ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ

ΟΙ ΒΕΝΕΤΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Οι Βενετοί έφτασαν στο Αιγαίο στην προσπάθειά τους να επεκτείνουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Η επιλογή τους να ταξιδέψουν προς τα ανατολικά καθορίστηκε από την πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Η Κωνσταντινούπολη ήταν η μητρόπολη που βρισκόταν στο κέντρο των σημαντικότερων εμπορικών δικτύων. Έτσι και η αρχική εμπλοκή των Βενετών στις σταυροφορίες, με στόχο την εγκαθίδρυση εμπορικών μονοπωλίων στην Ανατολή, μετατράπηκε σε εκστρατεία ελέγχου της Κωνσταντινούπολης.

Πριν το 1204

Οι Βενετοί, δρώντας άλλοτε ως Βυζαντινοί υπήκοοι και άλλοτε ως ανεξάρτητη δύναμη, αναδείχτηκαν στη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στη βόρεια και κεντρική Αδριατική. Μόλις το 992 εξαργυρώνοντας τις υπηρεσίες τους προς το Βυζάντιο απέκτησαν τα πρώτα εμπορικά προνόμια. Η παρουσία τους, όμως, στη νότια Αδριατική και στο Ιόνιο εδραιώθηκε όταν συνήψαν συμμαχία με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και συνέβαλαν αποφασιστικά στις ναυτικές επιτυχίες στο Δυρράχιο και την Κέρκυρα εναντίον του Νορμανδού Ροβέρτου Γισκάρδου. Ως αντάλλαγμα ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός με χρυσόβουλο (1082) τους παραχώρησε το δικαίωμα να εμπορεύονται στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, εκχωρώντας τους παράλληλα και φοροαπαλλαγές.

Περί το 1100 οι Βενετοί άρχισαν να πυκνώνουν τα ταξίδια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα. Διατηρώντας μεγάλη ευελιξία στα μέσα που χρησιμοποιούσαν για να πετύχουν το στόχο τους, οι Βενετοί εναλλάσσονταν στους ρόλους του συμμάχου ή του αντιπάλου του Βυζαντίου, στους ρόλους του εμπόρου και του πειρατή. Το 1118, όταν ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός αρνήθηκε να ανανεώσει τα εμπορικά τους προνόμια, επέδραμαν στα νησιά του Αιγαίου λεηλατώντας τα, ώσπου να πείσουν τον αυτοκράτορα να αλλάξει γνώμη. Το 1148 στάθηκαν σύμμαχοι στους Βυζαντινούς, όταν οι Νορμανδοί (Βοϊμούνδος) προσπαθούσαν για δεύτερη φορά να προελάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Το Αιγαίο ήταν το απαραίτητο προγεφύρωμα για την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή και για το εμπόριο της Κωνσταντινούπολης. Η διείσδυσή τους διευκολύνθηκε από την κατάρρευση του βυζαντινού ναυτικού.

Μετά το 1204

Τα επεισόδια της ιδιόμορφης συμμαχίας μεταξύ Βυζαντινών και Βενετών συνεχίστηκαν έως το 1203, όταν οι σταυροφόροι και οι Βενετοί στρατοπέδευσαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και τον επόμενο χρόνο την κατέλαβαν. Με τη συνθήκη διαμοίρασης των εδαφών της αυτοκρατορίας που ακολούθησε (Partitio terrarum imperii Romaniae), οι Βενετοί έγιναν κύριοι των 3/8 της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μία πόλη, βέβαια, με πληθυσμό που μόλις ξεπερνούσε τις 100.000 ήταν αδύνατο να κατακτήσει και να ελέγξει όλες αυτές τις περιοχές. Η προσοχή των Βενετών στράφηκε στα πιο σημαντικά από εμπορική άποψη λιμάνια και στην Κρήτη. Στο επόμενο από την άλωση διάστημα, οι Βενετοί έθεσαν υπό τον άμεσο έλεγχό τους την Κορώνη, τη Μεθώνη και το Νεγρεπόντε (Χαλκίδα). Το 1207 κατέλαβαν το Χάνδακα της Κρήτης και οριστικά εκδίωξαν τους Γενοβέζους το 1211, οπότε άρχισε ο εποικισμός του νησιού, που ολοκληρώθηκε το 1252. Η γη και τα χωριά αποδόθηκαν στους εποίκους έναντι φεουδαλικών υποχρεώσεων στο δόγη. Στην Κρήτη οι Βενετοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια σειρά από αντιδράσεις που ξέσπασαν όταν οι παλαιοί άρχοντες-γαιοκτήμονες έχασαν τη γη και τα προνόμιά τους. Κράτησαν συμβιβαστική στάση επιτρέποντας σε αρκετούς από τους εξεγερθέντες να διατηρήσουν τις γαιοκτησίες τους.

