Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ (ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ) ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Ως σταυροδρόμι υλικών αγαθών, ανθρώπων και ιδεών, το Αιγαίο ήρθε από νωρίς σε επαφή με τα διδάγματα της νέας θρησκείας του χριστιανισμού. Ήδη από τον 1ο αι. μ.Χ. πρέπει να είχαν σχηματιστεί οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες σε νησιωτικά λιμάνια με μεγάλη κίνηση, όπως η Ρόδος. Τον 3ο αιώνα μαρτυρούνται για πρώτη φορά ονόματα επισκόπων, όπως ο Ρόδου Φωτεινός, στοιχείο που δείχνει ότι οι κοινότητες των χριστιανών ήταν οργανωμένες. Οι κατακόμβες της Μήλου, που άρχισαν να χρησιμοποιούνται πιθανώς από τον 3ο αιώνα, είναι αβέβαιο αν σχετίζονταν με διώξεις εις βάρος των χριστιανών του νησιού ή δημιουργήθηκαν απλώς διότι το μαλακό πέτρωμα της περιοχής ευνοούσε τέτοιου είδους υπόγειες κατασκευές.

Στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια το 325, έλαβαν μέρος οι επίσκοποι Ρόδου και Κω. Λίγα μόλις χρόνια πριν, το 313, είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, οπότε οι χριστιανοί μπορούσαν εκτός των άλλων να επεκτείνουν και να αναβαθμίσουν τη διοικητική οργάνωση της εκκλησίας τους. Από τα πρακτικά των επόμενων οικουμενικών συνόδων, μαρτυρείται η ύπαρξη επισκοπών σε πολλά νησιά του Αιγαίου, όπως η Άνδρος, η Νάξος, η Πάρος με τη Σίφνο και την Αμοργό, η Θήρα και η Λέρος. Σύμφωνα με τον παλαιότερο (α΄ μισό 7ου αιώνα) από τους σωζόμενους καταλόγους επισκοπών, τα λεγόμενα Τακτικά, κεντρική θέση στην εκκλησιαστική οργάνωση του Αιγαίου κατείχε η Ρόδος, που θεωρούνταν η αρχαιότερη εκκλησία της περιοχής. Στη μητρόπολη Ρόδου υπάγονταν δώδεκα επισκοπές, που κάλυπταν τις περιοχές των Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αργότερα, η εκκλησιαστική διαίρεση των νησιών έγινε πιο σύνθετη, καθώς ορισμένες από τις επισκοπές ανυψώθηκαν σε μητροπόλεις, ιδρύθηκαν νέες επισκοπές και μεσολάβησαν ιστορικά γεγονότα που είχαν επίδραση και στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Μοναχισμός στη Βυζαντινή περίοδο

Πρώιμη Βυζαντινή περίοδος. Εμφάνιση και εξάπλωση του μοναχισμού

Ο μοναχισμός, ως μέθοδος πνευματικής άσκησης και ένωσης με το Θεό, εμφανίστηκε στην Αίγυπτο και σε άλλες περιοχές της Ανατολής από τον 4ο αιώνα. Ο Μέγας Αντώνιος, ο άγιος Παχώμιος, ο άγιος Θεοδόσιος ο κοινοβιάρχης και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συγκαταλέγονται στους θεμελιωτές της κίνησης. Σε περιόδους όπου οι αιρέσεις και οι δογματικές έριδες κυριαρχούσαν ακόμη και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, οι μοναχοί αναδείχτηκαν ως οι θεματοφύλακες και οι υπερασπιστές της ορθής πίστης, ιδιαίτερα μάλιστα κατά τη μακρά διαμάχη της Εικονομαχίας (726-843). Με την αποκατάσταση των εικόνων και την εδραίωση της ορθοδοξίας ο μοναχισμός γνώρισε μεγάλη άνθηση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.

Αν και λιγοστά στοιχεία είναι γνωστά, η εμφάνιση του μοναχισμού στο Αιγαίο μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά στην Παλαιοχριστιανική περίοδο. Η συνεχής επικοινωνία με την Αίγυπτο και τις επαρχίες της Ανατολής όπου ανθούσε ο μοναχικός βίος σε όλες τις εκφράσεις του (αναχωρητισμός, στυλιτισμός, κοινόβια), φαίνεται πως έφερε από νωρίς τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου σε επαφή με αυτή την κίνηση. Υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά την περίοδο αυτή λειτούργησαν μονές στη Λέσβο και τη Θάσο, αλλά και στη Δήλο. Η εικόνα αυτή μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς κατά πάσα πιθανότητα υπήρχαν περισσότερα μοναστήρια, αλλά τα διαθέσιμα στοιχεία είναι εξαιρετικά περιορισμένα.

