ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ

TO AIΓΑΙΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


Το νησιωτικό τμήμα του Αιγαίου πελάγους δεν αποτέλεσε κατά την αρχαιότητα ένα ενιαίο σύνολο ούτε πολιτικά, αλλά επηρεαζόταν από τις σχέσεις που ανέπτυσσε το κάθε νησί με ηπειρωτικές μονάδες, είτε της Μικράς Ασίας είτε της Ελλάδας, ούτε γεωφυσικά, όπου επίσης κάθε νησί έχει τις ιδιαιτερότητές του. Εν τούτοις, υπάρχει στα νησιά ένας ιδιαίτερος αιγαιακός χαρακτήρας που συνδέεται τόσο με τη «νησιωτικότητα», όσο και με το ρόλο τους ως ενός ενδιάμεσου κρίκου στην αλυσίδα της επικοινωνίας μεταξύ βορρά, νότου, ανατολής και δύσης.

Ιστορικό πλαίσιο

Μετά το τέλος της μυκηναϊκής εποχής, το Αιγαίο βρίσκεται και πάλι στο κέντρο των ιστορικών εξελίξεων, οι οποίες δίνουν νέα ώθηση στη ζωή των νησιών. Οι μετακινήσεις των φύλων από την Ελλάδα προς Ανατολάς (ο λεγόμενος Α΄ Αποικισμός, 1100-950 π.Χ.) επηρέασαν τα νησιά τόσο πληθυσμιακά όσο και οικονομικά. Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της εποχής ήταν η ‘συνάντηση’ των Αιγαιοπελαγιτών με τους Φοίνικες, η οποία, μεταξύ άλλων, οδήγησε σε μια σημαντική πολιτισμική εξέλιξη δεδομένου ότι από αυτή προήλθε το φωνητικό αλφάβητο που αποτελεί τη βάση των σημερινών ευρωπαϊκών αλφαβήτων.

Η εγκατάσταση των φύλων δεν έγινε τυχαία: Αιολείς αποίκησαν κυρίως την περιοχή του Β. Αιγαίου (Λέσβος και Τένεδος), Ίωνες του κεντρικού (Σάμος, Χίος, Κυκλάδες) και Δωριείς του νοτιοδυτικού (Ρόδος, Κως, Μήλος, Θήρα, Σύμη, Νίσυρος, Κάλυμνος), με τις αντίστοιχες περιοχές των μικρασιατικών παραλίων. Οι νέοι έποικοι έφεραν τα ήθη και τα έθιμά τους, στοιχείο που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάστηκαν στα διάφορα νησιά. Η αντίληψη της κοινής προέλευσης φαίνεται και από τα Κοινά που δημιουργήθηκαν: το Κοινόν των Ιώνων (ή Πανιώνιον), στο οποίο συμμετείχαν 12 πόλεις των οποίων οι πολίτες αυτοαποκαλούνταν Ίωνες, και την αμφικτυονία της Δωρικής Εξάπολις με κέντρο το ναό ιερό του Τριοπίου Απόλλωνος, στην οποία συμμετείχαν οι πόλεις που αποικίστηκαν από τους Δωριείς.

Η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη οδήγησε σε νέα αποικιακή δραστηριότητα (Β’ Αποικισμός, 8ος-6ος αιώνας π.Χ.), με παράλληλη εξέλιξη τη δημιουργία του θεσμού της πόλης-κράτους και σημαντικές πολιτειακές εξελίξεις (μεταξύ αυτών η ίδρυση του Πανιωνίου) και , οι οποίες σταδιακά θα οδηγούσαν στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών. Η επαφή με διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς καθώς και η οικονομική ευρωστία που χαρακτηρίζει την περίοδο δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Το έπος και η λυρική ποίηση, η απαρχή της φιλοσοφίας αλλά και η διαμόρφωση του ιωνικού και δωρικού ρυθμού στην αρχιτεκτονική είναι θεμελιώδεις αλλαγές που έχουν τις απαρχές τους στο χώρο του Αιγαίου.