Η Βενετία έμεινε προσηλωμένη στο στόχο της απόκτησης λιμανιών-ναυτικών σταθμών που θα εξυπηρετούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες και γι’ αυτό το λόγο παροδικά κατέκτησε τον Ορεό, την Κάρυστο, το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά, τη Θεσσαλονίκη, την Τένεδο, τη Μύκονο, την Αίγινα, , την Κω, την Πάτρα, το Ναυαρίνο, τη Ναύπακτο. Το μεγαλύτερο μέρος της αποστολής το ανέθεσε σε ιδιώτες, με προεξάρχοντα το Μάρκο Σανούδο, που το 1207 κατέλαβε τη Νάξο και έγινε δούκας του Αιγαίου ή της Νάξου, έχοντας υπό τον άμεσο έλεγχό του τη Nάξο, την Πάρο, την Aντίπαρο, την Kίμωλο, τη Mήλο, την Aμοργό, την Ίο, την Kύθνο, τη Σίκινο, τη Σίφνο και τη Σύρο. O Mαρίνος Δάνδολος κατέλαβε την Άνδρο και την κράτησε ως υποτελής του Σανούδου. Mε τους ίδιους όρους πήρε την Aνάφη ο Λεονάρδος Φώσκολος, ο Ιάκωβος Μπαρότσι τη Σαντορίνη, οι Κουιρίνι την Αστυπάλαια. Oι αδελφοί Aνδρέας και Iερεμίας Γκύζης έγιναν κύριοι της Tήνου, της Mυκόνου, της Σκύρου, της Σκοπέλου, της Σκιάθου, της Σερίφου και της Kέας. Στα Kύθηρα εγκαταστάθηκε ο Mάρκος Bενιέρης και στα Aντικύθηρα η οικογένεια των Βιάρων. Οι Κορνάροι κατείχαν κατά περιόδους την Κάρπαθο.

Οι δυναστείες που ηγεμόνευαν στα νησιά άλλαξαν με τα χρόνια χωρίς να μεταβάλουν το καθεστώς σχέσεων με τη Βενετία. Η καταληκτική χρονολογία της παρουσίας τους στο Αιγαίο ήταν 1566, όταν τα νησιά πέρασαν οριστικά στην οθωμανική κυριαρχία, ενώ είχε μεσολαβήσει ένα διάστημα υποτέλειας (1537-1566). Υπό άμεση βενετική διοίκηση έμειναν η Κρήτη (1211-1669), η Τήνος (1390-1715) και τα Κύθηρα (1364-1797). Από το 1453 και μετά, ο κύριος αντίπαλος της Βενετίας στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν η Οθωμανική Aυτοκρατορία.

Η ζωή με τους Βενετούς

Στις περιοχές υπό τον άμεσο έλεγχό τους οι Βενετοί εγκαθίδρυσαν ένα σύστημα διακυβέρνησης που προσομοίαζε σε εκείνο της πόλης τους. Στην κεφαλή βρισκόταν ένας αξιωματούχος (οι τίτλοι διέφεραν ανά περιοχή) επικουρούμενος από δύο συνήθως συμβούλους. Πλαισιωνόταν από μια γραμματεία (cancelleria), δικαστικούς και εκτελεστικούς θεσμούς και συμβούλια, στα οποία συμμετείχαν τα μέλη της ανώτατης κοινωνικής ομάδας. Η ένταξη στο κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα καθοριζόταν από τη γαιοκατοχή, την κληρονομικότητα και την αποδεδειγμένη αστική ιδιότητα. Η κοινωνική διάκριση ήταν κοινή σε όλες τις περιοχές που διατήρησαν υπό τον έλεγχό τους η βενετική πολιτεία και οι βενετικές οικογένειες. Οι διαφορές στο θρησκευτικό δόγμα και στο πολιτισμικό υπόβαθρο συνέτειναν στη δημιουργία κοινωνικών ελίτ, που επιβίωσαν και στη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής (π.χ. στη Νάξο και στη Σαντορίνη).

Σημαντική πτυχή της παρουσίας των Βενετών στο Αιγαίο αποτέλεσε το ιδιότυπο καθεστώς υποτέλειας που επέβαλαν στους νησιώτες. Στο ουσιαστικά ανεξέλεγκτο πεδίο του Αιγαίου ο βενετικός στόλος, όταν οι Οθωμανοί είχαν επικρατήσει, εισέπραττε φόρο υποτέλειας από τις τοπικές κοινωνίες, γεγονός που αναφέρεται στους πορτολάνους και στα νησολόγια του 16ου και του 17ου αιώνα ως στοιχείο ταυτότητας για κάθε νησί.

