ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ

ΑΙΓΑΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ


1. Γέννηση – οικογένεια

Ο Αρχίλοχος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λυρικής ποίησης, αναφέρεται από τις πηγές ως καταγόμενος από την Πάρο και τη Θάσο. Το παράδοξο αυτό της διπλής καταγωγής οφείλεται στο γεγονός ότι ο πατέρας του, Τελεσικλής, ίδρυσε γύρω στο 675 π.Χ. την αποικία των Παρίων στη Θάσο (αν και σύμφωνα με άλλη εκδοχή αυτός ο Τελεσικλής δεν ήταν ο πατέρας, αλλά ο προπάππους του Αρχίλοχου, και η ίδρυση της Θάσου έγινε παλαιότερα). Ο Lesky αναφέρει την άποψη ότι ο Αρχίλοχος ήταν στην ουσία νόθος γιος του Τελεσικλή, που γεννήθηκε περίπου το 680 π.Χ. από τη δούλη Ενιπώ. Ίσως αυτό να εξηγεί το γεγονός ότι δε φαίνεται να ανήκε στην ανώτερη τάξη των πόλεων της Αρχαϊκής εποχής, αλλά μάλλον σε μια τάξη επαγγελματιών στρατιωτών. Στα ποιήματά του μιλάει συχνά για τη στρατιωτική ζωή και για τις μάχες κυρίως στη θρακική περαία της Θάσου. Ο πόλεμος ήταν για αυτόν επάγγελμα, ενώ η ποίηση τον βοηθούσε να εκφράσει τις έντονες συγκινήσεις μιας ταραγμένης εποχής. Και ήταν στον πόλεμο που βρήκε το θάνατο πολεμώντας ενάντια στους Ναξίους.

2. Έργα

Τα ποιήματα του Αρχίλοχου περιλαμβάνουν κυρίως ελεγείες, ιαμβικά τρίμετρα, τροχαϊκά τετράμετρα και επωδές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποίησής του, όπως και αυτής άλλων σύγχρονών του λυρικών ποιητών, είναι η χρήση του α΄ προσώπου. Σε ένα ποίημά του, για παράδειγμα, μιλάει για τον άτυχο έρωτά του προς τη Νεοβούλη, κόρη του Λυκάμβη. Οι στίχοι του είναι γεμάτοι πικρία και μίσος. Η μεγάλη καινοτομία του Αρχίλοχου είναι ότι ανοίγει διάπλατα την πόρτα σε έναν κόσμο προσωπικών συναισθημάτων, σηματοδοτώντας μια οριστική τομή στην παγκόσμια ποίηση. Δημιούργησε επίσης νέο ύφος, συνδυάζοντας στοιχεία από τη λαϊκή ποίηση, αλλά και από τα ομηρικά έπη.

Το ποιητικό έργο του Αρχίλοχου μνημονεύθηκε και τιμήθηκε και από τους μεταγενέστερούς του ποιητές αλλά και φιλοσόφους, όπως ο Ηρόδοτος, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ο Θεόκριτος τον εξυμνεί και ο Ηρακλείδης Ποντικός συνέγραψε μια μελέτη με τίτλο Περί Αρχιλόχου και Ομήρου. Μεγάλη ήταν και η επίδραση που άσκησε στους Λατίνους ποιητές, ιδιαίτερα στον Οβίδιο. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι επικριτές του, μεταξύ των οποίων ο Ηράκλειτος και ο Πίνδαρος, που αποδοκίμαζαν το γεγονός πως ο Αρχίλοχος συχνά υποβάθμιζε ή και χλεύαζε στοιχεία της αριστοκρατικής κοσμοθεωρίας, όπως ήταν η αυτοθυσία. Αλλά και ο Κριτίας τον κατηγορούσε ως άνθρωπο κακότροπο, που το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να βρίζει.

Η ποιητική ακμή του τοποθετείται στην περίοδο 670-640 π.Χ. Μέσα από τους στίχους του Αρχίλοχου αναδύεται μια εποχή όπου οι άνδρες ζούσαν σε διαρκή πολεμική προπαρασκευή. Αυτό καθόριζε τις σχέσεις μεταξύ τους, δημιουργούσε φιλίες αλλά και έχθρες, όριζε τη μοίρα τους. Ονόματα συμπολεμιστών ζωντανεύουν για λίγο μαζί με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, που ο Αρχίλοχος επαινεί ή κοροϊδεύει. Οι ανασκαφές της Θάσου αποκάλυψαν τα ίχνη της πόλης στην Αρχαϊκή εποχή, και σε ορισμένες περιπτώσεις έδωσαν στοιχεία για τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφει ο ποιητής.

