπου ούτε ναυμάχησαν ούτε περίμενε κανείς ότι θα ναυμαχούσαν, αφού δεν υπήρχε ινδικό ποτάμιο ναυτικό. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος επέμενε σε όλο τον κατάπλου προς τη θάλασσα να αντικαθιστά τις κατεστραμμένες και να κατασκευάζει άλλες τριακοντόρους. Ως δευτερεύουσα εξήγηση αυτής της επιμονής μπορούμε να βρούμε την ψυχολογική επίδραση στους παραποτάμιους λαούς της θέας πλοίων τεραστίων διαστάσεων για τα δεδομένα των ποταμών. Κύρια εξήγηση για τη ναυπήγηση τέτοιων πλοίων είναι η βασική επιδίωξη του Αλεξάνδρου να εξερευνήσει και να υποτάξει τα παράλια της Ινδίας. Όσο περισσότερο πλησίαζε προς τις ακτές, τόσο περισσότερα ναυπηγούσε και τόσο περισσότερο ασκούντο τα πληρώματα στο χειρισμό τους.

Ο Αλέξανδρος τα επάνδρωσε με τους Έλληνες (νησιώτες, Ίωνες, Κυπρίους και Ελλησπόντιους), που υπηρετούσαν στη στρατιά ή την συνακολουθούσαν και ήταν έμπειροι ναυτικοί. Ναυτολόγησε επίσης Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους συνακολουθούντες, που είχαν ναυτική παιδεία. Όπως σε όλα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα όλων των εποχών, η σύνθεση των πληρωμάτων ήταν πολυεθνική, αλλά η ηγεσία ανατέθηκε στην κυρίαρχη ομάδα εθνών, στα διάφορα ελληνικά έθνη, και μόνο ένας τριήραρχος ήταν Πέρσης, ο Βαγώας του Φαρνούχη. Αναλυτικότερα, οι τριήραρχοι από μακεδονικά έθνη ήταν οι εξής: Ηφαιστίων του Αμύντορα, Λεοννάτος του Εύνου, Λυσίμαχος του Αγαθοκλή, Ασκληπιόδωρος του Τιμάνδρου, Άρχων του Κλεινία, Δημόνικος του Αθηναίου, Αρχίας του Αναξιδότου, Οφέλλας του Σειληνού και Τιμάνθης του Παντιάδη (όλοι αυτοί από την Πέλλα). Από την Αμφίπολη ήταν οι Νέαρχος του Ανδροτίμου (που καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη), Λαομέδων του Λάριχου και Ανδροσθένης του Καλλιστράτου. Από την Ορεστίδα ήταν οι Κρατερός του Αλεξάνδρου και Περδίκκας του Ορόντη. Από την Εορδαία οι Πτολεμαίος του Λάγου και Αριστόνους του Πεισαίου. Από την Πύδνα οι Μήτρωνας του Επιχάρμου και Νικαρχίδης του Σίμου. Επίσης τριήραρχοι ορίσθηκαν οι Άτταλος του Ανδρομένη από την Τύμφη, ο Πευκέστας του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα, ο Πείθων του Κρατεύα από τις Αλκομενές, ο Λεοννάτος του Αντίπατρου από τις Αιγές, ο Πάνταυχος του Νικολάου από την Άλωρο και ο Μυλλέας του Ζωίλου από τη Βέροια. Οι Θεσσαλοί, που ορίσθηκαν τριήραρχοι ήταν οι Μήδιος του Οξύθεμι από τη Λάρισα, οι Θόας του Μηνόδωρου και Μαίανδρος του Μανδρογένη από τη Μαγνησία. Από τα νησιά του Αιγαίου (τα σημερινά Δωδεκάνησα) ήταν ο Κριτόβουλος του Πλάτωνα από την Κω και ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ενώ από την ελληνίδα πόλη της Τέω ήταν ο Άνδρων του Καβήλη κι ο Ευμένης του Ιερώνυμου ήταν από την Καρδία (ελληνίδα πόλη της Θράκης). Από την Κύπρο ήταν ο Νικοκλής του Πασικράτη από τους Σόλους και ο Νιθάφων του Πνυταγόρα από τη Σαλαμίνα (προφανώς ήταν οι γιοι των Κυπρίων βασιλέων, Πασικράτη και Πνυταγόρα, σύμμαχοι και όμηροι ταυτόχρονα). Ναύαρχος ανέλαβε ο Νέαρχος, γραμματέας όλου του στόλου ο Ευαγόρας του Ευκλέωνα από την Κόρινθο και κυβερνήτης του σκάφους, που επέβαινε ο Αλέξανδρος, ήταν ο Ονησίκριτος.