Η παρουσία των Βενετών στο Αιγαίο έφερε δύο νέα στοιχεία που άλλαξαν την οπτική των ανθρώπων. Με το εμπόριο και τη συνακόλουθη ζήτηση για εμπορικά προϊόντα (το κρασί και το λάδι κυρίως όσον αφορά το Αιγαίο) ενέταξαν τα νησιά και τις παράκτιες ζώνες στο διεθνές δίκτυο εμπορίας. Η οθωμανική κατάκτηση δεν ανέκοψε τις διεθνείς προοπτικές, που ενισχύθηκαν σημαντικά προς το τέλος του 17ου αιώνα.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή προήλθε από τους διαύλους που άνοιξε η βενετική παρουσία προς την ιταλική αναγέννηση. Η ελληνική αδελφότητα στη Βενετία αποδείχτηκε ο σημαντικότερος δίαυλος διάδοσης της έντυπης πια ελληνικής γραμματείας, είτε αρχαίας είτε σύγχρονης.

5. Απόκτησης και διατήρησης κυριαρχίας στο Αιγαίο

Η παρουσία και η δράση των Βενετών στο Αιγαιακό χώρο αφορά πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από το 11ο έως το 18ο αι. και μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις μεγάλες φάσεις.

Η πρώτη φάση χρονολογείται μέχρι το 1204 και αφορά την εγκατάσταση και τη δραστηριοποίηση των Βενετών εμπόρων στο Βυζάντιο.

Η δεύτερη φάση σχετίζεται στενά με την εγκαθίδρυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης 1204-1261, την οποία οι δόγηδες υποστήριξαν και σε μεγάλο βαθμό χρησιμοποίησαν προκειμένου να αυξήσουν τη επιρροή τους στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου. Στο διάστημα αυτό η Γαληνοτάτη κατόρθωσε να επιβάλει την κυριαρχία στο Αιγαίο, το οποίο μετατράπηκε σε βενετική λίμνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βενετοί αναφερόμενοι στις κτήσεις τους στο κεντρικό και το νότιο Αιγαίο, το ονόμασαν φιλόδοξα «Αρχιπέλαγος». Η κεντρική βενετική διοίκηση κέρδισε την επικυριαρχία στην Κρήτη, εξασφαλίζοντας παράλληλα το εμπορικό μονοπώλιο στην Κωνσταντινούπολη και τον Εύξεινο Πόνο. Στο χώρο του Αιγαίου ασκούσαν τον έλεγχο σε πολιτικό και εμπορικό επίπεδο με ένα σύνθετο και καλά οργανωμένο δίκτυο υποτελών τοπικών ηγεμόνων.

Η τρίτη φάση χρονολογείται συμβατικά από τα μέσα του 13ου αι. έως τα τέλη του 14ου. Ως αφετηρία μπορεί να θεωρηθεί το 1261, έτος ανακατάληψης της Κωνσταντινούπολης, και ως λήξη το 1381, το τέλος του τέταρτου και τελευταίου πόλεμου μεταξύ Βενετίας και Γένοβας. Χαρακτηρίζεται από την έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ιταλικών πόλεων της Βενετίας και της Γένοβας για την κυριαρχία στο θαλάσσιο εμπόριο. Η Γένοβα, η οποία είχε εμφανιστεί μετά τη Βενετία στις αγορές της Ανατολής και είχε χάσει τα προνόμια της κατά τη διάρκεια της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, συντάχθηκε με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας στον αγώνα για ανακατάληψη της βυζαντινής πρωτεύουσας. Ακολούθως, εξασφάλισε σημαντική θέση στις βυζαντινές αγορές εις βάρος της Βενετίας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πόλεων οδήγησε και σε ένοπλη αναμέτρηση. Στο διάστημα 1258-1381 έλαβαν χώρα τέσσερις πόλεμοι. Ορισμένες από τις σκληρές ναυμαχίες μάλιστα δόθηκαν στο Αιγαίο, πχ. ναυμαχία του Σετιπότσι (Σπετσοπούλα) το 1263 και του Κάστρου κοντά στη Χαλκίδα το 1350. Στη τελική μάχη του Κιότζια (Chioggia) που δόθηκε κοντά στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία βγήκε νικητής. Ο απολογισμός της αναμέτρησης ήταν ότι η Βενετία απέκτησε χαρακτηριστικά πραγματικής ναυτικής ηγεμονίας, ή όπως αποκαλείται από αρκετούς Αυτοκρατορίας, ενώ ο τρόπος διακυβέρνησης της ίδιας της Δημοκρατίας έγινε περισσότερο ολιγαρχικός. Αναφορικά με το Αρχιπέλαγος η Γένοβα διατήρησε τη κυριαρχία της στο βορειοανατολικό Αιγαίο έχοντας ως βάση τη Χίο, ενώ η Βενετία, με βάση τη Κρήτη ασκούσε την επιρροή της στις Κυκλάδες και στα δυτικά παράλια. Αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι σε επίπεδο εμπορίου παρατηρούνται κάποιες συντονισμένες ενέργειες και συνεργασίες μεταξύ των δύο ανταγωνιστικών δυνάμεων. Σε στρατιωτικό επίπεδο τόσο η Βενετία όσο και Γένοβα δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν ο ένας τον άλλον. Παρόμοια φαινόμενα αναμέτρησης ισοδύναμων ανταγωνιστών απαντώνται και στην ηπειρωτική Ελλάδα μεταξύ των διάφορων Φραγκικών κρατών.