Το τέλος του 6ου χαρακτηρίζεται από την έναρξη των συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων και Περσών. Στην Ιωνική Επανάσταση (499-494 π.Χ.) συμμετέχουν αρκετά νησιά του Αιγαίου, με αποτέλεσμα οι Πέρσες να υποτάξουν, μετά τη νίκη τους στη ναυμαχία της Λάδης (494 π.Χ.), μεγάλο μέρος των Κυκλάδων και τη Νάξο. Κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων, όσες πόλεις ήταν ελεύθερες πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων. Με τη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, τα νησιά ακολουθούν τις πολιτικές εξελίξεις, όπως αυτές διαμορφώνονταν από τους δύο αντιπάλους, την Αθήνα και τη Σπάρτη. Έτσι, άλλοτε συμμετέχουν στην Α΄ (Δηλιακή, 478/7 π.Χ.) και στη Β΄ (378/7) Αθηναϊκή Συμμαχία, άλλοτε επαναστατούν κατά της Αθήνας (είναι γνωστή η εξέγερση των Μηλίων) και συμμαχούν με τη Σπάρτη και άλλοτε κατορθώνουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Η κατάσταση αυτή είχε επιπτώσεις και στο εσωτερικό των πόλεων: τα πολιτικά κόμματα εναλλάσσονταν στην εξουσία προκαλώντας ακόμα και εμφύλιες συγκρούσεις. Δεν έλειψαν και οι συγκρούσεις ή συμμαχίες με Πέρσες ή άλλους σατράπες που κυριαρχούσαν στη Μικρά Ασία, αλλά πάντα μέσα στο γενικό γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Ιδιαίτερης σημασίας γεγονός αποτέλεσε η ήττα της Αθήνας στο Συμμαχικό Πόλεμο (357-355), κατά τον οποίο πολλά από τα νησιά του Αιγαίου εξεγέρθηκαν εναντίον της με τη βοήθεια του Μαύσωλου. Η κλασική περίοδος έληξε με την υποταγή όλων των αιγαιακών πόλεων στο Φίλιππο της Μακεδονίας με το Συνέδριο της Κορίνθου (336 π.Χ.).

Κατά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία ο Ρόδιος στρατηγός Μέμνων, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα αντιμακεδονικό μέτωπο, ηγήθηκε του περσικού ναυτικού που έφθασε στο Αιγαίο το 335 π.Χ. και κατέλαβε τη Χίο και τη Λέσβο. Ο διάδοχός του Φαρνάβαζος κατέλαβε και την Τένεδο εξασφαλίζοντας την περσική κυριαρχία και στο υπόλοιπο Αιγαίο. Ο Αντίπατρος με διαταγή του Αλέξανδρου ανέλαβε την ανάκτηση των νησιών, η οποία επιτεύχθηκε το 331 π.Χ.

Η περίοδος που ακολούθησε το θάνατο του Αλεξάνδρου βρίσκει τα νησιά του Αιγαίου στη δίνη των αντιπαραθέσεων μεταξύ των επιγόνων του. Το 314 π.Χ ο Αντίγονος Α΄ της Μακεδονίας κατόρθωσε να υπερισχύσει των υπολοίπων οργανώνοντας το Κοινό των Νησιωτών. Η ισχύς αυτή δεν διήρκεσε πολύ και τα νησιά του Αιγαίου βρίσκονταν ανάλογα με τις πολιτικές βλέψεις και την έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων πότε στο ένα και πότε στο άλλο βασίλειο. Αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης αποτέλεσε η πολιορκία της Ρόδου, το νησί που σε όλο το διάστημα των πολέμων μεταξύ των ελληνιστικών κρατών παρέμεινε ουδέτερο και πολύ ισχυρό. Η Ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.) δεν φαίνεται να επηρέασε την πλειοψηφία των νησιών του Αιγαίου, τα οποία όπως και άλλες μικρασιατικές πόλεις των παραλίων φαίνεται να διατηρούν την ελευθερία τους.

Με τη διοικητική μεταρρύθμιση του Οκταβιανού (43 π.Χ.) εντάσσονται και τα νησιά στην Επαρχία της Ασίας. Τα νησιά έπαψαν να βρίσκονται στο γεωγραφικό επίκεντρο των θαλάσσιων δρόμων. Μολονότι η πνευματική ζωή προχωρούσε σταθερά, τα νησιά γίνονταν δέκτες των πολιτικών εξόριστων των υπόλοιπων περιοχών, αλλά και των φιλομαθών ταξιδευτών της αυτοκρατορικής εποχής.

