ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Η ασφάλεια που επικρατούσε στη θάλασσα του Αιγαίου κατά τους πρώτους αιώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν κατέστησε αναγκαία την οχύρωση των νησιωτικών οικισμών. Ενώ στα τέλη του 4ου αιώνα ο ηπειρωτικός ελλαδικός χώρος δοκιμαζόταν από τους Γότθους του Αλάριχου, η κυριαρχία των βυζαντινών δυνάμεων στη θάλασσα παρέμενε σχεδόν ακλόνητη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο βιβλίο Περί κτισμάτων του Προκοπίου, όπου απαριθμούνται τα φρούρια που ανήγειρε στην αυτοκρατορία ο Ιουστινιανός (527-565), δεν υπάρχει καμία αναφορά για κατασκευή οχυρώσεων στα νησιά.

Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε με την εμφάνιση των Αράβων και την έναρξη των ναυτικών επιδρομών τους, με αφετηρία την κατάληψη της Ρόδου το 654. Ο νέος αυτός παράγοντας εξανάγκασε τους κατοίκους να αναπροσαρμόσουν τον τρόπο ζωής τους προκειμένου να επιβιώσουν. Οι Αιγαιοπελαγίτες εγκατέλειψαν τους παράλιους οικισμούς και κατέφυγαν στην ενδοχώρα των νησιών τους, για να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία από τους επιδρομείς. Στο εσωτερικό πολλών νησιών δημιουργούνται από αυτή την περίδοδο οχυρωμένοι οικισμοί και κάστρα, ορισμένα από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Εκεί προσέφυγαν και κάτοικοι από την ηπειρωτική Ελλάδα, η οποία είχε παραλύσει από την κάθοδο των σλαβικών φύλων.

Ιστορικό οχύρωσης

Κοινό χαρακτηριστικό σε πολλές από αυτές τις οχυρώσεις είναι η πρόχειρη κατασκευή, που προδίδει τη βιασύνη με την οποία χτίστηκαν, κάτω από την αραβική απειλή. Τέτοια παραδείγματα είναι το κάστρο του Λαζάρου στη Σάμο και το οχυρό στο Εμπορειό της Χίου. Το ίδιο στοιχείο δείχνει επίσης ότι τα κάστρα αυτά δεν ήσαν προϊόν οργανωμένων ενεργειών και σχεδιασμού από την κεντρική διοίκηση, αλλά αποτελούσαν έργο των τοπικών κοινωνιών. Αναπόφευκτα, μέσα στα στενά όρια των περιτειχισμένων οικισμών, ο παλαιός αστικός τρόπος ζωής τερματίστηκε.

Η ανασφάλεια επιτάθηκε κατά τον 9ο αιώνα, με την έξαρση των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών, που χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριό τους την αραβοκρατούμενη Κρήτη. Ιδιαίτερα υπέφεραν τα νησιά των Κυκλάδων, λόγω της άμεσης γειτνίασής τους με την Κρήτη. Στη Νάξο, η οποία για ένα διάστημα κατέβαλε φορολογία στους Άραβες της Κρήτης, η πρωτεύουσα του νησιού μεταφέρθηκε στη δυσπρόσιτη ενδοχώρα, στο Κάστρο του Απαλίρου, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1207.

Με την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο μετά το 961, λήφθηκε μέριμνα για την οχύρωση σημαντικών λιμανιών και άλλων στρατιωτικά επίκαιρων σημείων. Οχυρωματικά έργα πραγματοποιήθηκαν στη Μύρινα της Λήμνου, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, στο Κάστρο της πόλης της Χίου και στη Βολισσό στο ίδιο νησί, στη Μήθυμνα (Μόλυβος) της Λέσβου, στην Κάλυμνο, στo Πυλί της Κω, στη Λέρο, στην πόλη και σε θέσεις της υπαίθρου της Ρόδου και αλλού. Τα βυζαντινά αυτά κάστρα του Αιγαίου είναι πολύ λίγο γνωστά, διότι σχεδόν όλα υπέστησαν ριζικές μετασκευές και προσθήκες κατά τους επόμενους αιώνες, από τους Λατίνους και τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις λίγα μόνο στοιχεία να σώζονται από την αρχική μορφή τους.