Η τελευταία φάση της παρουσίας της Βενετίας στο Αιγαίο σχετίζεται με την αναμέτρησή της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως αρχή θεωρείται η συστηματική προσπάθεια οργάνωσης της άμυνας στο χώρο του Αιγαίου περί τα τέλη του 14 αι.Ήδη από το 1377 τα κάστρα του Ναυπλίου και του Άργους τέθηκαν υπό βενετικό έλεγχο. Οι Βενετοί σε πολλές περιπτώσεις ανέλαβαν τη συντήρηση κάστρων και την οργάνωση της άμυνας τοπικών ηγεμόνων, μετατρέποντας τις αντίστοιχες πόλεις ως προτεκτοράτα, υπολογίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα ανέκοπταν και τις προσπάθειες των διαφόρων γενοβέζων τυχοδιωκτών για πρόσκαιρες κατακτήσεις. Οι εμπορικές βάσεις των Βενετών στο Αιγαίο αποτελούσαν κέντρα μεγάλης εμπορικής κίνησης και ευμάρειας. Η κεντρική Οθωμανική διοίκηση αποσκοπούσε στην προσάρτησή τους και την εξασφάλιση της πολιτικής συνοχής προκειμένου να πραγματοποιήσει τα επεκτατικά της σχέδια. Η αναμέτρηση των δύο αυτοκρατοριών κρίθηκε σε έξι συνολικά πολέμους (1463-79, 1499-1502, 1537-40, 1644-69, 1684-89, 1715-18). Γενικά η Βενετία συμμετείχε και πρωτοστάτησε σε διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς, πχ. με τους Ούγγρους και με τους Ιωαννίτες Ιππότες, και ηγήθηκε στρατιωτικών πρωτοβουλιών παρόμοιων των σταυροφοριών, με το ανάλογο ιδεολογικό περίβλημα. Βαθμιαία έως τα μέσα του 16ο αι. οι δόγηδες έχασαν τον έλεγχο στο νησιωτικό χώρο του Αιγαίου και επικεντρώθηκαν στη διατήρηση της βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Με τη συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718 η Βενετία έχασε όλες τις κτήσεις της στο ελληνικό χώρο με εξαίρεση τα Επτάνησα που διατήρησε έως το 1797.