Κοινωνία

Οι κοινωνίες της πρώιμης ελληνικής περιόδου στα νησιά δε διέφεραν πολύ από τις αντίστοιχες των ηπειρωτικών πόλεων. Στα νησιά με μεγάλη ενδοχώρα η δύναμη συγκεκριμένων οικογενειών συνδέεται με την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την ανάπτυξη του εμπορίου, καθώς και την εντατικοποίηση των επαφών με την Ανατολή (8ος – 7ος αιώνας).

Έτσι, σταδιακά δημιουργήθηκαν μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, μικρότερες σε αριθμό από εκείνες των ηπειρωτικών πόλεων, που όμως συνέχιζαν να παίζουν το σημαντικότερο ρόλο μέσα στις πόλεις και σε κάποιες περιπτώσεις εξελίχθηκαν σε ομάδες εξουσίας. Οι νέες συνθήκες μετά τους Περσικούς Πολέμους έδωσαν την ευκαιρία στη μεσαία τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών να αναπτυχθούν. Με το εμπόριο ασχολιόταν μεγάλο μέρος του νησιωτικού και του παράλιου ηπειρωτικού πληθυσμού.

Στην ελληνιστική εποχή στις Κυκλάδες μαρτυρούνται κοινωνικές εντάσεις στα νησιά Αμοργό, Θήρα, Κέω, Ίο, Σύρο, Νάξο, Κίμωλο και Πάρο, χωρίς όμως πάντα να έχουν κάποια σαφή ή σημαντική συνέπεια ή αλλαγή του κοινωνικού χάρτη.

Στην αυτοκρατορική εποχή, είναι σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα στο δήμο και στους εύπορους ευεργέτες-επιφανείς πολίτες, οι οποίοι κατορθώνουν αρκετές φορές να αποκτήσουν τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη. Μολονότι η δράση τους μείωνε την αξία των δημοκρατικών θεσμών και σήμαινε τη μείωση της δύναμης των πόλεων-κρατών ως αυταρκών κοινοτήτων, ο δήμος πάντα εκδήλωνε τα συναισθήματα λατρείας και ευγνωμοσύνης στους ευεργέτες του. Ήδη όμως από τον 1ο αι. μ.Χ. παρατηρείται άνοδος της ελληνικής αστικής τάξης και στα νησιά του Αιγαίου, μέλη της οποίας κατορθώνουν να ανέλθουν στα ανώτατα κρατικά αξιώματα, όπως ο Αχιλλεύς Ρωμαίος από τη Δήλο, ο Γάιος Σερτίνιος Ξενοφών (ιατρός του αυτοκράτορα Κλαυδίου) από την Κω, οι Πομπήιοι Μάρκοι από τη Μυτιλήνη και ο Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός Δωρίων Πολύκνις από την Κρήτη. Στον αιώνα όμως της κρίσης (3ος μ.Χ.) οι περισσότεροι που ανελάμβαναν σημαντικά αξιώματα είναι κατώτερης κοινωνικής προέλευσης και συχνά απελεύθεροι.

Πολιτική

Η οργάνωση των πόλεων-κρατών στα νησιά

Στα περισσότερα νησιά υπάρχει ένας ή περισσότεροι οικισμοί που χαρακτηρίζεται από τις πηγές ως «πόλις» (πόλη-κράτος). Σημαντικές πόλεις νησιών, όπως η Πάρος, η Νάξος και η Σάμος περιλάμβαναν στην επικράτειά τους μικρά γειτονικά νησιά. Σε αρκετά νησιά συναντώνται περισσότερες από μια πόλεις-κράτη (τότε ονομάζονται «δίπολις» ή «τρίπολις», κ.ο.κ.).