Η λαίλαπα των αραβικών επιδρομών και των Σαρακηνών πειρατών, από τα μέσα του 7ου αιώνα, επέφερε για τρεις σχεδόν αιώνες μεγάλη αναστάτωση στο νησιωτικό κόσμο και δεν είναι γνωστό ποια ακριβώς τύχη είχε ο μοναχισμός μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας οι εικονόφιλοι μοναχοί υπέστησαν σκληρές διώξεις από την κεντρική διοίκηση, που προσπαθούσε να επιβάλει με τη βία την επίσημη κρατική θέση που απαγόρευε τη λατρεία των εικόνων. Η αποκατάσταση των εικόνων το 843 υπήρξε και νίκη του μοναχισμού, ο οποίος εισήλθε από τότε σε νέα περίοδο ακμής.

Μεσοβυζαντινά χρόνια. Ίδρυση μεγάλων μοναστικών κέντρων

Η αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο, περίπου έναν αιώνα μετά το τέλος της Εικονομαχίας, έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ελεύθερα ο μοναχισμός και στα νησιά. Η ασφαλής πλέον ύπαιθρός τους προσφερόταν για την ίδρυση μονών, ενώ η κεντρική διοίκηση ευνοούσε τέτοιες πρωτοβουλίες, οι οποίες ενίσχυαν πολύπλευρα την παρουσία του κράτους στις επαρχίες και αποτελούσαν κινητήριους μοχλούς για την ενεργοποίηση και βελτίωση της τοπικής οικονομίας. Ωστόσο οι σχετικές ιστορικές ειδήσεις για το νησιωτικό κόσμο παραμένουν πολύ περιορισμένες.

Ορόσημο στην ιστορία του μοναχισμού στο Αιγαίο θα αποτελέσει ο 11ος αιώνας, οπότε ιδρύθηκαν στην περιοχή σπουδαία μοναστικά κέντρα. Στα μέσα του αιώνα, μετά το 1042, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος θα συστήσει τη Νέα Μονή στη Χίο, ως ανταμοιβή τριών μοναχών που είχαν προμαντέψει την άνοδό του στο θρόνο. Το καθολικό της μονής, που αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα σωζόμενα βυζαντινά μνημεία, ισάξιο των μεγάλων ναών της Κωνσταντινούπολης, μαρτυρεί με την πολυτέλεια και την ποιότητα του διακόσμου του το μέγεθος της αυτοκρατορικής δωρεάς. Χάρη στα προνόμια που απολάμβανε, η Νέα Μονή συγκέντρωσε τεράστια περιουσία και επέδρασε ποικιλότροπα στη ζωή του νησιού της Χίου, σε όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ιστορίας του.

Μεγαλύτερη ακτινοβολία θα αποκτήσει η μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, το νησί όπου κατά την παράδοση είχε συγγραφεί από τον άγιο η Αποκάλυψη. Το 1088, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός παραχώρησε στον όσιο Χριστόδουλο το Λατρηνό το έρημο νησί της Πάτμου, για να χτίσει ένα μοναστήρι, καθώς και τα μικρονήσια Αρκιούς και Λειψούς, μαζί με εκτάσεις στη Λέρο. Επίσης, ο Αλέξιος προίκισε τη μονή με πολλά προνόμια, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται η φορολογική ατέλεια των εμπορικών πλοίων της, με αποτέλεσμα να καταστεί για μεγάλο διάστημα ένας από τους μεγαλύτερους πλοιοκτήτες στο Αιγαίο. Ο Χριστόδουλος ξεκίνησε την οικοδόμηση της μονής, με φρουριακή μορφή, για λόγους ασφάλειας – οι ακτές της Μικράς Ασίας βρίσκονταν τότε σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων. Σύντομα το μοναστήρι απέκτησε τεράστιο πλούτο και μεγάλη πνευματική ακτινοβολία, και για πολλούς αιώνες θεωρούνταν το σπουδαιότερο στον αιγαιακό χώρο.

Ο Αλέξιος θα ενισχύσει ένα ακόμη μοναστήρι σε αιγαιοπελαγίτικο νησί, την Παναγία τη Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό. Προσκολλημένο σε ένα απόκρημνο βράχο του νησιού, το μοναστήρι έλαβε από τον Αλέξιο το προνόμιο του πατριαρχικού σταυροπηγίου –είχε δηλαδή εξάρτηση κατευθείαν από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και όχι από τον τοπικό επίσκοπο– μαζί με άλλα ευεργετήματα. Η Χοζοβιώτισσα έγινε ένα από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα στις Κυκλάδες και διατήρησε τα ιδιαίτερα προνόμιά της για πολλούς αιώνες.