Οι Πάριοι τίμησαν ιδιαίτερα τον Αρχίλοχο. Ένα μνημείο με τη μορφή κιονόκρανου, που διασώζει σημαντική επιγραφή με βιογραφικά στοιχεία του ποιητή ανεγέρθηκε από το Μνησιεπή γύρω στο 350-300 π.Χ. και ίσως σηματοδοτούσε μια λατρεία του αφηρωισμένου Αρχίλοχου. Ένα δεύτερο μνημείο ανεγέρθηκε τον 1ο αι. π.Χ. από το Σωσθένη.



ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ


. Γέννηση – οικογένεια

Ο Ιπποκράτης, ο διασημότερος γιατρός της Αρχαιότητας, καταγόταν από το νησί της Κω και ήταν γιος του Ηρακλείδη. Όλη η οικογένεια ανήκε στη συντεχνία των Ασκληπιάδων, δηλαδή εκείνων που ασκούσαν την ιατρική και ανήγαν την καταγωγή τους στον Ασκληπιό. Η ιατρική παράδοση στο νησί, όπως και στη γειτονική Κνίδο, στα μικρασιατικά παράλια, ήταν μακρά και σημαντική. Τα βιογραφικά στοιχεία για τον ίδιο τον Ιπποκράτη είναι πενιχρά και συχνά τυλιγμένα με το μανδύα του μύθου. Πάντως η γέννησή του πρέπει να τοποθετηθεί γύρω στο 460 π.Χ.

2. Εκπαίδευση – έργα

Γνωρίζουμε ότι μεταξύ των δασκάλων του συγκαταλέγονταν οι σοφιστές Γοργίας και Πρόδικος, ο φιλόσοφος Δημόκριτος, καθώς και ο γυμναστής Ηρόδικος από τη Σηλυμβρία. Γνωρίζουμε επίσης ότι ταξίδεψε αρκετά ασκώντας την ιατρική και μάλλον πέθανε στη Λάρισα περίπου το 370. Η ευρεία μόρφωσή του, η οποία είχε και φιλοσοφικές προεκτάσεις, εξηγεί γιατί ο Ιπποκράτης ξεχώρισε μεταξύ των συγχρόνων του γιατρών: οι ιατρικές του παρατηρήσεις πήγαζαν από βαθύτερη γνώση της φύσης και μπορούσαν να υποστηριχθούν με επιστημονική επιχειρηματολογία.

Η τελευταία αναπτύχθηκε συστηματικά στα εκτενή του συγγράμματα. Το λεγόμενο Corpus Hippocraticum περιλαμβάνει περίπου 58 ιατρικά συγγράμματα σε 73 βιβλία, αν και του έχουν αποδοθεί και άλλα, τα οποία όμως μάλλον είναι ψευδεπίγραφα. Τα γνήσια συγγράμματά του χαρακτηρίζονται από την καλή χρήση της ιωνικής διαλέκτου, αλλά και από τα ιατρικά επιχειρήματα. Ιδιαίτερη σημασία για τον τρόπο σκέψης του Ιπποκράτη έχει το σύγγραμμα Περί αρχαίης Ιητρικής, στο οποίο στηρίζεται η άποψη ότι οι παθολογικές περιπτώσεις είναι συχνά εξατομικευμένες, εξαρτώνται από τον τρόπο ζωής και διατροφής του καθενός και δεν πρέπει να υπάγονται σε γενικευτικές φιλοσοφικές απόψεις. Με τον τρόπο αυτό ο Ιπποκράτης εναντιώθηκε σε διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες περί του σώματος, που πρότασσαν τη φιλοσοφία και έθεταν σε δεύτερη μοίρα την επιστημονική παρατήρηση. Ωστόσο δεν απέφυγε και ο ίδιος κάποιες γενικεύσεις, που οδήγησαν στην ανάπτυξη της θεωρίας των χυμών: σύμφωνα με αυτήν, οι ασθένειες προκαλούνται από τη δυσκρασία των τεσσάρων βασικών χυμών του σώματος, δηλαδή της μαύρης χολής, της κίτρινης χολής, του αίματος και του φλέγματος.

Ορόσημο της ευρωπαϊκής επιστήμης αποτελεί και το σύγγραμμά του για την «ιερά νόσο»,δηλαδή την επιληψία. Οι αρχαίοι απέδιδαν την ασθένεια αυτή στους θεούς, ο Ιπποκράτης όμως απέδειξε ότι δεν είναι σε τίποτε πιο «θεόσταλτη» η ασθένεια αυτή από άλλες αρρώστιες. Αν και απέτυχε να αποδώσει ορθά τα αίτιά της, θεωρώντας ότι προκαλείται από φλέγμα που κατέρχεται από τον εγκέφαλο και φράζει τα αιμοφόρα αγγεία, ωστόσο η μεθοδολογία και η ιατρική επιχειρηματολογία που διατυπώνει διαχώρισαν οριστικά την ιατρική επιστήμη από τη δαιμονολογία.

