ΤΟ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Στον αιγαιακό χώρο το εθιμικό δίκαιο έως το πρόσφατο παρελθόν συνιστούσε ισχυρό ρυθμιστικό παράγοντα στη λειτουργία των νησιωτικών κοινωνιών. Οι εθιμικοί κανόνες σε κάποιες περιπτώσεις είχαν αποτυπωθεί γραπτά, είτε με τη μορφή κοινοτικών αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένα πρακτικά θέματα της ζωής των κατοίκων είτε –μεταγενέστερα– με τη μορφή λογιότερων κειμένων που ρύθμιζαν με λεπτομέρειες την κοινοτική διοίκηση, τις συναλλαγές και γενικότερα τη λειτουργία των νησιωτικών κοινοτήτων.

Προσπαθώντας κάποιος να ανακαλύψει έναν κοινό παρονομαστή στο Αιγαίο θα εκπλαγεί από την πολυμορφία και την ποικιλία των εθιμικών πρακτικών. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό γραπτών και άγραφων νόμων που προκύπτει από τις παραλλήλως ισχύουσες τάξεις δικαίου (π.χ. του εκκλησιαστικού και του οθωμανικού ή του βενετικού), την τάση επιβολής του καθενός από αυτά εις βάρος των άλλων αλλά και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Νοταριακό σύστημα, κοινότητα και μεταβιβάσεις

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας διατηρούνταν σε αρκετές νησιωτικές κοινότητες οργανωμένο νοταριακό σύστημα, αποτέλεσμα της βενετικής και γενουατικής επιρροής, το οποίο εξυπηρετούσε και τους ιδιώτες και τις κοινότητες των νησιών. Αυτό αφορούσε τη θεσμοθετημένη παράδοση της προσφυγής των κατοίκων των νησιών στον νοτάριο όταν επρόκειτο να κληροδοτήσουν, να μεταβιβάσουν, να πωλήσουν, να δωρίσουν ή να ανταλλάξουν οποιοδήποτε ακίνητο περιουσιακό τους στοιχείο.

Η κοινότητα, από την άλλη πλευρά, έπρεπε να έχει εποπτεία των περιουσιακών στοιχείων των κατοίκων ώστε να κάνει στους φορολογούμενους την τελική κατανομή των φόρων που επέβαλλε η οθωμανική εξουσία. Οι κάτοικοι των νησιών κατοχύρωναν με αυτό τον τρόπο τα περιουσιακά τους στοιχεία και είχαν ένα ισχυρό όπλο στα χέρια τους ώστε να αποκρούσουν πιθανές αμφισβητήσεις ή διεκδικήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό άντρες και γυναίκες εμφανίζονται να πωλούν, να αγοράζουν και γενικά να μεταβιβάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τα ακίνητα που αποτελούν περιουσία τους. Εκτός από τις μεταβιβάσεις που αφορούν προικοδότηση και κληρονομιά, ένα ακίνητο μπορούσε να μεταβιβαστεί μέσω αγοράς ή ανταλλαγής με άλλο ακίνητο ή περιουσιακό στοιχείο.

Ο θεσμός της προτίμησης

Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση και χωροθέτηση των ιδιοκτησιών στο Αιγαίο έπαιξε ο θεσμός της προτίμησης που εφαρμόστηκε με συνέπεια, ενώ επίσημα καταργήθηκε με νόμο του ελληνικού κράτους μόλις το 1856.

Σύμφωνα με το θεσμό της προτίμησης, σε περίπτωση πώλησης ενός ακινήτου η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει ελεύθερα σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αντίθετα, είχαν δικαίωμα να προτιμηθούν, εφόσον το επιθυμούσαν, οι συγγενείς του ιδιοκτήτη του ακινήτου, οι «πρόσιμοι» ή «ειδικοί», και όσοι είχαν ιδιοκτησίες που συνόρευαν με το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, οι «σύμπλιοι». Σε περίπτωση βέβαια που δεν υπήρχε ζήτηση από καμία από αυτές τις πλευρές, ο ιδιοκτήτης μπορούσε να πωλήσει το ακίνητο σε οποιονδήποτε ενδιαφερόταν.

