Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ


Η Αστυπάλαια πρωκατοικήθηκε από τους Κάρες, που την ονομάζουν Πύρρα, για το κοκκινόχρωμά της. Την έλεγαν ακόμα και Πυλαία, αλλά και για τα πολλά και μυροβόλα λουλούδια της και για τους καρπούς της την είχαν οι αρχαίοι επονομάσει « θεών Τράπεζα». Το μέλι της, όπως και τώρα, ήταν ονομαστό.

Το περίεργο είναι πως φίδια δεν υπάρχουν καθόλου σε τούτο το νησί, όχι τώρα, αλλά από την αρχαιότητα. Δίκαια λοιπόν το ‘γραφε και ο Αριστοτέλης ότι « εχθρόν είναι τοις όφεσιν η των Αστυπαλαίων γη». Οι ρωμαίοι την ονόμασαν « Ιχθυοεσσαν», για τα πολλά και ωραία ψάρια που βγάζει η γύρω της θάλασσα, χώρια από τα περίφημα σφουγγάρια της που είναι περιζήτητα. Μα και ο Πλίνιος μιλάει για τα σαλιγκάρια της, πως έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Είχε ακόμα η Αστυπάλαια, τα αρχαία χρόνια, πολλούς λαγούς που έκαναν μεγάλες ζημιές στα σπαρτά της, τόσο που οι κάτοικοι της πήγαν στους Δελφούς να ρωτήσουν το μαντείο με ποιο τρόπο θα απαλλαγούν απ’αυτό το κακό. Τότε η Πυθία τους απάντησε : «Κυνάς τρέφειν και κυνηγετείν». Αν και οι αρχαίοι συγγραφείς λίγα είπαν για την Αστυπάλαια από παλιές επιγραφές που βρέθηκαν εκεί και αλλού μαθαίνουμε πως το νησάκι αυτό σημείωσε ακμή εκείνα τα απόμακρα χρόνια. Είχεν βουλήν ( κατά το δορικόν βουλάν) και δαμόν (δήμο). Πέρασε πρώτα από την κατοχή της θαλασσοκράτειρας Κρήτης, τον καιρό του Μίνωα καθώς γράφει ο Οβίδιος, αργότερα εξελληνίστηκε από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα.

Από μια επιγραφή του Δ΄ αιώνα π.Χ. που βρέθηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, φαίνεται πως οι πρώτοι Αστυπαλίτες ήταν αργολικής καταγωγής όπως και η διάλεκτος τους. Για την ονομασία της Αστυπάλαιας πολλοί πιστεύουν ότι προέρχεται από το « Αστυπαλαιόν», επειδή, προτού την κατοικήσουν οι Έλληνες, την είχαν εμπορικό σταθμό οι Φοίνικες. Λέγεται ακόμα ότι στην Κω ήταν μια παλιά πολιτεία λεγόμενη Αστυπάλαια, που καταστράφηκε από σεισμούς και πως οι άνθρωποί της ήρθαν και κατοίκησαν τούτο το νησί δίνοντάς του το όνομα της παλιάς τους πατρίδας. Η Αστυπάλαια έχει ακόμα πρυτανείο, στοά και ιερά που λάτρευαν το Δία, τον Ασκληπιό, την Αθηνά, τον Ποσειδώνα, την Άρτεμη και τον Διόνυσο. Χώρια απ’ αυτούς οι Αστυπαλίτες είχαν θεοποιήσει και τους δύο τους πρωταθλητές, τον Ονεισίκριτο και τον μεγαλόσωμο Κλεομήδη. Ο τελευταίος είχε ξεπέσει στην εκτίμηση των άλλων συνανθρώπων του γιατί τόση μανία τον κυρίεψε να κερδίσει τη δάφνη της Ολυμπίας στην 71η Ολυμπιάδα ώστε, σε ένα φοβερό αγώνα πυγμαχίας με τον Επίδαυρο Ίκκο, σκότωσε τον αντίπαλό του.