Παγκόσμιο κληροδότημα άλλωστε του Ιπποκράτη είναι και ο περίφημος «Όρκος» του, στον οποίο υπέβαλλε όσους ήθελαν να εισέλθουν στη συντεχνία· ο «Όρκος» απαγγέλλεται ακόμη στις τελετές αποφοίτησης των περισσότερων ιατρικών σχολών στον κόσμο.



ΣΑΠΦΩ ΚΑΙ ΑΛΚΑΙΟΣ


Εισαγωγή

Κατά τον 7ο αι. π.Χ. η πολιτική ζωή στη Λέσβο χαρακτηριζόταν από έντονες διαμάχες. Αρχικά κυριαρχούνταν από την οικογένεια των Πενθιλιδών. Προς τα τέλη του αιώνα όμως και άλλες αριστοκρατικές οικογένειες απέκτησαν δύναμη και βλέψεις για την εξουσία. Μέσα στην ταραγμένη εκείνη εποχή έκανε την εμφάνισή της στο νησί η λυρική ποίηση, ίσως για να εκφράσει τα έντονα συναισθήματα ή για να στρέψει τη σκέψη σε ατραπούς λιγότερο επώδυνες, όπως αυτές που βίωναν όσοι ασχολούνταν με τα κοινά.

2. Αλκαίος

Ο Αλκαίος καταγόταν από μία από αυτές τις αριστοκρατικές οικογένειες. Τα αδέρφια του είχαν συμμετάσχει στη δολοφονία του τυράννου Μελάγχρου. Ο ίδιος ο Αλκαίος αργότερα, μαζί με το μετέπειτα αισυμνήτη Πιττακό, είχε οργανώσει μια «εταιρεία», που ανέλαβε την εξόντωση του τυράννου Μυρσίλου. Η συνωμοσία έγινε γνωστή και οι συνωμότες εξορίστηκαν στην Πύρρα, από όπου και πάλι συνέχισαν τις προσπάθειές τους. Μάλιστα πρέπει να ζήτησαν οικονομική βοήθεια από τους Λυδούς, στο οποίο ο Πιττακός αντιτάχθηκε και αποσχίστηκε. Ο Αλκαίος θεώρησε τον Πιττακό προδότη και χρησιμοποίησε την ποίησή του για να τον μειώσει, χρησιμοποιώντας υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς: κακόπατρις (ταπεινής καταγωγής) και φύσκων (κοιλαράς) είναι μερικοί από αυτούς. Συχνά έχουμε την εντύπωση πως τα ποιήματά του είναι γραμμένα για να απαγγελθούν σε συμπόσια ομοϊδεατών, διασκεδάζοντάς τους με τη σάτιρα αλλά και την πικρία που εκφράζουν. Ο Αλκαίος εξορίστηκε για την αντικαθεστωτική του συμπεριφορά. Το ίδιο και ο αδερφός του και άλλοι διαφωνούντες.

Στα ποιήματα του Αλκαίου έχει θέση η αλληγορία: η εικόνα ενός πλοίου που παραδέρνει στην καταιγίδα συμβολίζει το κράτος που παραπαίει μέσα στην πολιτική κρίση και είναι μια εικόνα που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, πολύ συχνό θέμα είναι αυτό της οινοποσίας. Τα ποιήματα του Αλκαίου είναι γραμμένα σε διαφορετικά μέτρα, με κύριο το ιαμβικό. Η διάλεκτος που χρησιμοποίησε ο Αλκαίος είναι η λεσβιακή αιολική, κάτι που φαίνεται να είναι και το κοινό του στοιχείο με την άλλη μεγάλη ποιήτρια της Λέσβου, τη Σαπφώ.

3. Σαπφώ

Η Σαπφώ ήταν περίπου σύγχρονή του και καταγόταν από την πόλη της Ερεσού. Ήταν θυγατέρα του Σκαμανδρωνύμου και της Κλεΐδος. Μεταγενέστερες πηγές αναφέρουν τα ονόματα των αδερφών της, καθώς και του συζύγου της, κάποιου Κερκύλλα από την Άνδρο. Αναφέρουν επίσης ότι η Σαπφώ είχε μια κόρη, την Κλεΐδα. Σύμφωνα με μια θεωρία, ο ανεκπλήρωτος έρωτάς της για το Φάονα την οδήγησε στην αυτοκτονία στο νησί της Λευκάδας, παράδοση που ανήκει μάλλον στη σφαίρα του μύθου.