Από νωρίς είχαν ιδρυθεί φυλετικές συνενώσεις νησιωτικών και ηπειρωτικών πόλεων στο ανατολικό Αιγαίο, η «Δωδεκάπολις» των Ιώνων με κέντρο το Πανιώνιο ιερό στον κόλπο της Εφέσου και η «Εξάπολις» των Δωριέων με κέντρο το Τριόπιο κοντά στην Κνίδο. Παρόμοια συνένωση ήταν αυτή της Αμφικτυονίας της Δήλου, στην οποία συμμετείχαν τα περισσότερα μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας. Άλλοτε οι ίδιες οι πόλεις ενός νησιού απετέλεσαν μέλη μίας ομοσπονδίας (π.χ. οι πόλεις της Κέω και της Αμοργού), ενώ αργότερα στα ελληνιστικά χρόνια οι περισσότερες από τις νησιωτικές πόλεις του Αιγαίου έγιναν μέλη του Κοινού των Νησιωτών.

Για κάποια νησιά είναι γνωστό ότι ο πληθυσμός τους χωρίζονταν σε διάφορες γεωγραφικές και φυλετικές ομάδες, όπως «φυλαί, γένη, τριττύες, χώρους, δήμους». Οι κάτοικοι αρκετών νησιωτικών πόλεων διαιρούνταν στις τέσσερεις ιωνικές (Αργαδείς, Όπλητες, Αιγικορείς, Γελέοντες) ή στις τρεις δωρικές (Πάμφυλοι, Υλλείς, Δυμάνες) φυλές. Αργότερα σε αυτές τις φυλές προστέθηκαν και άλλες ανάλογα με την ιδιαίτερη εξέλιξη κάθε πόλεως, ενώ υπήρχαν και υποδιαιρέσεις, όπως οι «δήμοι» και οι «χιλιαστύες».

Η εσωτερική πολιτική οργάνωση των πόλεων των νησιών του Αιγαίου, όχι μόνο των ιωνικών αλλά και των δωρικών, φαίνεται ότι είχε παρόμοια μορφή με εκείνη της αθηναϊκής πολιτείας. Κεντρικά όργανα της πολιτείας, τουλάχιστον στις περιόδους ολιγαρχίας και δημοκρατίας, ήταν συνήθως η «βουλή» και ο «δῆμος»/ «ἐκκλησία», ενώ το αξίωμα του οποίου η ενιαύσια αρχή ήταν η βάση του χρονολογικού συστήματος ήταν συχνά ο «ἄρχων». Άλλοι σημαντικοί τίτλοι αξιωμάτων που συναντώνται σε πολλές πόλεις είναι ο «γραμματεύς», ο «προστάτης», ο «ἐπιστάτης», οι «πρυτάνεις» και οι «πρόεδροι», οι «στρατηγοί», ο «πολέμαρχος» και ο «ἀγορανόμος» κ.ά. Σε ορισμένα νησιά (Λήμνος, Ίμβρος, Σκύρος) που βρίσκονταν κάτω από τον αθηναϊκό έλεγχο είχε εγκατασταθεί «διοικητὴς» ή «ἄρχων» και φρουρά της οποίας ηγείτο. Εξαίρεση όλων αυτών αποτελούσαν η Μήλος και η Θήρα, όπου μαρτυρούνται αντίστοιχα τα εξής όργανα: «πλῆθος», «ἀρχαὶ», «σύνεδροι» και, «ἔφοροι» και «δῆμος».

Τα πολιτεύματα και οι εναλλαγές τους

Aπό τη βασιλεία και την αριστοκρατία στην τυραννίδα

Αρκετά νησιωτικά κράτη φαίνεται από νωρίς ότι κυβερνώνταν από κληρονομικούς βασιλείς και βασιλικές/ δυναστικές οικογένειες, αν και οι πληροφορίες για τις Κυκλάδες και τις Σποράδες είναι ελάχιστες. Στον 7ο αιώνα όμως σε πολλές περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στο ανατολικό Αιγαίο οι οικογένειες αυτές ανατράπηκαν είτε από άλλα αριστοκρατικά γένη, είτε από ολιγαρχίες, είτε από τυράννους. Οι σημαντικότερες τυραννίδες ήταν αυτές του Πιττακού στη Μυτιλήνη, του Λύγδαμι στη Νάξο και του Πολυκράτη της Σάμου. Τυραννίδες εμφανίστηκαν επίσης στη Χίο και την Κω.