Οι Ελλανοδίκες, εκτός ότι τον υποχρέωσαν να πληρώσει ένα πρόστιμο από 40 τάλαντα, του αφαίρεσαν και την νίκη, γιατί παραβίασε τους κανονισμένους όρους που πρέπει να σέβονται οι πυγμάχοι. Τόσο πολύ στοίχισε αυτό το ατύχημα στο γιγάντιο πρωταθλητή, ώστε έχασε τα λόγια του. Επιστρέφοντας στην Αστυπάλαια, απάνω σ’ ένα παροξυσμό της τρέλας του, πήγε μια μέρα σ’ ένα σχολείο και την που γινόταν μέσα το μάθημα έριξε, με την υπερφυσική του δύναμη, την κολόνα που κρατούσε την στέγη και πλάκωσε 60 παιδιά. Οι κάτοικοι του νησιού έξαλλοι από το θυμό τους, άρχισαν να τον κυνηγούν με τις πέτρες μέσα από τα βουνά και τις κοιλάδες. Η παράδοση λέει πως ο Κλεομήδης, για να σωθεί από το σφοδρό λιθοβολισμό, έτρεξε ζητώντας καταφύγιο στον ναό της Αθηνάς όπου μπήκε μέσα σε ένα κιβώτιο βρισκόμενο στο ιερό. Κλείστηκε εκεί τόσο ερμητικά που μάταια οι απ’εξω προσπαθούσαν να το ανοίξουν. Τέλος αποφάσισαν να το σπάσουν, όταν όμως το κατόρθωσαν το κιβώτιο βρέθηκε άδειο. Έτρεξαν τότε στους Δελφούς να ρωτήσουν το μαντείο τι απόγινε ο τρελός πρωταθλητής. Και έλαβαν τούτη την απάντηση: «Ύστατος πρώων Κλεομήδης Αστυπαλαίευς, όν θυσίες τιμαθ’άτε μηκέτι θνητών εόντα». Από τότε καθώς μας λέει ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος, τιμούσαν τον Κλεομήδη ως ήρωα. Την ακμή της αρχαίας Αστυπάλαιας μαρτυρούν και τα νομίσματα του Γ΄, Β΄ και Α΄ αιώνα π.Χ., με τις κεφαλές του Περσέα, του Διονύσου, του Ασκληπιού και της Αθηνάς, που βρέθηκαν εκεί. Η αυστηρή λειτουργία των νόμων της στάθηκε ισάξια της ανθηρής ροδιακής εποχής. Ένα διάστημα το νησί υποτάχθηκε στην ηγεμονία των Αθηναίων, καθώς αναφέρεται στους ορολογικούς των καταλόγων. Από όλους τους θαλασσινούς η Αστυπάλαια θεωρήθηκε ως μια αξιόλογη εμπορική σκάλα, συνδέοντας την Δύση με την Ανατολή, μα περισσότερο ανάμεσα στην Κύπρο, Ρόδο, Κω και τη λοιπή Ελλάδα. Στη ρωμαϊκή εποχή, επειδή στο νησί έχει φυσικά λιμάνια και βαθουλούς όρμους, το μεταχειρίζονταν ως ορμητήριο για την καταδίωξη των κουρσάρων. Οι Ρωμαίοι είχαν συνάψει και συμμαχία με τους Αστυπαλίτες εκείνου του καιρού, και το έγγραφο της συμμαχίας, γραμμένο σε διπλό, το κατέθεσαν, το ένα στον ναό του Δία, μέσα στο Καπιτώλιο της Ρώμης, και το άλλο στον ναό της Αθηνάς και του Ασκληπιού στην Αστυπάλαια. Με το επίσημο αυτό συμβόλαιο που ανανεώθηκε το 105 π.