Η προτίμηση ήταν ένα μέσο που εξυπηρετούσε τόσο την αποφυγή του κατακερματισμού περιουσιών όσο και την ενοποίηση των ήδη κατακερματισμένων. Είναι ενδιαφέρον άλλωστε ότι μερικές φορές οι καταγεγραμμένες αγοραπωλησίες και ανταλλαγές συγκαλύπτουν περιουσιακές μεταβιβάσεις σε οικογενειακό πλαίσιο που, κάνοντας χρήση του θεσμού της προτίμησης, αποσκοπούν στην αποφυγή του κατακερματισμού της περιουσίας, ο οποίος, καθώς συχνά όλα τα παιδιά είχαν κληρονομικό δικαίωμα, έτεινε να διασπά τις περιουσίες σε μικρά κομμάτια.

Οικογενειακό δίκαιο

Σε γενικές γραμμές, και χωρίς να αγνοούνται οι σημαντικές διαφοροποιήσεις της κάθε περιοχής, έχουν καταγραφεί για τα νησιά του Αιγαίου τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: η ύπαρξη ενός σαφούς διαχωρισμού μεταξύ της μητρικής και της πατρικής γραμμής συγγένειας, η μεταβίβαση των ονομάτων με τρόπο που να μη θίγεται καμία πλευρά, η ισχύς, σε μεγάλο βαθμό, της μητροτοπικής ή –αργότερα– της νεοτοπικής εγκατάστασης σε συνδυασμό με την τοπική ενδογαμία στο εσωτερικό των διακριτών κοινωνικών ομάδων και την προικοδότηση της γονικής οικίας στην πρωτότοκη ή και τις υπόλοιπες κόρες.

Μεταβίβαση περιουσίας κατά το γάμο

Η ποικιλία των προικοδοτικών συμπεριφορών ήταν στο παρελθόν μια βασική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε κατοίκους διαφορετικών νησιών ή και ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες του ίδιου νησιού. Ο θεσμός της προίκας, αν και δεν είναι πάντα εύκολη η διάκρισή του από τις γενικότερες κληρονομικές στρατηγικές, συνιστούσε τμήμα συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφραζομένων σε κοινωνίες του παρελθόντος, ενώ υπάρχουν ιδιομορφίες σημασιοδότησης του όρου από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο.

Σε θέματα προικοδότησης έχουν επισημανθεί τοπικές διαφοροποιήσεις στα νησιά του Αιγαίου. Σε πολλά νησιά, για παράδειγμα, το εθιμικό δίκαιο πρόβλεπε την εκχώρηση προίκας όχι μόνο στα θηλυκά, αλλά και στα αρσενικά παιδιά. Έχει επισημανθεί επίσης και η επιρροή που ασκούσε η Εξάβιβλος, παρά τις τοπικές εθιμικές προσαρμογές και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στις διατάξεις του βυζαντινού και μεταβυζαντινού δικαίου που όριζαν τα σχετικά με τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών, αλλά και στις διατάξεις που αποδέχονταν προνομιακή μεταχείριση ορισμένων παιδιών, σύμφωνα με την επιθυμία των γονέων, εξασφαλίζοντας στα υπόλοιπα παιδιά τη λεγόμενη «νόμιμο μοίρα» (αναγκαστική κληρονομική διαδοχή υπέρ των στενών συγγενών του κληρονομούμενου).

Η προίκα έχει προσδιοριστεί τόσο ως «μεταβίβαση αγαθών από την οικογένεια της νύφης στη νέα συζυγική περιουσία» όσο και ως «επιμεριζόμενη περιουσιακή μεταβίβαση ή τύπος προ-θανάτου κληρονομιάς». Το δεύτερο σκέλος του ορισμού ταιριάζει στην περίπτωση του νησιωτικού πληθυσμού.

Συνήθως μεταβιβάζονταν κατοικίες (στο χωριό ή στην εξοχή), κήποι, κτήματα και αντικείμενα της καθημερινής ζωής (ρουχισμός και οικιακά σκεύη). Δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη η προικοδότηση σε χρήμα, η οποία μαρτυρείται κυρίως κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, ενώ ακόμη και τον 20ό αιώνα θεωρούνταν πως υπονόμευε κληρονομικές πρακτικές που είχαν αποτελεσματικά συμβάλει στη διατήρηση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα αυξάνει η ταυτόχρονη συμμετοχή και των δύο γονέων στην προικοδοσία, εξέλιξη που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η εκχώρηση από τη γονική περιουσία του μεριδίου που αναλογούσε στα θηλυκά παιδιά έτεινε όλο και περισσότερο να ολοκληρώνεται τη στιγμή του γάμου τους.

