ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ

ΟΙ ΙΩΑΝΝΙΤΕΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας αποτελεί καμπή για την ιστορία του ελλαδικού χώρου και ειδικότερα για την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, καθώς την άλωση της πρωτεύουσας ακολούθησε η σταδιακή κατάκτηση των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους και η δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού λατινικών κρατιδίων.

Οι Ιωαννίτες Ιππότες

Το θρησκευτικό-στρατιωτικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, που ονομάστηκε έτσι από τον προστάτη του άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, εμφανίζεται στο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά τη Δ΄ Σταυροφορία. Πριν από το 1204 είναι γνωστό ότι διατηρούσε ένα νοσοκομείο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ μετά την άλωση έλαβε διάφορες κτήσεις ως δωρεές μαζί με τους Ναΐτες Ιππότες σε πολλά μέρη της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, καθώς επίσης στο πριγκιπάτο της Αχαΐας. Στον αιγαιακό χώρο οι Ιωαννίτες Ιππότες εμφανίζονται δυναμικά στις αρχές του 14ου αι., μεταξύ των ετών 1306-1309/10, οπότε καταλαμβάνουν το νησί της Ρόδου και στη συνέχεια τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου.

Πριν από την κατάληψη της Δωδεκανήσου, το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, είχε μία ιστορία δύο αιώνων, η οποία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς, λόγω της ένδειας των ιστορικών πηγών και του πλήθους των παραδόσεων και των μύθων που αναφέρονται στην ίδρυση και τη δράση του. Τα πρώτα ίχνη του εντοπίζονται στο β΄ μισό του 11ου αι., στο χώρο της Παλαιστίνης, στον ξενώνα-νοσοκομείο που ίδρυσαν έμποροι από το Αμάλφι κοντά στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα για την περίθαλψη των φτωχών και αρρώστων προσκυνητών των Αγίων Τόπων. Από τις αρχές του 12ου αι. φαίνεται ότι αποκρυσταλλώνεται ο φιλανθρωπικός και στρατιωτικός χαρακτήρας του Τάγματος και έκτοτε οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη, με βασικές αρετές την υπακοή, την αγνότητα και την ένδεια, γίνονται οι πιο αξιόμαχοι υπερασπιστές της σταυροφορικής ιδεολογίας στους Αγίους Τόπους αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως στην Κιλικία της Μικράς Ασίας ή στην Ισπανία. Για την επίτευξη του στόχου τους η Αγία Έδρα τους παραχωρεί σημαντικά πολιτικά και οικονομικά προνόμια. Παράλληλα, μέσω δωρεών το Τάγμα αποκτά τεράστια κτηματική περιουσία, συχνά ακόμη και ολόκληρες επαρχίες, τόσο στην Ανατολή, όσο και στη Δύση.

Η επέκταση ωστόσο των Αράβων από το 13ο και εξής αιώνα έχει ως αποτέλεσμα την σταδιακή απομάκρυνση των δυτικοευρωπαίων από τη Συροπαλαιστίνη. Οι Ιωαννίτες ιππότες, παρά τη σθεναρή αντίστασή τους, έχασαν τη μία μετά την άλλη τις πόλεις και τα ισχυρά φρούρια που κατείχαν για περίπου ένα αιώνα. Στις 18 Μαΐου του 1291, μετά την πτώση της Άκρας, του τελευταίου προπύργιου των σταυροφόρων στην ανατολή, οι Ιωαννίτες Ιππότες θα καταφύγουν στην Κύπρο, όπου ο βασιλιάς Ερρίκος ο Β΄ τους επέτρεψε να εγκατασταθούν προσωρινά στη Λεμεσό.

Οι Ιωαννίτες στα Δωδεκάνησα

Στην Κύπρο, οι Ιωαννίτες Ιππότες, περιορισμένοι κάτω από τον έλεγχο της ισχυρής βασιλικής εξουσίας του Ερρίκου του Β΄, άρχισαν σύντομα να ψάχνουν για μόνιμη βάση. Η ευκαιρία τους δόθηκε την 27 Μαΐου του 1306, με τη συνθήκη που υπέγραψε ο μεγάλος μάγιστρος του Τάγματος Foulques de Villaret για την κατάληψη της Ρόδου με τον γενουάτη Vignolo de Vignoli, που διατηρούσε τιμάρια στη Δωδεκάνησο (το β΄ μισό του 13ου και τις αρχές του επόμενου αι., τα Δωδεκάνησα, παρόλο που ανήκαν στο Βυζάντιο, εξουσιάζονταν ουσιαστικά από διάφορους Γενουάτες τιμαριούχους). Στη συνέχεια ο Foulques de Villaret με την υποστήριξη των Γενοβέζων, του Πάπα και άλλων δυτικών συμμάχων του αποβιβάστηκε στη Ρόδο και κατέλαβε δύο από τα σημαντικότερα κάστρα του νησιού, την Φιλέρημο και τον Φαρακλό. Στις 15 Αυγούστου, πιθανότατα του έτους 1309, κατέλαβε την πόλη της Ρόδου και κατόπιν τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, με εξαίρεση την Αστυπάλαια, που την εξουσίαζαν οι Quirini του Δουκάτου του Αρχιπελάγους, καθώς επίσης την Κάρπαθο και την Κάσο, που ανήκαν στους Κορνάρους, φεουδάρχες ενετικής καταγωγής που ήταν εγκατεστημένοι στην Κρήτη.

Οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη μετά την εγκατάσταση τους στα Δωδεκάνησα ασχολήθηκαν με την οργάνωση του κράτους τους, του στρατού και της ναυτικής τους δύναμης. Από την τρίτη δεκαετία του 14ου αι. μετέτρεψαν τη Ρόδο σε ένα ισχυρό προπύργιο της χριστιανοσύνης στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Για να επιτύχουν το σκοπό τους ανέπτυξαν ένα ευρύ δίκτυο οχυρών θέσεων στα δέκα νησιά της Δωδεκανήσου που συγκροτούσαν το κράτος τους, είτε ενισχύοντας και εκσυγχρονίζοντας συνεχώς τα ήδη υπάρχοντα φρούρια, είτε κτίζοντας νέα οχυρά σε καίριες στρατηγικές θέσεις (τα κάστρα που είναι γνωστά στα ιπποτοκρατούμενα νησιά φτάνουν σε αριθμό τα 56, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οχυρωμένων μονών). Παράλληλα, προκειμένου να επιτύχουν τη δημιουργία προγεφυρωμάτων στη Μικρά Ασία, φροντίζουν να κτίζουν ισχυρά φρούρια στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του κάστρου της Σμύρνης, όπου οι Ιωαννίτες εγκαθιστούν φρουρά από το 1344 μέχρι και το 1402 ή το κάστρο του Αγίου Πέτρου στην περιοχή της αρχαίας Αλικαρνασσού, απέναντι από την Κω, το οποίο εξυπηρετούσε τον καλύτερο έλεγχο των στενών ανάμεσα στις δύο ακτές.

Το κράτος των Ιωαννιτών Ιπποτών αποτελούσε ένα πολυεθνικό μόρφωμα, με τα μέλη του να είναι κατανεμημένα σε επτά »γλώσσες» ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους (Προβηγκία, Ωβέρνη, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και Αγγλία). Οργανώθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα της φεουδαρχικής κοινωνίας και με κύριο χαρακτηριστικό την αυστηρή κοινωνική ιεραρχία. Οι Ιππότες φρόντισαν με εποικισμούς να ενισχύσουν το λατινικό στοιχείο των νησιών που κατέκτησαν, αλλά κράτησαν γενικά μετριοπαθή στάση απέναντι στο χριστιανικό πληθυσμό, ακόμα και ως προς την εκκλησιαστική πολιτική του Τάγματος, παρόλο που στη Ρόδο εγκαταστάθηκε από πολύ νωρίς λατίνος αρχιεπίσκοπος και η ορθόδοξη επισκοπή του νησιού χήρευε πιθανώς μέχρι και το β΄ τέταρτο του 15ου αι. Δεν κράτησαν ωστόσο πάντα την ίδια στάση έναντι των Εβραίων της Ρόδου εναντίον των οποίων εξαπέλυσαν διώξεις στις αρχές του 16ου αιώνα. Αρκετοί Εβραίοι αναγκάστηκαν τότε να αλλαξοπιστήσουν, για να επανέλθουν στον εβραϊσμό μετά την κατάληψη της Ρόδου από τους Οθωμανούς το 1522.

Οι Ιππότες της Ρόδου ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την τόνωση του εμπορίου και της βιοτεχνίας, καθώς και την εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Το διάστημα της ιπποτοκρατίας η Ρόδος αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου. Στο νησί εγκαθίστανται μεγάλες εμπορικές και τραπεζικές εταιρείες της Δυτικής Ευρώπης, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται σημαντικές βιοτεχνικές δραστηριότητες, όπως η παραγωγή ζάχαρης και σαπουνιού, η κεραμική και η μεταλλοτεχνία.