Η κατάλυση του βυζαντινού κράτους από την Δ΄ Σταυροφορία το 1204 επέφερε την πολιτική διάσπαση του Αιγαίου και σήμανε την έναρξη μιας μακράς περιόδου συνεχών αλλαγών και συγκρούσεων. Οι αυτόνομες μικρές νησιωτικές επικράτειες των Λατίνων, οι ενετικές και γενουατικές κτήσεις και τα βυζαντινά εδάφη βρίσκονταν σε σχεδόν αδιάκοπες διαμάχες μεταξύ τους. Παράλληλα, η πειρατεία γνώρισε μεγάλη έξαρση, ενώ από τα μέσα του 14ου αιώνα άρχισαν οι επιδρομές των Οθωμανών, που εντάθηκαν τον επόμενο αιώνα. Επιδρομές και πειρατεία προκάλεσαν ενίοτε την ερήμωση ολόκληρων νησιών, με την αιχμαλωσία και την πώληση των κατοίκων στα σκλαβοπάζαρα.

Κατά συνέπεια, η οχύρωση των οικισμών και των στρατηγικών θέσεων προσέλαβε ζωτική σημασία τόσο για την επιβίωση των κατοίκων όσο και για την εξασφάλιση των πολιτικών και εμπορικών συμφερόντων των Λατίνων και κυρίως των δύο ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο του Αρχιπελάγους, της Βενετίας και της Γένουας. Οι κυρίαρχοι των νησιών ανέπτυξαν εντατική δραστηριότητα στην οικοδόμηση κάστρων και άλλων οχυρωματικών έργων. Τα παλαιά βυζαντινά κάστρα στις περισσότερες περιπτώσεις ανανεώθηκαν με ριζικές επισκευές και νέες προσθήκες. Τα πολυάριθμα νέα φρούρια που χτίστηκαν κατά τη Λατινοκρατία αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των σωζόμενων σήμερα μεσαιωνικών κάστρων του Αιγαίου.

Τα περισσότερα από τα νέα κάστρα των Λατίνων ανεγέρθηκαν αμέσως μετά τη σύσταση των νησιωτικών κρατιδίων και περιφερειών, αλλά η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίστηκε και αργότερα. Στην οικοδόμησή τους χρησιμοποιήθηκαν τα υλικά που διέθετε ο κάθε τόπος, που σε ορισμένες περιπτώσεις αντλήθηκαν από αρχαία ερείπια, όπως στο Κάστρο της Παροικιάς της Πάρου. Συχνά τα ανεγειρόμενα τείχη δεν ήταν παρά συμπλήρωση της φυσικής οχύρωσης επίκαιρων θέσεων – κατασκευή δηλαδή επάλξεων και πύργων σε απόκρημνα υψώματα. Μεγάλης κλίμακας οχυρωματικά έργα δεν ήταν συχνά στο πρώτο διάστημα της Λατινοκρατίας, καθώς τα μικρά φεουδαρχικά κρατίδια δε διέθεταν τους απαραίτητους πόρους.

Η έξαρση των οθωμανικών επιδρομών και της πειρατείας υποχρέωσε τους Λατίνους να αναλάβουν πιο συστηματικά μέτρα, καθώς τα νησιά ερήμωναν το ένα μετά το άλλο από τον παραγωγικό πληθυσμό τους. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση της Αντιπάρου, όπου το 1440 οικοδομήθηκε ένα νέο κάστρο και εγκαταστάθηκαν εκεί κάτοικοι για να καλλιεργήσουν το νησί. Το κάστρο χτίστηκε με βάση σχέδιο που συνδύαζε την ασφάλεια και την εξοικονόμηση χώρου. Τα τείχη του σχηματίζονταν από τους πίσω τοίχους συνεχόμενων τριώροφων κατοικιών, σε διάταξη τετραγώνου. Στο εσωτερικό αναπτυσσόταν ο πυκνοδομημένος οικισμός, στο κέντρο του οποίου υπήρχε πύργος που λειτουργούσε ως τελευταίο καταφύγιο σε ώρες ανάγκης. Οι κάτοικοι έβγαιναν από τη μοναδική πύλη κάθε πρωί, αφού διαβεβαιώνονταν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, και επέστρεφαν συγκεκριμένη ώρα, προτού κλείσει για το βράδυ. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε και πάλι αργότερα, τον 16ο αιώνα, στην Κίμωλο και στα Μαστιχοχώρια της Χίου.