Η δημοκρατία και η κατάλυσή της

Λίγο πριν αλλά και μετά την αποτίναξη της περσικής κυριαρχίας στο ανατολικό Αιγαίο στα περισσότερα νησιά εγκαθιδρύθηκαν δημοκρατίες που σε αρκετές περιπτώσεις επηρεάστηκαν από την αθηναϊκή. Στην τελευταία φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου οι ευρύτερες εξελίξεις και η συνεχής αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Αθήνα οδήγησαν στην κατάλυση της δημοκρατίας στα περισσότερα νησιά. Η τελευταία αποκαταστάθηκε σε ορισμένα από αυτά κατά τον 4ο αι. π.Χ., αν και οι αποστασίες από τη Β΄ Αθηναϊκή Συμμαχία έφεραν στην εξουσία ολιγαρχικούς της Ρόδου, της Κω και της Χίου. Εντούτοις, οι αναφορές σε αποκατάσταση του πατρογονικού πολιτεύματος σε κάποια νησιά είναι αρκετά ασαφείς, ώστε να γνωρίζουμε τη μορφή της πολιτειακής οργάνωσης πριν και μετά την αλλαγή. Εξαίρεση οι πόλεις της Λέσβου, όπου επιβλήθηκαν προσωρινά τυραννίδες (έως το 346 π.Χ. αλλά και μετά την προσχώρηση στην Κορινθιακή Συμμαχία του 336 π.Χ. ).

Κατά την ελληνιστική εποχή, παρότι παρέμειναν οι δημοκρατικοί θεσμοί, αυξήθηκε ο ρόλος των αρχόντων. Μόνο στο διάστημα της κυριαρχίας του Αντιγόνου Γονατά πιθανότατα επιβλήθηκαν τυραννικά ή τουλάχιστον ολιγαρχικά φιλομακεδονικά καθεστώτα στις πόλεις του Αιγαίου. Και στις επόμενες περιόδους της ιστορίας το πολίτευμα παρέμεινε τύποις δημοκρατικό. Στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώθηκε σε λίγους από τα ανώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα που συνήθως εκλέγονταν στα αξιώματα.

Στη ρωμαϊκή περίοδο η απώλεια της ανεξαρτησίας των πόλεων είχε ως αποτέλεσμα οι πόλεις να χάσουν το χαρακτήρα του κράτους και σταδιακά να μεταβληθούν σε περιφερειακούς αστικούς οικισμούς. Στα αυτοκρατορικά χρόνια τέλος επιβλήθηκε στις κοινωνίες των νησιών μια αριστοκρατία επιφανών πολιτών, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη Ρώμη, ενώ σημαντικότερο δημόσιο όργανο έγινε ο αριστοκρατικός Άρειος Πάγος. Το σύστημα σε πολλές πόλεις μετατράπηκε σε τιμοκρατικό. Ως προς τα αξιώματα τα νησία ακολούθησαν τους νεοτερισμούς που συναντώνται και στην ηπειρωτική Ελλάδα ή τη Μικρά Ασία (δεκάπρωτοι στην Αμοργό).

Οι σχέσεις των ηγεμονικών κρατών με τα νησιωτικά κράτη

Από την πρώιμη αρχαϊκή περίοδο αναπτύχθηκαν στο Αιγαίο τάσεις επέκτασης της επιρροής ενός η περισσοτέρων κρατών πάνω σε άλλα με στηρίγματα το ισχυρό ναυτικό. Επιπλέον, υπήρχε τάση πολιτικής εξάρτησης μικρών νησιών από μεγαλύτερα ή από παραλιακές πόλεις της ελλαδικής ή μικρασιατικής ενδοχώρας. Έτσι, εκτός από τους Λυδούς και τους Πέρσες που υπερίσχυσαν ιδιαίτερα στο ανατολικό Αιγαίο έως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., η Νάξος, η Πάρος και η Σάμος είχαν προσπαθήσει στην αρχαϊκή περίοδο να θέσουν υπό τον έλεγχό τους γειτονικά και μη νησιά. Μετά τους Περσικούς Πολέμους η ανάληψη της συνέχισης του πολέμου εναντίον των Περσών από τους Αθηναίους έδωσαν στους τελευταίους την ευκαιρία να συστήσουν και να εδραιώσουν την Α΄ Αθηναϊκή ή Δηλιακή Συμμαχία που πήρε τη μορφή αθηναϊκής ηγεμονίας στο χώρο του Αιγαίου. Τη θέση αυτή διαδέχθηκε η Σπάρτη μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου με το Λύσανδρο, αλλά σύντομα το περσικό ναυτικό μπόρεσε να υπερισχύσει στα ύδατα του Αιγαίου ώς την επικράτηση των Μακεδόνων (323 π.Χ.). Μικρό διάλειμμα απετέλεσε η ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας (378-356 π.Χ.), καθώς και η μερική επικράτηση της καρικής δυναστείας των Εκατομνιδών.

Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, τα ελληνιστικά βασίλεια προσπάθησαν να κερδίσουν όσο πιο πολλούς συμμάχους ή υποτελείς στο νησιωτικό χώρο. Τελικά, η Μακεδονία και η Πτολεμαϊκή Αίγυπτος επεκράτησαν, αν και συγκρούστηκαν πολλές φορές. Στην ελληνιστική περίοδο, νησιωτικά και μη κράτη προσπάθησαν να κυριαρχήσουν σε άλλα, όπως έγινε με τη Σάμο, την Κω, τη Ρόδο και τελικά τη Δήλο, ενώ επιρροή άσκησε και το ατταλιδικό βασίλειο της Περγάμου. Η ρωμαϊκή κυριαρχία, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Σύλλα στο χώρο αυτό (86 π.Χ.), τερμάτισε τους αγώνες για την επικράτηση.

Οικονομία

Βασική για την επιβίωση αλλά και την ανάπτυξη των νησιών ήταν η καλλιέργεια της γης, και ιδιαίτερα η καλλιέργεια των σιτηρών. Αν και η τελευταία γινόταν δύσκολα, τα νησιά ήταν σχεδόν πάντα αυτάρκη. Γνωστά από τις πηγές για την καλλιέργεια σιτηρών ήταν τα νησιά Χάλκη, Λήμνος, Μήλος. Στη Λήμνο και στη Θήρα ήταν ανεπτυγμένη η αμπελουργία, ενώ περίφημες για την παραγωγή σταφίδας και κρασιού ήταν η Ρόδος, η Σάμος, η Χίος και η Θάσος. Εξαγώγιμα προϊόντα καλής ποιότητας ήταν η σταφίδα και τα σύκα της Ρόδου και της Χίου, τα αχλάδια της Κέω και το ελαιόλαδο της Σάμου. Αλλά γενικότερα, όλα τα νησιά, παρά την ανάγκη εντατικής καλλιέργειας, είχαν αυτάρκεια σε αγροτικά προϊόντα, όπως φρούτα, λαχανικά, καρύδια και μέλι. Τις διατροφικές ανάγκες των νησιωτών και όλων των παραλίων του Αιγαίου κάλυπταν και τα ψάρια, που από την ελληνιστική εποχή έγιναν η προτίμηση των πλουσίων. Παράλληλα σημαντική ήταν και η εκμετάλλευση των δέντρων των νησιών για την παραγωγή ξυλείας.

Αξιόλογος ήταν και ο ορυκτός πλούτος των νησιών. Καλής ποιότητας λευκό μάρμαρο για κατασκευές εξαγόταν από την Πάρο. Λατομεία μαρμάρου είχαν τα περισσότερα νησιά και από τα ελληνιστικά χρόνια ήταν γνωστά τα χρωματιστά μάρμαρα του Αιγαίου. Τα περισσότερα νησιά είχαν τη δυνατότητα εξόρυξης ασβεστόλιθου. Ιδιαίτερη ήταν η ανάπτυξη της Σίφνου εξαιτίας των μεταλλείων αργύρου που διέθετε, ενώ η Θάσος φέρεται να είχε μεταλλεία χρυσού. Η Κύθνος και η Σέριφος είχαν μεταλλεία σιδήρου και χαλκού και η Χαλκίδα επίσης φαίνεται να ήταν ξακουστή για την παραγωγή χαλκού. Τέλος, η Κέως παρήγε ώχρα και η Σκύρος χρωστικές ουσίες.