Υστεροβυζαντινά χρόνια

Η παρακμή του βυζαντινού κράτους, που επιταχύνεται από το β’ μισό του 12ου αιώνα, δε θίγει ιδιαίτερα τα μοναστήρια. Τη θέση των αυτοκρατόρων στη χορηγία και την οικονομική ενίσχυση των μονών αναλαμβάνουν τώρα οι κατά τόπους πλούσιες αρχοντικές οικογένειες. Η μονή της Πάτμου βρίσκεται σε μεγάλη ακμή, την οποία μαρτυρούν οι προσθήκες στο οικοδομικό συγκρότημα και η εξαιρετικής τέχνης αγιογράφηση του παρεκκλησίου της Παναγίας. Όμως οι ιστορικές εξελίξεις, με αποκορύφωμα την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, θα σηματοδοτήσουν μια μεγάλη τομή στην πορεία του μοναχισμού στο Αιγαίο.

Μοναχισμός και Φραγκοκρατία

Η λατινική κατάκτηση θα μεταβάλει ριζικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούσαν τα ορθόδοξα μοναστήρια και θα σταθεί ανασταλτικός παράγοντας για την ίδρυση νέων. Με λίγες εξαιρέσεις, οι δυτικοί κυρίαρχοι αντιμετώπισαν εχθρικά την ορθόδοξη εκκλησία και έλαβαν καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των εκπροσώπων της, αποσκοπώντας στην υποταγή του λαού στον καθολικισμό. Το χάσμα ανάμεσα στους ορθοδόξους και τους καθολικούς ήταν αγεφύρωτο, ήδη από το Σχίσμα του 1054, και η συμπεριφορά των Λατίνων κατακτητών όξυνε την αντίθεση, η οποία έλαβε και τη χροιά του ανταγωνισμού μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ορθόδοξα μοναστήρια αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης και δεν είναι λίγα εκείνα που περιέπεσαν σε παρακμή και διαλύθηκαν. Η αποκοπή από το βυζαντινό κράτος και η απουσία τοπικής ορθόδοξης άρχουσας τάξης στέρησαν τις μοναστικές κοινότητες από την αναγκαία οικονομική στήριξη και την πολιτική προστασία. Επιπλέον, η σκληρή δοκιμασία του νησιωτικού κόσμου από την πειρατεία και τις τουρκικές επιδρομές, ιδίως από τον 14ο αιώνα και εξής, θα πλήξει ανεπανόρθωτα πολλά από τα μοναστήρια που εξακολουθούσαν να λειτουργούν. Αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτό το αρνητικό κλίμα αποτελεί πάντως η μονή της Πάτμου, που χάρη στον πλούτο και την επιρροή της μπόρεσε να πετύχει κάποια συνδιαλλαγή με τους εκάστοτε κυρίαρχους του νησιού, ενώ αντιστάθηκε μέσα από τα ισχυρά της τείχη σε πολλές πειρατικές επιδρομές, πετυχαίνοντας τελικά να συνεχίσει το βίο της χωρίς μεγάλα προβλήματα.

Μοναχισμός στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου

Γενικά

Η οθωμανική κατάκτηση του Αιγαίου, που ολοκληρώθηκε σταδιακά μέχρι το 17ο αιώνα, απάλλαξε καταρχήν τα ορθόδοξα μοναστήρια από την καταπίεση των καθολικών. Τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι θεσμοί αυτονομίας και αυτοδιοίκησης που απέκτησαν ορισμένα νησιά και οι οικονομικές συνθήκες δημιούργησαν, μαζί με άλλους παράγοντες, τις συνθήκες που επέτρεψαν τη νέα άνθηση του μοναχισμού στο Αιγαίο. Οι φονικές επιδρομές των πειρατών και οι σποραδικές πιέσεις εκ μέρους των Οθωμανών δεν ανέκοψαν την άνθηση των μοναστηριών. Το εκβιαστικό μέτρο που έλαβε ο σουλτάνος Σελίμ ο Β΄ το 1567, οπότε κατάσχεσε την περιουσία των μοναστηριών και τα υποχρέωσε να την αγοράσουν, ξεπεράστηκε με τη συνδρομή των πιστών. Ιδιαίτερα ο 16ος αιώνας θα αποτελέσει μια περίοδο πραγματικής ακμής, με την αναβίωση αρκετών παλαιών μοναστηριών και την ίδρυση πλήθους νέων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενίσχυσε συστηματικά αυτή την εξέλιξη, ανανεώνοντας τα σταυροπηγιακά προνόμια με τα οποία είχαν τιμηθεί παλαιότερα κάποιες μονές και παραχωρώντας αντίστοιχα σε ορισμένες από τις νεοϊδρυθείσες.