Εμπορεύματα στο Αιγαίο και ο ρόλος των Βενετών στο εμπόριο

Το εμπόριο είχε μεγάλη σημασία τόσο για τη Δύση όσο και για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ήδη από το 13ο αι. και ιδιαίτερα από το α΄ τέταρτο του 14ου αι. το Βυζάντιο και προπαντός το Αιγαίο μετατράπηκαν σε ενδοχώρα των ιταλικών αγορών. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι Βενετοί έμποροί που είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσαν να οργανώσουν δίκτυο πρακτόρων και προξένων που μεριμνούσαν για τις τακτικές θαλάσσιες επικοινωνίες. Κάθε χρόνο από δύο φορές, άνοιξη και φθινόπωρο, ξεκινούσαν τα εμπορικά πλοία από την Ανατολή προς τη Δύση και αντίστροφα με βασικούς ενδιάμεσους σταθμούς Χαλκίδα, Κρήτη, Μεθώνη και Κορώνη, τα «άγρυπνα μάτια της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας». Τα ταξίδια αυτά ονομάζονται muda και διαρκούσαν περίπου οκτώ εβδομάδες. Ιδιαίτερα επικερδές ήταν το εμπόριο με πολυτελή εμπορεύματα από την Ανατολή: μπαχαρικά και είδη πολυτελείας. Αμοιβαίας σημασίας ήταν όμως και το εμπόριο μεταξύ του αιγαιακού χώρου και των ιταλικών χωρών. Οι εξαγωγές γενικά αφορούσαν πρώτες ύλες καθώς και αγροτικά προϊόντα, ενώ οι εισαγωγές – αγαθά των δυτικών βιοτεχνιών. Οι Βενετοί, π.χ., έδειχναν προτίμηση στο σαπούνι με βάση το λάδι και είχαν αναπτύξει τόσο την παραγωγή όσο και το εμπόριό του. Στις πηγές αναφέρονται οι εμπορικές σχέσεις που διατηρούσαν με τα τουρκικά εμιράτα της Δυτικής Μικρασίας, όπου πωλούσαν σαπούνι και αγόραζαν σκλάβους, σιτηρά, άλογα, δέρματα και στυπτηρία. Πηγή εσόδων για τους Βενετούς και του Γενοβέζους αποτελούσε και το εμπόριο σκλάβων, τους οποίους αγόραζαν και μεταπωλούσαν.

Ασφαλώς ο αγώνας για την μεγαλύτερη επιρροή δεν σταματούσε, αλλά στις περιόδους ειρήνης καταγράφεται μία προσπάθεια ενοποίησης στα μέτρα και τα σταθμά, τα νομίσματα και τις πρακτικές διεξαγωγής του εμπορίου: πιστώσεις, φορτία και συμβόλαια. Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά το 14ο αι. παρά την έντονη πολιτική κατάτμηση στο Αιγαίο παρατηρείται μία καλά οργανωμένη εμπορική συνεργασία μεταξύ όλων των πρωταγωνιστών.

Το Αιγαίο είχε ιδιαίτερο βάρος στην εμπορική δραστηριότητα των Βενετών, οι οποίοι έκοψαν ειδικό νόμισμα μικρής αξίας, το tornesello, με σκοπό να επικρατήσουν στην αγορά του Αρχιπελάγους, ενώ τα χρυσά δουκάτα αποτελούσαν νόμισμα αναφοράς συναγωνιζόμενο τα βυζαντινά υπέρπυρα.

Το σημαντικότερο «προϊόν» που προσέφερε το Αιγαίο σε Βενετούς και Γενουάτες ήταν ο ρόλος του στο διαμετακομιστικό εμπόριο, ο οποίος αναβαθμίσθηκε σημαντικά στο εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης μετά την απώλεια της Άκρας το 1291 και τις μογγολικές κατακτήσεις των αρχών του 13ου αι. Τότε απέκτησαν μεγάλοι σημασία οι σταθμοί Κάφα (Γεννουάτες) και Τάνα (Βενετοί) στον Εύξεινο Πόντο. Χαρακτηριστικά, αρκετοί μελετητές τονίζουν ότι για το διεθνές μεσαιωνικό εμπόριο ο Εύξεινος Πόντος λειτουργούσε ως προέκταση του Αιγαίου.

Η Βενετία αρχικά δεν ενδιαφερόταν για την κατοχή εκτεταμένων περιοχών, αλλά κυρίως νησιών ή παραλιακών πόλεων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάσεις ανεφοδιασμού και θέσεις-κλειδιά για το διαμετακομιστικό εμπόριο με την Ανατολή, και τη διατήρηση της κυριαρχίας της στις θαλάσσιες επικοινωνίες. Οι πόλεις και τα λιμάνια της λειτουργούσαν επίσης και ως κέντρα εμπορίου με την τοπική αγορά της ενδοχώρας εξάγοντας κυρίως πρώτες ύλες προς τη Δύση και εισάγοντας είδη πολυτελείας και βιοτεχνίας. Η θέση της Γαληνοτάτης ωστόσο στο διεθνές εμπόριο άλλαξε μετά τα τέλη του 15ου αι., ύστερα από τις γεωγραφικές ανακαλύψεις και στη συνέχεια κλονίστηκε με την εμφάνιση των νέων ναυτικών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία) μετά τα τέλη του 16ου. Κατά το 17ο αι. η εμπορική της δραστηριότητα παρήκμασε τελείως. Παράλληλα οι Βενετοί στράφηκαν προς εκμετάλλευση της αγροτικής παραγωγής προκειμένου να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα προϊόντα για την μητρόπολη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s