Στον τομέα του εμπορίου την ώθηση για την ανάπτυξη σχέσεων με τη Δύση και την Ανατολή έδωσε ο αποικισμός. Σταδιακά παγιώθηκαν τα βασικά θαλασσινά δρομολόγια και δημιουργήθηκαν εμπορικοί σταθμοί. Γνωστά προϊόντα που εξάγονταν από τα νησιά ήταν κρασί, τυρί, τόνος, ενώ προϊόν ανταλλαγών ήταν και οι δούλοι που πωλούνταν την ελληνιστική περίοδο κυρίως στη Δήλο. Εισαγώγιμα ήταν πολλά προϊόντα, μερικές φορές όμως τα βασικά, όπως σιτάρι και λάδι.

Σημαντικοί εμπορικοί στόλοι είχαν κατασκευαστεί στα μεγάλα νησιά ιδίως του ανατολικού Αιγαίου, ενώ λιμάνια ή όρμοι υπήρχαν στα περισσότερα νησιά. Παρόλα αυτά, η ισχύς του ανεξάρτητου νησιωτικού εμπορίου άρχισε να περιορίζεται από την επιβολή του ελέγχου μιας μεγάλης πολιτικής δύναμης, από τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και από την αυξανόμενη άσκηση της πειρατείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή του Πολυκράτη της Σάμου, τα πλοία των νησιών ασκούσαν πειρατεία παράλληλα με το κανονικό εμπόριο.

Πολιτισμός

Ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο και μουσική

Από τα γεωμετρικά ακόμη χρόνια η ποίηση στο χώρο του Αιγαίου (κυριώς το ανατολικό) ανθούσε περισσότερο από όσο στις άλλες περιοχές του ελληνισμού. Νησιά όπως η Ίος, η Χίος και η Σάμος, καθώς και παραλιακές πόλεις της Μ. Ασίας προβάλλονται ως πιθανές γενέτειρες του Ομήρου. Επικά ποιήματα με τοπικά θέματα έγραψαν επίσης ο Πείσινος από τη Λίνδο και ο Πείσανδρος από την Κάμειρο.

Η λυρική ποίηση γνωρίζει μεγάλη άνθηση τον 7ο και 6ο αι. π.Χ.. Μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η υποστήριξη των ποιητών από τις αριστοκρατικές αυλές των νησιών. Σπουδαίοι εκπρόσωποι του είδους αυτού ήταν η Σαπφώ και ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο Ανακρέων ο Τήϊος ο Αρίων ο Μυθημναίος, ο Αρχίλοχος ο Πάριος, ο Σιμωνίδης ο Αμοργίνος και ο Σιμωνίδης ο Κείος. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του Αρίωνα τόσο στην ανάπτυξη της μουσικής και του χορού, όσο και στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη γένεση της τραγωδίας. Σημαντικός ήταν ο τραγικός ποιητής Ίων ο Χίος ενώ είναι γνωστά και τα ονόματα του Βιττώ του Σάμιου, του Αρχίνομου του Ρόδιου και του Λυσιστράτου και του Γόργιππου των Χαλκιδέων.

Στην ελληνιστική εποχή εξέχοντες ποιητές ήταν ο Φιλητάς, ελεγειακός ποιητής και φιλόλογος, και ο Σιμίας από τη Ρόδο. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ασχολήθηκε με επική ποίηση συγγράφοντας τα περίφημα «Ἀργοναυτικά».

Φιλοσοφία, ιστοριογραφία και επιστήμη

Στα πεζά κείμενα βασική θέση κατέχουν οι Ίωνες λογογράφοι και φιλόσοφοι. Στην παράδοση αυτή εντάσσεται και ο Φερεκύδης ο Σύριος (5ος αι. π.Χ.), ένας από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Γνωστό είναι το όνομα ενός αντιπάλου του Σωκράτη, του Αντιλόχου του Λημνίου και του Μενέδημου από την Πύρρα της Λέσβου, μαθητή του Πλάτωνα. Μετά το λεξικογραφικό έργο του Φιλητά, τα σκήπτρα στη θεωρητική αναζήτηση παίρνουν οι μαθητές του Αριστοτέλη, ο Ερέσιος Θεόφραστος, ο Διοκλής ο Καρύστιος και ο Εύδημος ο Ρόδιος. Ο πρώτος συνεχίζει τη σχολή του διδασκάλου και ο δεύτερος ιδρύει νέα σχολή στη Ρόδο. Το νησί αυτό συνέχισε να ελκύει περιπατητικούς φιλοσόφους και στο 2ο αι. π.Χ., όπως τον Πραξιφάνη και τον Ιερώνυμο, και έφθασε να αποτελεί ένα από τα συχνά μέρη επίσκεψης των διανοουμένων της εποχής. Διευθυντής της σχολής του Επικούρου τον 3ο αι. π.Χ. ήταν ο Μυτιληναίος Έρμαρχος. Στη στωική φιλοσοφία επιδόθηκαν ο Αρίστων ο Χίος και ο Εκάτων ο Ρόδιος. Ονομαστός στωικός φιλόσοφος από τη Ρόδο υπήρξε και ο Παναίτιος, φίλος του Σκιπίωνα, και ο μαθητής του Ποσειδώνιος.