Οι γυναίκες διατηρούσαν την κυριότητα της προίκας μετά το γάμο, εφόσον η προίκα λειτουργούσε ως μέσο εξισορρόπησης του μειονεκτικού ρόλου της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία. Η προίκα δεν μπορούσε να πουληθεί χωρίς τη συναίνεση της συζύγου, αν και την επικαρπία των προικώων αγαθών είχε ο σύζυγος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σε περιπτώσεις όμως κακοδιαχείρισης ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να αποκαταστήσει το «προυκί» της συζύγου του με δικά του αγαθά.

Συχνά, κατ’ αναλογία προς την προίκα, ο σύζυγος έκανε προς τη μέλλουσα σύζυγό του τη λεγόμενη «προγαμιαία δωρεά», η οποία τόσο μετά το γάμο ή ακόμη και σε περίπτωση λύσης του παρέμενε στην κυριότητα και κατοχή της συζύγου. Η προγαμιαία δωρεά, που συναντάται στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή νομοθεσία, όπως και σε πολλά προικοσύμφωνα της Οθωμανικής περιόδου, ήταν λειτουργία αντισταθμιστική προς αυτήν της προίκας (υπό την έννοια ότι προσφερόταν από την οικογένεια του γαμπρού) και τυπικά ήταν ισότιμη με την προίκα.

Η σύνταξη προικοσυμφώνων αποτελούσε αρμοδιότητα της Εκκλησίας. Στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου, παρατηρούμε πως το προικοσύμφωνο, η «εγκλαβή» (από το ρήμα λαμβάνω), συντασσόταν από τον ιερέα της ενορίας ή από τον νοτάριο της δημογεροντίας, ανάλογα με το τοπικό καθεστώς κοινοτικής διοίκησης του εκάστοτε χριστιανικού πληθυσμού. Συχνά μέσω της εγκλαβής προίκιζαν τη νύφη ή το γαμπρό και άλλοι στενοί συγγενείς, εκτός των γονέων, κυρίως τα αδέρφια της. Παράλληλα, με τη σύνταξη της εγκλαβής τακτοποιούνταν και η σύνταξη των γεροντομοιρίων, δηλαδή των μεριδίων με τα οποία θα ζούσαν ως το θάνατό τους οι γονείς. Η μεταβίβαση της οικίας στην πρώτη κόρη διεπόταν από την αρχή της «ισορροπημένης αμοιβαιότητας», καθώς ίσχυαν οι αρχές του κληρονομικού δικαίου και της ανταποδοτικής δωρεάς, η οποία συνιστούσε στρατηγική γηροκόμησης που ακολουθούσαν οι γονείς: η κόρη που λάμβανε το σπίτι είχε υποχρέωση να φροντίσει τους γονείς στα γεράματά τους. Η σύνδεση ανάμεσα στην υποχρέωση γηροκόμησης και στη μεταβίβαση της πατρώας περιουσίας ίσχυε σε μεγάλο μέρος των νησιών του Αιγαίου.

Το φαινόμενο των διευρυμένων οικογενειών δεν ήταν ασυνήθιστο, λόγω της συνοίκησης των ηλικιωμένων γονέων με ένα από τα παντρεμένα παιδιά τους, και κυρίως την κόρη. Οι ηλικιωμένοι γονείς είθισται να διαμένουν στο κατώι, τον ισόγειο δηλαδή χώρο της οικίας, ενώ στον πρώτο όροφο διέμενε η νέα οικογένεια. Το νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στον κυκλαδικό χώρο, έχει επισημανθεί από πολύ παλιά και μνημονεύεται στο εθιμικό δίκαιο από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας: η στενότητα του χώρου οδήγησε στο ιδιότυπο θεσμικό πλαίσιο της κατ’ όροφο ιδιοκτησίας που αφορούσε τις –κατά κανόνα ξεχωριστές– κατοικίες του ισογείου (κατώι) και του πρώτου ορόφου (ανώι).

Σταδιακά, ιδίως από τις αρχές του 20ού αιώνα και έπειτα, νέες δυνατότητες, κυρίως οικονομικές, αρχίζουν να επιτρέπουν την εφαρμογή όλο και περισσότερο του νεοτοπικού γάμου, με προτίμηση –όπου αυτό ήταν εφικτό– τη μη συγκατοίκηση των δύο γενεών σε ένα κοινό νοικοκυριό.