Χ., η Αστυπάλαια πήρε από τους Ρωμαίους την προσωνυμία «civitas foederata». Αφού οι Φράγκοι κυρίεψαν το Βυζάντιο στην Τετάρτη σταυροφορία του 1204 και μοιράστηκαν τα νησιά του Αιγαίου, ο δούκας της Νάξου Μάρκος Σανούδος θρόνιασε το 1207 στην Αστυπάλαια το Βενετσιάνο αριστοκράτη Ιωάννη Κουιρίνη, που στάθηκε και ο πρώτος κτήτορας του κάστρου. Για χρόνια έμεινε η Αστυπάλαια κάτω από την Φράγκικη κατοχή, μέχρι που το 1269 την κατέκτησαν οι Βυζαντινοί με επικεφαλή τον ναύαρχο Λικοίριο. Ήρθε το 1310 ο δεύτερος  Ιωάννης Κουερίνης, απόγονος του πρώτου, και την ξανακυρίεψε με τη βοήθεια  του Μάρκου Γριμάκη. Ο πληθυσμός του νησιού έχει πολύ ελαττωθεί για τούτο ο ηγεμόνας του, που ήταν μαζί και αφέντης στην Τήνο και στην Μύκονο σκέφτηκε να μεταφέρει αποίκους από αυτά τα δύο νησιά για να κατοικηθεί η επί 72 χρόνια ακατοίκητη Αστυπάλαια. Θα την ονόμαζε «Αστυνέα» ενώ αυτός θα έπαιρνε το τίτλο του κόμητα της Αστυνέας, όπως είχε κιόλας αποκτήσει τον τίτλο του κόμη της Τήνου. Η επίσημη όμως διοίκηση της Βενετίας που χάλασε τα σχέδια και τον υποχρέωσε να ξαναστείλει στα νησιά τους όλες τις οικογένειες που είχε ξεσηκώσει από αυτά. Όμως σιγά σιγά η Αστυπάλαια πάλι ξανακατοικήθηκε. Οι Κουερίνοι έμειναν κύριοι της σχεδόν επί 300 χρόνια, κι ο καθένας με την σειρά του ανακαίνιζε και μεγάλωνε το κάστρο της. Πλάκες εντοιχισμένες σε διάφορες μεριές του και μετά οικόσημα των ευγενών Βενετσιάνων, που το έχτισαν και το κατοίκησαν, μιλούν για τα περασμένα μεγαλεία των Κουερίνοι. Μια από αυτές τις πλάκες είναι κι εκείνη του Ιωάννη Δ΄ Κουερίνι και της γυναίκας του Ισσαβέλα απάνω στο κάστρο, όπου αναφέρεται και ο αποικισμός του νησιού. Τούτος ο Κουερίνι κατόρθωσε καθώς βλέπουμε, αυτό που δεν πέτυχε ο πρόγονός του, γιατί τιτλοφορήθηκε ακόμα και «κόμης της Αστυνέας», το Μάρτη του 1413, ημέρα αφιερωμένη στον προστάτη της Άγιο Κουιρίνι: Η πλάκα γράφει τούτα τα λόγια «Joannes Quirines cause Astinease qui eo primus duxit Accolas anno M CCCCXIII die xxx  Marci translatiouis San  Quirini»