Δραστηριότητες των μοναστηριών

Τα μοναστήρια καθίστανται και πάλι κέντρα παιδείας, πολλά διοικούνται από λόγιους ηγουμένους, ενώ ιδρύονται και σχολές, όπως η Πατμιάς στο νησί του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Οι πολύτιμες βιβλιοθήκες γίνονται σταδιακά πόλος έλξης για τους Ευρωπαίους περιηγητές που αναζητούν χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Παράλληλα, οι μονές λειτουργούν και ως χώροι καλλιέργειας της εκκλησιαστικής τέχνης. Πολλά καθολικά διακοσμούνται με τοιχογραφίες, ενώ με τις παραγγελίες τους για εικόνες οι μοναχοί αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην ακμή των εργαστηρίων και των ζωγράφων της κρητικής σχολής. Οι ανάγκες σε λειτουργικά σκεύη, χρυσοκέντητα άμφια και άλλα είδη εξοπλισμού των ναών ενισχύουν την καλλιέργεια της μεταλλοτεχνίας και της κεντητικής.

Η οικοδομική δραστηριότητα είναι επίσης μεγάλη, καθώς χτίζονται νέα μοναστηριακά συγκροτήματα και ανακαινίζονται ή συμπληρώνονται τα παλαιότερα. Στα νησιά του Αιγαίου, η ναοδομία επηρεάζεται από τις αρχιτεκτονικές μορφές που επικρατούν στους νέους ναούς που χτίζονται στην Πόλη και τα παράλια. Τις λιτές κατά κανόνα εξωτερικές όψεις των ναών και των άλλων κτηρίων κοσμούν σε ορισμένες περιοχές λαϊκά λιθανάγλυφα, που γνωρίζουν μεγάλη διάδοση από το 17ο αιώνα και εξής. Στο εσωτερικό των εκκλησιών δεσπόζουν τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα τέμπλα, που πληθαίνουν επίσης από το 17ο αιώνα και έπειτα.

Αρκετές από τις προϋπάρχουσες μεγάλες βυζαντινές μονές εξακολούθησαν να ακμάζουν στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου, παρόλο που αντιμετώπισαν ισχυρούς κλυδωνισμούς, ιδιαίτερα σε εποχές πολεμικών συγκρούσεων στο Αιγαίο. Η μονή της Πάτμου συγκέντρωσε το διάστημα αυτό μεγάλο μέρος των πολύτιμων έργων μεταβυζαντινής τέχνης που φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιό της. Το καθολικό διακοσμήθηκε με υψηλής ποιότητας τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ το μοναστηριακό συγκρότημα έλαβε τη μορφή με την οποία σώζεται σχεδόν μέχρι σήμερα. Ακμή γνώρισαν επίσης η Νέα Μονή στη Χίο και η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό. Σημειώνεται επίσης ότι σε αρκετά νησιά υπήρχαν μετόχια μεγάλων μονών του Αγίου Όρους, της μονής του Σινά και του Παναγίου Τάφου.

Πολλές μονές αποτέλεσαν μεγάλα προσκυνήματα, με ακτινοβολία που ξεπέρασε τα στενά τοπικά πλαίσια. Γνωστές σε όλο το Αιγαίο ήταν όσες δημιουργήθηκαν με αφορμή θαύματα ή ευρέσεις θαυματουργών εικόνων, όπως η Παναγία του Κάστρου στη Λέρο. Σε μεγάλο προσκύνημα των Δωδεκανησίων αναδείχτηκε η μονή του Ταξιάρχη του Πανορμίτη στη Σύμη, η οποία κατείχε μεγάλη περιουσία στα νησιά. Στη Μυτιλήνη απέκτησε μεγάλη φήμη ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου, με επίκεντρο την ιδιόμορφη εικόνα του αγίου και το θρύλο που τη συνοδεύει. Σε αυτά τα μεγάλα προσκυνήματα δε συνέρρεαν μόνο νησιώτες, αλλά και εκατοντάδες χριστιανοί από τα μικρασιατικά παράλια, τα οποία ήταν διαχρονικά η φυσική ενδοχώρα των νησιών.

Οι ορθόδοξοι μοναχοί υπήρξαν σθεναροί υπερασπιστές της ορθοδοξίας έναντι των –κυρίως έμμεσων– πιέσεων για εξισλαμισμό. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους αυτών προέτρεψαν και ενίσχυσαν στο μαρτύριο αρκετούς εξισλαμισμένους χριστιανούς που επανήλθαν στην παλαιά τους θρησκεία πληρώνοντας το τίμημα της κεφαλικής ποινής στους Οθωμανούς. Οι ορθόδοξες μονές του Αιγαίου πρωτοστάτησαν επίσης στην αντιμετώπιση της προσπάθειας προσηλυτισμού εκ μέρους της Καθολικής Εκκλησίας που εκπορευόταν συνήθως από το τάγμα των Ιησουιτών, ιδιαίτερα στα νησιά των Κυκλάδων κατά το 17ο αιώνα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s