Κανακαριά

Συχνός ήταν ο κανόνας μεταβίβασης του μητρικού σπιτιού της Χώρας στην πρωτότοκη κόρη και του πατρικού σπιτιού της υπαίθρου στον πρωτότοκο γιο. Η πρωτότοκη κόρη έπαιρνε το οικογενειακό σπίτι με όλα τα έπιπλα και το ένα τρίτο τουλάχιστον της μητρικής περιουσίας. Τα υστερότοκα κορίτσια έπαιρναν μικρότερα μερίδια από την περιουσία της οικογένειας, ενώ φαινόμενο που απαντάται σε μερικά νησιά του αιγαιακού χώρου είναι ο αυτοπροικισμός τους.

Δεν πρέπει όμως να ταυτίσουμε το παραπάνω έθιμο με αυτό της κανακαριάς και του κανακάρη στην Κάρπαθο, κατά το οποίο ο πρωτότοκος κληρονομούσε όλη την πατρική περιουσία και η πρωτότοκη κόρη όλη τη μητρική. Αυτή η πρακτική, που εξέφραζε έναν αμυντικό μηχανισμό συγκέντρωσης και διατήρησης των οικονομικών/περιουσιακών δυνάμεων της οικογένειας, αποδοκιμαζόταν από την Εκκλησία κατά το παρελθόν ως εξοντωτική και άδικη για τα υπόλοιπα παιδιά. Γι’ αυτό και η τελευταία έπαιρνε σχετικά μέτρα με την έκδοση εγκυκλίων και παρενέβαινε στη διευθέτηση κληρονομικών διαφορών, ενώ συχνή ήταν και η ανάμιξη του καδή, του μουσουλμάνου ιεροδικαστή.

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις εκφράζεται μια αξιοπρόσεκτη τάση που παρατηρείται στις Κυκλάδες (Νάξο, Μύκονο, Κέα, Πάρο, Σαντορίνη, Σίφνο) και στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου (Κάσο, Κάρπαθο, Τήλο, Νίσυρο), αλλά και στη Λέσβο και τη Σκόπελο, που επισφραγιζόταν και με την παράλληλη ανάλογη ρύθμιση συμβολικού χαρακτήρα, την ονοματοδοσία. Η μεταβίβαση των αγαθών με μια προκαθορισμένη σειρά σε κάθε νεότερη γενιά γινόταν με βάση τον κανόνα της μεταβίβασης των ονομάτων: ο πρωτότοκος γιος έπαιρνε το όνομα του πατρικού παππού και η πρωτότοκη κόρη το όνομα της μητρικής γιαγιάς, στρατηγική που έδινε κοινωνική υπόσταση στη συνέχεια των γενών και από τις δύο πλευρές.

Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων κατά το θάνατο

Η κληρονομική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο Αιγαίο εντοπίζεται, εκτός από τη στιγμή του γάμου, στο θάνατο των γονέων.

Από τη στιγμή που οι κόρες –ή και οι γιοι, όπου αυτό συνηθιζόταν– αποκτούσαν προίκα, έχαναν οποιαδήποτε άλλη αξίωση πάνω στην κληρονομιά των γονέων τους μέσω άλλων τρόπων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, είτε μέσω της διαθήκης που συντασσόταν με την προοπτική του θανάτου του διαθέτη είτε μέσω της «εξ αδιαθέτου» διανομής της περιουσίας, αν δεν υπήρχε διαθήκη.

Στο κληρονομικό δίκαιο που ίσχυε στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες, υπήρχε σημαντικός αριθμός ρυθμίσεων και εξειδικεύσεων που επιδίωκαν να προστατεύσουν την οικογενειακή περιουσία και να περιορίσουν τη διασπορά των ακινήτων ώστε αυτά να παραμείνουν στα μέλη της οικογένειας. Ένα τέτοιο σύστημα κληρονομικής μεταβίβασης δίνει προτεραιότητα στην εξ αίματος συγγένεια, ενώ θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συζυγική σχέση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που δεν υπάρχουν απόγονοι.