Τα πλέον εκτεταμένα και συστηματικά οχυρωματικά έργα πραγματοποιήθηκαν στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Οι Γατελούζοι, γενουάτικη οικογένεια που είχαν την κυριαρχία της Λέσβου από το 1355 μέχρι το 1462, επέκτειναν και αναμόρφωσαν το κάστρο της πόλης της Χίου και το μεγάλο κάστρο της Μυτιλήνης. Οι εντυπωσιακότερες οχυρώσεις βρίσκονται στη Ρόδο και οφείλονται στους Ιωαννίτες ιππότες, που επέδειξαν διαρκή και μεθοδική μέριμνα για την άμυνα της επικράτειάς τους. Το συγκρότημα των τειχών της πόλης της Ρόδου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του είδους στη Μεσόγειο. Οι ίδιοι ανέγειραν κάστρα σε αρκετές στρατηγικές για την ασφάλεια του νησιού θέσεις. Έργο των Ιωαννιτών είναι επίσης τα κάστρα της Νερατζιάς και της Αντιμάχειας στην Κω και πολλά ακόμη φρούρια των Δωδεκανήσων.

Οι νέες εξελίξεις στη στρατιωτική τεχνολογία από το 15ο αιώνα, με την εισαγωγή της πυρίτιδας και την ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων, είχαν σημαντική επίδραση στην οχυρωματική αρχιτεκτονική. Τα ήδη υφιστάμενα κάστρα που βρίσκονταν σε θέσεις οι οποίες μπορούσαν να προσβληθούν με κανόνια κατέστησαν ευάλωτα και χρειάστηκε να ενισχυθούν με σκάρπες –συμπαγή επικλινή αντερείσματα– και νέους προμαχώνες, όπου μπορούσαν να τοποθετηθούν κανόνια. Όταν το 17ο αιώνα κορυφώθηκαν οι ενετοτουρκικοί πόλεμοι, στην περιφέρεια του Αιγαίου ανεγέρθηκαν δείγματα των πιο εξελιγμένων για την εποχή οχυρώσεων. Αλλά το Αρχιπέλαγος είχε ήδη τότε υποκύψει σχεδόν ολοκληρωτικά στους Οθωμανούς.

(Γεώργιος Πάλλης)

Μορφολογία και τυπολογία των οχυρώσεων στο Αιγαίο

Γενικά

Στο Αρχιπέλαγος συναντά κανείς πολυάριθμα οχυρωματικά έργα που παρουσιάζουν διαφορές ως προς τη μορφολογία τους: πύργους, οχυρά, οχυρωμένους οικισμούς και μοναστήρια, φρούρια, κάστρα, καστέλια, φυλάκια, προμαχώνες κ.ά. που εντοπίζονται στην ενδοχώρα των νησιών, σε απόκρημνα μέρη, αλλά και στη παράκτια ζώνη, ακόμα και σε ξερονήσια μέσα στη θάλασσα. Το μεγάλο οχυρωματικό μωσαϊκό αποτυπώνει αφενός την περίπλοκη πολιτική ιστορία του Αιγαίου Πελάγους κατά τους Μέσους Χρόνους, στο οποίο κυριάρχησαν Βυζαντινοί, Άραβες, Φράγκοι, Βενετοί, Γενουάτες, Ιωαννίτες Ιππότες και Οθωμανοί, αφετέρου αποτελεί ένα εύγλωττο παράδειγμα διαφόρων πολιτισμικών παραδόσεων και πρωτότυπων οχυρωματικών και αμυντικών λύσεων.