Επιχειρήσεις των Ιωαννιτών στο Αιγαίο

Οι Ιωαννίτες Ιππότες αμέσως μετά την κατάκτηση της Ρόδου συμμετείχαν σε όλες σχεδόν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που οργανώνονταν από τις δυνάμεις που είχαν συμφέροντα στο Αιγαίο ενάντια στην αυξανόμενη ισχύ των Οθωμανών. Έτσι το 1319 κατανίκησαν μαζί με τον γενουάτη Martino Zaccaria τον τουρκικό στόλο στα ανοικτά της Χίου, το 1344 κατέλαβαν μαζί με τον ενετικό, κυπριακό και παπικό στόλο τη σημαντική για τη στρατηγική της θέση Σμύρνη, το 1347 νίκησαν τον οθωμανικό στόλο κοντά στην Ίμβρο κ.α. Σε ανάλογες στρατιωτικές επιχειρήσεις συμμετείχαν ή πρωτοστάτησαν καθόλη τη διάρκεια της κυριαρχίας τους στα Δωδεκάνησα, τόσο στο χώρο του Αιγαίου, όσο και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι ιππότες της Ρόδου έχουν έντονη παρουσία και στο κοντινό τους Δουκάτο του Αρχιπελάγους, που ιδρύθηκε το 1207 από τον βενετό Μάρκο Σανούδο. Στις αρχές του 14ου αι. κατέλαβαν τη Δήλο πιθανότατα με υπόδειξη του ίδιου του δούκα της Νάξου. Από έγγραφο του 1452 είναι γνωστό ότι έλαβαν ως δωρεά από την Φραντζέσκα Κρίσπα, χήρα του Δούκα Ιωάννη, την μονή του Αγίου Αντωνίου του Ερμίτου στη Χώρα της Νάξου, την πρωτεύουσα του Δουκάτου. Για την καλύτερη μάλιστα εκμετάλλευση των κτήσεων αυτών, το Τάγμα δημιούργησε μια ξεχωριστή διοίκηση (κουμανταρία) με επικεφαλείς συνήθως άτομα του δουκικού περιβάλλοντος. Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά μέλη της δουκικής οικογένειας του Αρχιπελάγους έγιναν δεκτά στο Τάγμα, όπως για παράδειγμα οι Μάρκος και Ιωάννης Κρίσπος. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι οι Κρίσποι βοήθησαν τον ιπποτικό στολίσκο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ρόδου του 1522, ενώ υπήρξε ακόμη και σχέδιο για την μεταφορά της έδρας του Τάγματος στη Νάξο, μετά την απώλεια της Ρόδου το 1522, η οποία όμως τελικά δεν τελεσφόρησε.

Οι Ιωαννίτες και η ηπειρωτική Ελλάδα

Ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει στα σχέδια και τις φιλοδοξίες τους για τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Η δράση τους στο χώρο αυτό εγκαινιάζεται με έναν από τους σημαντικότερους Μεγάλους Μαγίστρους του Τάγματος, τον Juan Fernandez de Heredia (1377-1396), ο οποίος στα πλαίσια της επιχείρησής του να εκστρατεύσει εναντίον των Αλβανών που κατείχαν την περίοδο αυτή μεγάλα τμήματα της Ηπείρου, «υπενοικίασε» το πριγκιπάτο της Αχαΐας από τη βασίλισσα Ιωάννα της Νάπολης για πέντε χρόνια πληρώνοντας ετησίως 4.000 δουκάτα. Μετά το πέρας της πενταετούς μισθώσεως, οι Ιππότες αποχώρησαν το 1383 από την Πελοπόννησο, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψουν τις βλέψεις τους στον ελλαδικό χώρο. Επανέρχονται λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Δεσπότης του Μωρέα Θεόδωρος Β΄ Παλαιολόγος, τους πούλησε αρχικά την Κόρινθο (1396/7), ενώ λίγο αργότερα ήταν διατεθειμένος να τους παραχωρήσει ολόκληρο το Δεσποτάτο (1399). Οι διαπραγματεύσεις ωστόσο με τον Θεόδωρο διακόπηκαν και οι Ιππότες της Ρόδου αποχώρησαν οριστικά από την Πελοπόννησο το 1404.

Η αποχώρηση των Ιπποτών από το Αιγαίο

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ τον Κατακτητή το 1453, το νησιωτικό κράτος των Ιπποτών αποτελούσε έναν από τους πιο σημαντικούς εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Αιγαίο και συνακόλουθα έναν από τους επόμενους άμεσους στόχους της. Μετά την κατάκτηση της Μυτιλήνης το 1462 (στην άμυνα της οποίας έλαβαν μάλιστα μέρος και 70 ιππότες της Ρόδου) και της Εύβοιας το 1472, η κατάκτηση της Ρόδου ήταν απλώς θέμα χρόνου. Το Μαΐο του 1480 σημειώνεται η πρώτη μεγάλη πολιορκία της Ρόδου από τους Οθωμανούς (διήρκησε 85 περίπου ημέρες), την οποία οι Ιωαννίτες Ιππότες κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία.

Μετά από μία περίοδο ανασυγκρότησης, κατά τη διάρκεια της οποίας το Τάγμα προσπάθησε να αποκαταστήσει τις ζημιές που επέφερε η πολιορκία του 1480 και να ενισχύσει με διπλωματικούς χειρισμούς τη θέση του στο Αιγαίο, ακολουθεί η δεύτερη μεγάλη πολιορκία της Ρόδου από τον Σουλεϊμάν Μεγαλοπρεπή το 1522. Μετά από φονικές μάχες έξι μηνών, οι Ιππότες αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πόλη υπογράφοντας το Δεκέμβριο του 1522 συνθήκη με τους Οθωμανούς.

Την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους οι Ιππότες επιβιβάζονται στα πλοία τους και μετά από πολλές περιπλανήσεις εγκαθίστανται το 1530 στη Μάλτα. Από εκεί θα συνεχίσουν τον αγώνα τους εναντίον των Οθωμανών, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσουν τους δεσμούς τους με την περιοχή του Αιγαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1531 αποπειράθηκαν να καταλάβουν, χωρίς όμως επιτυχία, το κάστρο της Μεθώνης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s