Στον τομέα των θετικών επιστημών τα νησιά από νωρίς έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επιρροή των φυσικών φιλοσόφων της Ιωνίας ήταν φανερή. Στη Σάμο του 6ου αι. π.Χ. το όρυγμα του Ευπαλίνου απετέλεσε ένα από τα πιο θαυμαστά δείγματα αρχαίας μηχανικής. Εξέχουσα θέση στην ιστορία της αιγαιακής επιστήμης κατέχει η μορφή του Ιπποκράτη του Κώου, που όμως επηρέασε και την εξέλιξη της θεωρητικής σκέψης του 5ου αι. π.Χ. Πατέρας της φυσιολογίας θεωρείται ο Ερασίστρατος από την Κέα (4ος αι.), ενώ ο Φιλίνος από την Κω πρωτοστάτησε σε μια εμπειρική αντιμετώπιση της ιατρικής. Πρόδρομος της ηλιοκεντρικής θεωρίας και μεγάλος αστρονόμος αναδείχθηκε τον 3ο αι. π.Χ. ο Αρίσταρχος ο Σάμιος. Στο χώρο της θεωρητικής αναζήτησης σε θέματα γεωργίας είναι γνωστά τα ονόματα του Χάρη του Πάριου και του Απολλόδωρου του Λήμνιου, συγχρόνων του Αριστοτέλη.

Σημαντικοί ιστοριογράφοι από τα νησιά του Αιγαίου υπήρξαν ο Αντίγονος ο Καρύστιος, ο Μύρσιλος ο Μυθημναίος και ο Αρχέμαχος ο Ευβοεύς.

Τέχνες

Ο αιγαιακός χώρος υπήρξε γόνιμο πεδίο ανταλλαγών, τόσο σε επίπεδο τεχνοτροποιών και τεχνικών, όσο και των καθαυτό τεχνουργημάτων, μεταξύ της ανατολικής Μεσογείου, της Ανατολίας και της κυρίως Ελλάδας. Ήδη από τη Γεωμετρική περίοδο αναπτύχθηκαν τοπικά εργαστήρια κεραμικής και πιθανόν χρυσοχοϊας (Σκύρος, Νάξος, Ρόδος). Το εμπόριο με τους Φοίνικες περιλάμβανε αντικείμενα μεταλλοτεχνίας αλλά και σπάνια υλικά όπως το ελεφαντόδοντο, ενώ θεωρείται πιθανή και η εγκατάσταση σε νησιά του Αιγαίου φοινίκων τεχνητών, οι οποίοι επηρέασαν την τοπική παραγωγή (ροδιακή χρυσοχοϊα). Στα αρχαϊκά χρόνια ξεχωρίζει η κεραμική παραγωγή της Νάξου, καθώς και της Χίου και Σάμου, οι οποίες επηρεάστηκαν από τη Μίλητο και άλλα μικρασιατικά κέντρα. Στη γλυπτική τα κρητικής έμπνευσης δαιδαλικά αγάλματα (Θήρα, Νάξος, Δήλος) αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τις μορφές των κούρων και των κορών και αναπτύχθηκε πλειάδα τοπικών σχολών με κυριώτερες εκείνες της Νάξου, Πάρου, Χίου και Σάμου. Στα κλασσικά χρόνια σημαντικότερη υπήρξε η γλυπτική παραγωγή της Πάρου με επιφανέστερο εκπρόσωπό της τον Σκόπα, ενώ κατά την Ελληνιστική περίοδο τα δημιουργικότερα κέντρα ήταν η Ρόδος και η Δήλος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s