Οχυρωματική παράδοση και βυζαντινά κάστρα

Τα βυζαντινά κάστρα κτίζονταν κατά κανόνα σε λόφους και φυσικά οχυρωμένες θέσεις και χρησίμευαν ως φρούρια και καταφύγια για τον πληθυσμό, πχ. το Κάστρο στη Μύρινα (Λήμνου). Προορίζονται για την άμυνα από όπλα με μικρή κρουστική δύναμη και ακολουθούν παλαιές, εμπειρικές τεχνικές χάραξης. Διαθέτουν συνήθως δύο οχυρωματικούς περιβόλους, και στις μεταγενέστερες περιόδους περιλαμβάνουν και ένα τρίτο, ευρύτερο οχυρωματικό περίβολο, όπως στην Παλαιόχωρα της Αίγινας, στο Μυστρά και στην Αθήνα. Τα τείχη διαμορφώνονται με προεξέχοντες πύργους, επάλξεις, μικρά ανοίγματα και καταχύστρες. Στα χρόνια της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο (10ος – 12ος) καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για την οχύρωση πολλών στρατηγικών θέσεων. Από το 12ο αι., λόγω της ανασφάλειας από τις επιθέσεις των πειρατών και των διαφόρων εισβολέων, οι οικισμοί μετακινούνται προς την ενδοχώρα των νησιών και σε δυσπρόσιτα μέρη χτίζονται οχυρά και κάστρα, όπως το θρυλικό κάστρο του Κοσκινά (Ικαρία), το Κάστρο της Βολισσού (Χίος) κ.ά. Ξεχωριστή κατηγόρια «κάστρων» αποτελούν τα οχυρωμένα μοναστήρια με εξέχον παράδειγμα τη Μονή της Πάτμου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας τα βυζαντινά οχυρά χρησιμοποιήθηκαν από τους νέους κυριάρχους με επισκευές και τροποποιήσεις, που δεν άλλαζαν συνήθως τη γραμμή χάραξης.

Οχυρωματικά συστήματα κατά την Φραγκοκρατία

Πύργοι

Μετά τον 12ο αι. στον αιγαιακό χώρο παρατηρείται αυξημένη δραστηριότητα στον τομέα των οχυρώσεων που σχετίζεται με τη δράση των Δυτικών. Κατά την περίοδο της πρώιμης κυρίως Φραγκοκρατίας (13-14 αι.) τόσο στην Ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στα νησιά του Αρχιπελάγους συναντάμε ένα νέο αμυντικό και οχυρωματικό είδος, τον τετράγωνο πύργο. Πρόκειται για μία απλή τετράγωνη κατασκευή που ερμηνεύεται γενικά ως καταφύγιο ασφαλείας ωστόσο φαίνεται να είχε ποικίλη κατά περιόδους και τόπους χρήση. Οι πύργοι απαντούν σε πολλά σημαντικά νησιά, όπως στη Νάξο, Ρόδο, Σαμοθράκη, Εύβοια κ.ά. Η ύπαρξη τους σε αγροτικές περιοχές όπως στη Νάξο μαρτυρεί τη σχετική ευμάρεια του τόπου, καθώς προορίζονται για την προστασία του πληθυσμού και της παραγωγής. Οι πύργοι που βρίσκονται σε παράκτιες και στρατηγικές θέσεις όπως στη Γενουατική τότε Σαμοθράκη και τη Ρόδο των Ιπποτών σχετίζονται με την οργάνωση του αμυντικού δικτύου, στο οποίο λειτουργούσαν και ως βίγλες που ειδοποιούσαν με οπτικά σήματα για την εμφάνιση εχθρικών πλοίων. Αρκετές φορές, ειδικά στην ενδοχώρα, οι πύργοι, πχ. ο πύργος του Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνού στο Πύθιο, χρησίμευαν περισσότερο ως σύμβολα κοινωνικής και πολιτικής ισχύος και δεν είχαν ιδιαίτερο αμυντικό ρόλο. Στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας οι πύργοι καμιά φορά προσέφεραν ασφάλεια στον πληθυσμό. Σχετικά με την ανέγερση των πύργων δεν διασώζονται πηγές. Ως προς τη κατασκευή τους οι πύργοι στο ελληνικό χώρο παρουσιάζουν αξιοσημείωτη συγγένεια με τους αντίστοιχους στη Δυτική Ευρώπη.