Η βασική ρυθμιστική διαδικασία που ίσχυε για τον καταμερισμό των κληροδοτούμενων αγαθών σε νησιά των Δωδεκανήσων όπως η Κως, η Λέρος, η Σύμη, η Χάλκη, η Πάτμος και η Κάρπαθος, με εξαίρεση το νησί της Ρόδου, αλλά και στη Χίο, τη Νάξο και τη Μύκονο στο θηλυκό, το αρσενικό στο αρσενικό». Σύμφωνα με την αρχή αυτή η διάθεση της γονικής περιουσίας, όταν επρόκειτο να κληροδοτηθεί, να προικιστεί ή να δωρηθεί, υπέκειτο σε κάποιους περιορισμούς με σκοπό τα αγαθά να παραμείνουν στη γραμμή –πατρική ή μητρική– από την οποία προέρχονταν. Όταν δεν υπήρχαν παιδιά, αυτά τα αγαθά μετά το θάνατο της συζύγου έπρεπε να επιστρέψουν στην οικογένεια των γονέων της, δηλαδή στους προικοδότες.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί η τριμοιρία, σύμφωνα με την οποία η περιουσία του νεκρού διαιρείται διά τρία. Η αρχή της τριμοιρίας –βυζαντινού θεσμού που ίσχυε ήδη από το 14ο αιώνα– αφορούσε την περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και των παιδιών της οικογένειας. Η περιουσία του νεκρού διαιρούνταν διά τρία, εκ των οποίων το ένα τρίτο κληρονομούσαν οι στενοί (εξ αίματος) συγγενείς του, το άλλο ο επιζών σύζυγος και το τελευταίο κληροδοτούνταν σε «ψυχικά», δηλαδή προσφορές προς την Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Αν και οι γονείς είχαν εν γένει το δικαίωμα διανομής της περιουσίας τους μετά θάνατον μέσω διαθήκης, στην πράξη πουθενά δε συναντούμε ρύθμιση με την οποία να αποκληρώνουν εντελώς τα παιδιά τους για οποιοδήποτε λόγο. Επιπλέον, τα θετά παιδιά δεν είχαν κληρονομικές απαιτήσεις, αν και εθιμικά ήταν συνηθισμένη πρακτική ο θετός πατέρας να εξασφαλίζει ορισμένα περιουσιακά οφέλη στο θετό παιδί είτε με διαθήκη είτε αμέσως μετά την υιοθεσία.

Όποιος άφηνε απογόνους κανονικά δεν μπορούσε να διαθέσει την περιουσία του σε τρίτους με διαθήκη. Το σύνολο της περιουσίας το κληρονομούσαν οι απόγονοί του και ο διαθέτης είχε απλώς το δικαίωμα να κληροδοτήσει ένα μικρό μέρος των περιουσιακών του στοιχείων στην Εκκλησία, για να τον μνημονεύει μετά θάνατον και για να «αφεθούν οι αμαρτίες του». Πλην της Εκκλησίας, αντίστοιχα κληροδοτήματα σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή γενικά σε τρίτους εμφανίζονται κυρίως από το 19ο αιώνα.

Επαγγελματικές συσσωματώσεις

Η έντονη εμπορική δραστηριότητα των ελληνορθοδόξων του αιγαιακού χώρου μετά το 17ο αιώνα δημιούργησε την ανάγκη ρυθμιστικών θεσμών και κανόνων δικαίου. Οι πιο χαρακτηριστικές επαγγελματικές συσσωματώσεις ήταν οι συντεχνίες, γνωστές με την τουρκική ονομασία τους ως «εσνάφια» και «ρουφέτια», καθώς και οι ενώσεις των εμπόρων που ήταν γνωστές με τη βυζαντινή ονομασία «συστήματα».

Οι συντεχνίες και τα συστήματα είχαν χαρακτήρα καθαρά επαγγελματικών ενώσεων, σε κάποιες όμως περιοχές ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες περιέρχονταν μέσω των συντεχνιών στις κοινότητες. Υπήρχαν επίσης και ενώσεις μεικτής φύσης, κοινοτικής και οικονομικής, όπως συνέβαινε λ.χ. στη Χίο μεταξύ των χωρικών που παρήγαγαν μεταξωτά υφάσματα και μαστίχα. Τα Μαστιχοχώρια της Χίου, όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου που οργανώνονταν συντεχνιακά, περιβάλλονταν από προνόμια παραχωρημένα από τους Οθωμανούς και είχαν στα χέρια τους τη μονοπωλιακή παραγωγή των προϊόντων τους έναντι της καταβολής φόρου κατ’ αποκοπή ή σε είδος.

Οι συντεχνίες που είχαν, εκτός από διοικητική και φορολογική, αστυνομική και δικαστική δικαιοδοσία, είχαν αναπτύξει και κωδικοποιήσει ανάλογους κανόνες δικαίου, ένα άγραφο δηλαδή εθιμικό εμπορικό δίκαιο. Αυτές οι κωδικοποιήσεις, ναυτικού ιδίως περιεχομένου, έγιναν κυρίως στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στη Θήρα, την Ύδρα και τις Σπέτσες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s