Οι άρχοντες έχασαν για πάντα την Αστυπάλαια όταν ήρθε το 1537 μ.Χ. ο φοβερός Βαρβαρόσας στα νησιά του Αιγαίου. Διατήρησαν όμως την ανάμνηση της παλιάς τους δόξας αλλά και τον επίσημο τίτλο τους κρατούν ακόμη, ως τα σήμερα, στη Βενετία, οι μακρινοί τους απόγονοι που υπογράφονται: Quirini – Stampaglia.

Αργότερα οι Τούρκοι παραχώρησαν σύμφωνα με τον ιερό τους νόμο, πολλά προνόμια στα νησιά που τους δήλωσαν αμέσως υποταγή. Τους άφησαν ελεύθερη αυτοδιοίκηση και οι κάτοικοι τους δεν εκπλήρωναν παρά ένα μικρό ετήσιο φόρο, το «μακτού», όπως είδαμε να γίνεται και στα άλλα νησιά. Ένα από αυτά είναι και η Αστυπάλαια. Τα μικρά νησάκια έζησαν ειρηνικά χρόνια με τους Τούρκους διατηρώντας την Ελληνικότητά τους και την γλώσσα τους, που ήταν η επίσημη γλώσσα ανάμεσα στις κοινοτικές αρχές του τόπου, στις αρχές της Ρόδου και της Πύλης. Το εμπόριο και η σπογγαλιεία βρισκόταν σε μεγάλη ακμή καθώς και η ελληνική παιδεία. Όμως με τον ξεσηκωμό της φυλής στην επανάσταση του Εικοσιένα, όλα σταμάτησαν για να ριχτούν οι Έλληνες, θαλασσινοί και στεριανοί στον Ιερόν Αγώνα. Αλλά και οι Κουρσάροι δεν έπαυαν τις αρπαχτικές επιδρομές στα νησιά, όπου ταξίδευαν τότε και πολλοί ξένοι φιλέλληνες. Ένας από αυτούς ήταν και ο Γάλλος πλοίαρχος Η.Bisson, κυβερνήτης μιας καταδρομικής κορβέτας που θυσίασε τη ζωή του το 1827 μέσα στο λιμάνι της Μαλτεζάνας. Είχε προσαράξει εκεί εξ αιτίας μεγάλης τρικυμίας, όταν τη νύχτα του έκαναν αιφνιδιασμό δύο μεγάλα πειρατικά καράβια. Ύστερα από γιγάντια πάλη, ο Γάλλος καπετάνιος, βλέποντας πως θα έπεφτε σε λίγο στα νύχια των κουρσάρων, έβαλε φωτιά στην μπαρουτοθήκη του πλοίου του κι ανατινάχτηκε μαζί με αυτούς στον αέρα. Το 1828, αφού για λίγο παραχωρήθηκε η Αστυπάλαια στην Ελλάδα με τις Νότιες Κυκλάδες ύστερα ξαναδόθηκε στην Τουρκία, όπως έγινε με τις άλλες μεσημβρινές Σποράδες, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830. Τέτοιο σκληρό χτύπημα δεν περίμεναν οι νησιώτες από τις προστάτισσες Μεγάλες δυνάμεις. Για αυτό και τους έστειλε η ελληνική γερουσία τη διαμαρτυρία τούτη. «Οι κάτοικοι των δυστυχών τούτων μερών με τι βλέμμα θα ίδωσιν, ότι αυτοί οι πρώτοι υπερασπισταί της Ελληνικής υποθέσεως, επαναπίπτουσιν εις την δουλείαν, ενώ ελευθερούσιν τους συμπολεμιστάς των. Ο αποκλεισμός των νησιών θα ωθήση εις εκπατρισμόν ανθρώπους απηλπισμένους…»

Η κραυγή αυτή της απελπισίας κατά πολύ πραγματοποιήθηκε. Οι περισσότεροι νησιώτες ξενιτεύτηκαν ζητώντας την τύχη τους στο εξωτερικό. Η Ιταλική κατοχή με τις πιέσεις και τους περιορισμούς, όπως και η φτώχεια των περισσοτέρων νησιών, ανάγκασαν πάλι σε νέο ξενιτεμό τους Αστυπαλίτες. Έτσι σιγά σιγά τα μέρη αυτά έχασαν τη ζωντάνια τους και την πρώτη τους ακμή χωρίς οι κάτοικοί τους να χάσουν την ζωτικότητά τους, προσπαθώντας να δουλεύουν τη γη και να οργώνουν τις γύρω θάλασσες, για να μην πέσουν τα νησάκια τους σε μαρασμό. Το 1948 παραχωρείται μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s