Οχυρωμένοι οικισμοί

Από τα μέσα του 14ου αι. η ασφάλεια στο Αιγαίο επιδεινώνεται και δημιουργούνται περισσότερες οχυρωμένες θέσεις και οχυρωμένοι οικισμοί. Παράλληλα υπάρχουν και περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στην έντονη οχυρωματική δραστηριότητα.

Ξεχωριστή ενότητα αποτελούν οι οχυρωμένοι οικισμοί, ιδίως στις Κυκλάδες. Οι οικισμοί αυτοί χρονολογούνται στο 14ο και 15ο αι. και αποδίδονται σε Φράγκους ηγεμόνες, κυρίως σε Βενετούς και Γενουάτες, που κατείχαν τα νησιά μέχρι το 16ο αι. Οι διάσπαρτοι οικισμοί ονομάζονται συχνά «κάστρα» και διατηρούν ονομασίες σχετικά με τη χρήση τους, Κάστρο, Πυργί κλπ. Δεν έχουν αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα με εξαίρεση τους μεσαιωνικούς οικισμούς στα Μαστιχοχώρια της νότιας Χίου, που διαθέτουν πύργους και ειδική αμυντική χάραξη.

Οι τειχισμένοι οικισμοί διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες ως προς τη σχέση μεταξύ του οικισμού και της οχύρωσης: α) οικισμοί που αναπτύχθηκαν σε προϋπάρχοντα αμυντικό περίβολο, β) οικισμοί που οχυρώθηκαν εκ των υστέρων και γ) κλασική περίπτωση της δημιουργίας νέων οχυρωμένων οικισμών (πχ. το κάστρο της Αντιπάρου). Γενικά χαρακτηρίζονται για τη διάταξη των σπιτιών που χτίζονται σε συνεχή σειρά με περιμετρική διάταξη σχηματίζοντας με τον πίσω τοίχο του συμπαγή οχυρωματικό περίβολο. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι το κάστρο της Αστυπάλαιας (αρχ. 15ου αι), το Κάστρο του Πύργου Καλλίστης στη Σαντορίνη (τέλη 15ου– αρχ.16ου) κ.ά. Οι περισσότεροι τειχισμένοι οικισμοί ανήκουν στις Κυκλάδες: Πάρος (Παροικιά και Νάουσα), Σαντορίνη (Πύργος), και τα αντίστοιχα κάστρα σε Σίφνο, Νάξο, Μύκονο, Κίμωλο, Τήνο. Αρκετοί οχυρωμένοι οικισμοί από την εποχή των Γενουατών υπάρχουν στη Χίο: Πυργί, Μεστά, Ολύμποι, Καλαμωτή, Αυγώνυμα, το μοναδικό καστροχώρι Ανάβατος κ.ά.

Οχυρώσεις των λιμανιών

Κατά τη διάρκεια τη Φραγκοκρατίας μεγάλη σημασία δόθηκε στην οχύρωση των λιμανιών. Κατά κανόνα εκτός από τα τείχη τα λιμάνια διέθεταν προκυμαίες και βραχίονες που περιόριζαν το άνοιγμα που ελεγχόταν από ένα ή δύο πύργους. Τα λιμάνια που βρίσκονται υπό την κυριαρχία των Βενετών οχυρώθηκαν με μεγάλη φροντίδα και διέθεταν τα πλέον προηγμένα οχυρωματικά συστήματα.