Η ΤΡΙΟΙΡΗΣ

Όταν ο στόλος έφτασε τελικά στη θάλασσα, άλλοι απ’ τους παραπάνω τριηράρχους συνέχισαν το ταξίδι στη θάλασσα κι άλλοι ακολούθησαν τις χερσαίες δυνάμεις, στις οποίες ούτως ή άλλως ανήκαν όλοι. Ωστόσο δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεχθούμε ότι όλοι αυτοί γνώριζαν να κυβερνούν πλοία, ενώ δεν υπάρχει ούτε καν σαφής ένδειξη ότι επέβαιναν σ’ αυτά. Επειδή δε τουλάχιστον οι περισσότεροι κατείχαν υψηλά αξιώματα, φαίνεται πιθανότερο ότι οι αναφερόμενοι ως τριήραρχοι δεν ήταν οι κυβερνήτες των τριήρων, αλλά οι χρηματοδότες της ναυπήγησής τους. Φαίνεται δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος ανέθεσε στους πλέον ευνοημένους οικονομικά το κόστος της ναυπήγησης σύμφωνα με την τριηραρχία, την έκτακτη λειτουργία, που επέβαλλε στους πολίτες της και η Αθηναϊκή Δημοκρατία.

Στις όχθες του Υδάσπη ο Αλέξανδρος αποδέσμευσε τους Νυσαίους ιππείς, διοργάνωσε μουσικούς και γυμνικούς αγώνες και όταν ετοιμάσθηκαν όλα, προσέφερε θυσίες στον Ποσειδώνα, στην Αμφιτρίτη, στις Νηρηίδες, στον Ωκεανό, στον Υδάσπη, στον Ακεσίνη και στον Ινδό, δηλαδή στους τρεις ποταμούς, που θα κατέπλεε κατά σειρά, και μοίρασε τα σφάγια των θυσιών στη στρατιά. Κάποια μέρα στις αρχές Οκτωβρίου του 326 π.Χ. η στρατιά ξεκίνησε την κάθοδο του Υδάσπη. Στη δεξιά όχθη βάδιζε ο Κρατερός με ένα τμήμα πεζικού και ιππικού. Στην αριστερή όχθη βάδιζε ο Ηφαιστίων με το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της στρατιάς και τους συνολικά 200 ελέφαντες. Ο Φίλιππος, ο σατράπης της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας, ακολουθούσε τις δυνάμεις του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα σε απόσταση τριών ημερών. Ήταν επί κεφαλής 120.000 ανδρών και όσων άλλων είχε στρατολογήσει ο ίδιος και οι αξιωματικοί του από τη (Μεσόγειο) θάλασσα. Η δύναμη αυτή ήταν ένα συνοθύλευμα βαρβαρικών εθνών, οπλισμένα το καθένα με το δικό του τρόπο.

Για πρώτη φορά ο Αρριανός αναφέρει ρητώς σ’ αυτό το σημείο ότι οι προπομποί και οι οπισθοφυλακές είχαν την πρόσθετη αποστολή να συλλαμβάνουν, όσους από το κυρίως σώμα της στρατιάς επιχειρούσαν να λιποτακτήσουν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στο κέντρο βρίσκονταν κυρίως ινδικά στρατεύματα, διότι σε περίπτωση λιποταξίας όλοι οι μη Ινδοί, θα διέτρεχαν κίνδυνο να εκτελεσθούν είτε από τις μακεδονικές είτε από τις ινδικές φρουρές της περιοχής. Αντίθετα ήταν πολύ ασφαλέστερο για τους μη Ινδούς να ακολουθήσουν υπάκουα τη στρατιά, ώσπου να φτάσουν σε φιλικότερες προς την εθνικότητά τους περιοχές.

Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας άρχισε να ανεβαίνει στα πλοία το τμήμα του Αλεξάνδρου, όλοι οι υπασπιστές, οι τοξότες, οι Αγριάνες και το άγημα των εταίρων, συνολικά 8.000 άντρες. Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσίες στους θεούς και ακολουθώντας τις συμβουλές των μάντεων προσέφερε θυσίες στον ποταμό Υδάσπη, ενώ επικαλέστηκε και το όνομα του Ακεσίνη, στον οποίο συμβάλλει ο Υδάσπης. Όταν ανέβηκε στο πλοίο του, έκανε από την πλώρη σπονδές από χρυσή φιάλη στον πρόγονό του τον Ηρακλή, στον Υδάσπη, στον Άμμωνα και «σε όσους θεούς συνήθιζε». Αφού τελείωσε, διέταξε να δοθεί το σήμα της αναχώρησης και μόλις ακούστηκαν οι σάλπιγγες, ο στόλος ξεκίνησε. Άρχισαν λοιπόν να κατεβαίνουν τον Υδάσπη με τάξη, γιατί είχαν καθορίσει από πριν τις αποστάσεις ασφαλείας, που έπρεπε να τηρούν μεταξύ τους τα σκευοφόρα, τα ιππαγωγά και τα πολεμικά πλοία. Από τα παραγγέλματα, τα κουπιά και τους αλαλαγμούς των πληρωμάτων δημιουργήθηκε πολύς θόρυβος, καθώς ο στόλος έπλεε ανάμεσα στις ψηλές όχθες του ποταμού. Οι Ινδοί σύμμαχοι της περιοχής δεν είχαν ξαναδεί ίππους πάνω σε πλοία και είχαν μαζευτεί στις όχθες, για να απολαύσουν το όλο θέαμα του στόλου τραγουδώντας.

Σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Ηφαιστίων είχε διαταγές να προελάσει με ταχύ ρυθμό προς την πρωτεύουσα του Σωφύτη. Κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο το βασίλειο του Σωφύτη, που ήταν το προτελευταίο πριν φτάσει η στρατιά στον Ύφασι. Εκεί η καλή εμφάνιση ήταν το σημαντικότερο αγαθό και όσα βρέφη δεν είχαν τις προοπτικές να εξελιχθούν σε ωραία και δυνατά άτομα, θανατώνονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι του βασιλείου να είναι οι καλύτεροι απ’ όλους τους Ινδούς. Ο Σωφύτης δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και του προσέφερε πολλά και σπουδαία δώρα, ανάμεσα στα οποία ήταν και 150 ινδικοί σκύλοι. Σύμφωνα με τον Αρριανό ο Αλέξανδρος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Σωφύτη. Αντίθετα, τρεις μέρες μετά την αναχώρηση έφτασε επί κεφαλής του στόλου στο σημείο, όπου είχαν στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη τα τμήματα του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα, στον οποίο είχε παραδοθεί ο Σωφύτης. Εκεί περίμεναν δύο ακόμη μέρες μέχρι να φτάσει και ο Φίλιππος. Μετά άρχισαν πάλι τον κατάπλου του Υδάσπη με προπομπό αυτή τη φορά τον Φίλιππο, τους Κρατερό και Ηφαιστίωνα να ακολουθούν στις δύο όχθες και τον Αλέξανδρο επικεφαλής του στόλου. Καθ’ οδόν υπέτασσαν τους Ινδούς, που συναντούσαν, είτε με συνθηκολόγηση είτε με τη βία.

Πέντε μέρες μετά τη δεύτερη αναχώρηση (με προπομπό τον Φίλιππο) πλησίασαν τη συμβολή του Υδάσπη και του Ακεσίνη. Σε όλη τη διαδρομή το πλάτος του Υδάσπη ήταν μεγαλύτερο από 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ) κι έτσι πλεύση ήταν ομαλή. Γνώριζαν βέβαια από πριν, ότι στη συμβολή δημιουργείται ένα νέο ποτάμι με στενότερη κοίτη και ότι γι’ αυτό το ρεύμα του είναι πιο ορμητικό, με κύματα, δίνες και πολύ θόρυβο, ωστόσο τους κατέλαβε δέος, όταν αντίκρισαν το θέαμα και άκουσαν το θόρυβο. Μόλις συνήλθαν, τα πληρώματα συνέχισαν να κωπηλατούν, ώστε με την ταχύτητα να διατηρήσουν τον έλεγχο των πλοίων, και πράγματι τα μεταγωγικά πέρασαν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Τα πολεμικά όμως ταλαιπωρήθηκαν πολύ, και σε όσα ήταν δίκροτα (είχαν δύο σειρές κουπιών), η χαμηλότερη σειρά ήταν σχεδόν μέσα στο αφρισμένο νερό και δεν βοηθούσε πολύ. Πολλά κουπιά έσπασαν, άλλα παρασύρθηκαν από το ρεύμα και μερικά πολεμικά πλοία έπαθαν ζημιές. Μάλιστα, δύο συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, καταστράφηκαν και σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματά τους. Φθάνοντας σε φαρδύτερο σημείο του Ακεσίνη, όπου το ρεύμα και οι δίνες δεν ήταν τόσο βίαιες, ο στόλος σταμάτησε στη δεξιά όχθη, για να επισκευάσει τις ζημιές. Μία γλώσσα στεριάς, που έμπαινε στο ποτάμι, συγκράτησε τα ναυάγια και τους ναυαγούς.

Όταν περνούσαν τη συμβολή των ποταμών, η ναυαρχίδα παρασύρθηκε σε ένα μεγάλο καταρράκτη, το πλήρωμα δεν μπορούσε να ελέγξει το πλοίο και κινδύνεψαν να πνιγούν όλοι. Ο Αλέξανδρος έβγαλε τα ρούχα του για την περίπτωση που θα έπρεπε να εγκαταλείψει το σκάφος, ενώ γύρω από τη ναυαρχίδα κολυμπούσαν αρκετοί εταίροι, για να βοηθήσουν τον Αλέξανδρο, αν το πλοίο βυθιζόταν. Όταν τελικά έρριξαν το πλοίο στην όχθη του Ακεσίνη, ο Αλέξανδρος θυσίασε στους θεούς, ευχαριστώντας τους που βγήκε ζωντανός από θανάσιμη μάχη με ποταμό, όπως και το πρότυπό του, ο Αχιλλέας. Ίσως αυτό το περιστατικό να κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, ακριβώς επειδή κι ο Αχιλλέας, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε ως πρότυπο, είχε αγωνιστεί με τον ποταμό Σκάμανδρο. Πάντως, αν δεν πρόκειται για άλλο ένα φιλολογικό εφεύρημα του Διόδωρου και του Κούρτιου, ενισχύει την άποψη ότι ο Αλέξανδρος δεν ήξερε κολύμπι.

Αμέσως μετά τη συμβολή του Υδάσπη με τον Ακεσίνη κατοικούσε το ανεξάρτητο έθνος των Σίβων. Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε κοντά σε μία σημαντική πόλη τους και οι προύχοντες έσπευσαν να τον προϋπαντήσουν. Του προσέφεραν μεγαλοπρεπή δώρα και δήλωσαν ότι θα τον υπάκουαν με ευχαρίστηση, αφού ήταν συγγενείς. Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος από την επαφή αυτή, ανακήρυξε ελεύθερες τις πόλεις των Σίβων. Αυτοί οι Ινδοί φορούσαν δέρματα ζώων, ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, σημάδευαν τις αγελάδες τους με ένα ροπαλοειδές σχήμα και ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι των συντρόφων του Ηρακλή στην εκστρατεία του κατά της Αόρνου Πέτρας και ότι ο Ηρακλής τους είχε εποικίσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Κούρτιος βρήκε εδώ μία ακόμη ευκαιρία για δημιουργική ιστοριογραφία και βέβαιος για την ελληνική καταγωγή των Σίβων λέει ότι «ενώ είχαν ξεχάσει τα ελληνικά έθιμα, διατηρούσαν πολλά στοιχεία της καταγωγής τους». Ο Αρριανός αποδίδει αυτόν τον ισχυρισμό όχι στους ίδιους τους Σίβους, αλλά στους Μακεδόνες, που εντελώς αβασάνιστα «τεκμηρίωναν» το οτιδήποτε. Μάλιστα, μη εξαιρώντας από την κριτική προδιάθεσή του ούτε τα θρησκευτικά θέματα, λέει ότι κι αν ακόμη ήταν ισχυρισμός των Σίβων, δεν θα επρόκειτο για τον Ηρακλή των Ελλήνων, των Τυρίων ή των Αιγυπτίων, αλλά ίσως για κάποιο μεγάλο βασιλιά της γύρω περιοχής.

Από τους Σίβους ο Αλέξανδρος προέλασε προς το γειτονικό έθνος των Αγαλασσέων, που είχαν συγκεντρώσει 40.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Τους νίκησε σε μάχη και τους κατέκοψε, ενώ όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στις γύρω πόλεις, τις οποίες πολιόρκησε, τις κατέλαβε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους. Σε μία μεγάλη πόλη είχαν οχυρωθεί 20.000 Αγαλασσείς, που αμύνθηκαν σθεναρά κι αφού έπεσαν τα τείχη έδωσαν σκληρές οδομαχίες στα στενά δρομάκια και προξένησαν μεγάλες απώλειες στους Μακεδόνες. Κατά το Διόδωρο, ο Αλέξανδρος εξοργίσθηκε απ’ την αντίσταση και πυρπόλησε την πόλη καίγοντας ζωντανούς τους περισσότερους κατοίκους. Κατά τον Κούρτιο οι Αγαλασσείς βλέποντας την επερχόμενη πτώση της πόλης τους αποφάσισαν να την πυρπολήσουν και να καούν μαζί με τις οικογένειές τους. Οι Μακεδόνες έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά και η μάχη πήρε παράδοξη τροπή με τους υπερασπιστές να θέλουν κα καταστρέψουν την πόλη τους και τους πολιορκητές να τη σώσουν. Τελικά διασώθηκαν μόνο 3.000 Αγαλασσείς, που κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις ικεσίες τους και τους χάρισε τις ζωές. Ο Κούρτιος κάνει εδώ ακόμη ένα θεμελιώδες γεωγραφικό σφάλμα και θέλει τον Ινδό και τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη να περιβρέχουν τη συγκεκριμένη πόλη των Αγαλασσέων.

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ - ΑΡΧΑΙΑ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ


πηγή:http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A3gr.htm

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s