Προμαχώνες

Οι προμαχώνες εμφανίστηκαν μετά τα μέσα του 15ου αι. Αποτελούν ειδικές οχυρώσεις προσαρμοσμένες στις νέες τεχνικές πολέμου. Αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα από τους Βενετούς, κυρίως στη Κρήτη, τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου, τα Ιόνια νησιά και σε μεμονωμένες περιπτώσεις στο Αιγαίο. Το προμαχωνικό σύστημα οχύρωσης, «Fronte Bastionato», είναι ριζικά διαφορετικό σε σχέση με τα παραδοσιακά κάστρα και στηρίχτηκε σε συστηματικές μελέτες επιφανών ιταλών μηχανικών και αρχιτεκτόνων όπως τον Michele Sanmicheli, τον Antonio da Sangallo και τον Giulio Savorgnano. Βασικός σκοπός της χάραξης ήταν να αποφευχθεί η δημιουργία απυρόβλητων ζωνών. Τα τείχη είναι χαμηλά, με μεγάλο πάχος, με ελαφρά κλίση και ειδικά διαμορφωμένες γωνίες ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη προστασία από τα εχθρικά πυρά και πυροβόλα όπλα με μεγάλη κρουστική δύναμη. Εμφανίζονται διάφοροι σύνθετοι τύποι, πχ. καρδιόσχημοι προμαχώνες με πλατιά τάφρο κατά μήκος. Η νέα μορφή των οχυρών σχετίζεται με τον βασικό τρόπο άμυνας, τα πλευρικά πυρά με τα πυροβόλα. Οι προμαχώνες που κατασκευάσθηκαν στο ευρύτερο αιγαιακό χώρο από τους Βενετούς ήταν από τους πρώτους στην ιστορία της φρουριακής αρχιτεκτονικής και αποτελούν σταθμό στην εξέλιξή της.

Επιθαλάσσια κάστρα

Πρόκειται για μεμονωμένα οχυρά στη θάλασσα, γνωστά με τον όρο «Castel da Mare». Τα επιθαλάσσια κάστρα, στην πλειονότητά τους βενετικά, ως προς τη λειτουργία τους αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των παραθαλάσσιων φρουρίων. Συνέβαλαν σημαντικά στην άμυνα από τη θάλασσα ως προωθημένοι προμαχώνες. Απαντώνται μετά τον 14ο αι. και κατασκευάζονταν για την προστασία των εμπορικών λιμανιών και των ναύσταθμων πάνω σε φυσικούς βράχους (Μεθώνη) και σε ειδικά διαμορφωμένες νησίδες (Μπούρτζι στο Ναύπλιο).

Οχυρωματικά δίκτυα

Στο Αιγαιακό χώρο οι εκάστοτε κυρίαρχοι επιχείρησαν να συγκροτήσουν δίκτυα οχυρώσεων για την καλύτερη άμυνα και προστασία των θαλάσσιων οδών που ήλεγχαν. Ιδιαίτερα αποτελεσματικοί υπήρξαν οι Βενετοί που δραστηριοποιήθηκαν στο κεντρικό και το νότιο Αιγαίο. Συνήθως χρησιμοποίησαν παλαιές θέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις οχύρωσαν θέσεις-κλειδιά στις θαλάσσιες επικοινωνίες. Αξιόλογες ήταν οι προσπάθειες των Γενουατών στο βόρειο και το ανατολικό Αιγαίο που κατήρτισαν δίκτυο ισχυρών κάστρων και πύργων. Ξεχωριστή δραστηριότητα ανέπτυξαν οι Ιωαννίτες Ιππότες στα Δωδεκάνησα. Στο σχετικά μικρό χώρο που κυριαρχούσαν οργάνωσαν ένα πολύ καλό αμυντικό σύστημα για την προστασία του πληθυσμού και τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων. Στα 10 ιπποτοκρατούμενα νησιά είναι γνωστά 56 κάστρα, συμπεριλαμβανομένων και των οχυρωμένων μονών. Ξεχωρίζουν οι οχυρώσεις στη Ρόδο, Κω, Κάλυμνο, Λέρο, Καστελόριζο κ.ά. Οι Οθωμανοί, στην προέλαση τους στο Αιγαίο, περιορίστηκαν στην επιδιόρθωση και την ενίσχυση των φρουρίων που κατακτούσαν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s