Αυτό που μας αποκαλύπτει το Πάριο Χρονικό για τη Σαπφώ είναι πως η ποιήτρια εξορίστηκε στη Σικελία μεταξύ του 604/603 και του 596/595 π.Χ. Η ίδια περίοδος συμπίπτει με την ποιητική ακμή της. Από τα ποιήματά της ξεχωρίζουν τα επιθαλάμια: μικρά γαμήλια ποιήματα. Ο τύπος αυτός ποιημάτων, κατά το Λέσκι, πήγαζε από τη λαϊκή λογοτεχνική παραγωγή, όμως η Σαπφώ κατάφερε να τα αναδείξει σε λόγια επιτεύγματα. Θεματολογικά το στοιχείο του έρωτα ξεχωρίζει, διανθισμένο με εξαιρετικά ωραίες εικόνες και άφθονο λυρισμό, έτσι που να ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση νεαρών γυναικών, που όπως φαίνεται αποτελούσαν και το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Αυτό έχει δώσει λαβή για τη θεωρία του Willamowitz, σύμφωνα με την οποία η Σαπφώ ήταν δασκάλα σε τάξη κοριτσιών, κάτι που ωστόσο δεν τεκμηριώνεται από άλλα στοιχεία. Η ποίησή της άσκησε επίδραση ιδιαίτερα στους Λατίνους ποιητές. Στα Μεσαιωνικά και Νεότερα χρόνια αρκετοί τη χαρακτήρισαν πρόστυχη, καθώς στο έργο της διαφαίνεται ερωτικό στοιχείο προς το γυναικείο φύλο. Η μορφή της, από την άλλη πλευρά, εξιδανικεύτηκε και αποτυπώθηκε σε μία σειρά από αγάλματα (προτομές Περίνθου, Μαλιμπού, Πειραιά και Ηρακλείου).

Αυτό που μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα για τα ποιήματα της Σαπφώς και του Αλκαίου είναι ότι –πέρα από την αμφιλεγόμενη μερικές φορές ποιητική τους αξία– αποτελούν αντιπροσωπευτικό καθρέφτη της λεσβιακής κοινωνίας της Αρχαϊκής εποχής, ιδιαίτερα της αριστοκρατικής τάξης. Οι άντρες ζούσαν για τον πόλεμο και τα συμπόσια και περνούσαν αρκετές ώρες μαζί σε ομίλους που είχαν κοινωνικό χαρακτήρα, αλλά και πολιτικές βλέψεις. Οι γυναίκες, αντίστοιχα, ήταν καλλιεργημένες και σχημάτιζαν παρόμοιους ομίλους, μέσα στους οποίους προφανώς ασχολούνταν με τις τέχνες ή και με λόγιες συζητήσεις και δε δίσταζαν να έχουν πολιτική άποψη.



ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ


. Γέννηση – oικογένεια

Ο Πολυκράτης (580-522 π.Χ.) υπήρξε ο τελευταίος από μια σειρά τυράννων, συνδεόμενων μεταξύ τους με συγγενικά δεσμά, που καθόρισαν την πολιτική ζωή της Σάμου τον 6o αι. π.Χ., επιτυγχάνοντας την απώθηση των εξωτερικών εχθρών (κυρίως των Μυτιληναίων), την επέκταση της σαμιακής περαίας, την ισχυροποίηση του ναυτικού εμπορίου και την ανάπτυξη των τεχνών. Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο Συλoσών, γιος του Καλλιτέλη (περ. 590 π.Χ.). Ο πατέρας του Πολυκράτη, Αιάκης, φαίνεται ότι ήταν εξάδελφος ή ανιψιός του Συλοσώντα, και μάλλον τον διαδέχθηκε στην εξουσία. H θέση του ήταν τέτοια που του επέτρεψε να καλέσει στο νησί το λυρικό ποιητή Ανακρέοντα για να διδάξει στο γιο του μουσική και τραγούδι. Ένας άλλος διάσημος στις ημέρες του ποιητής, ο Ίβυκος, επισκέφθηκε τη Σάμο στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. (564-560 π.Χ.) και μεταξύ των άλλων έργων του συνέθεσε και ένα ποίημα αφιερωμένο στο νεαρό Πολυκράτη, ο οποίος διακρινόταν ανάμεσα στους ομηλίκους του για τη μόρφωση και τις αθλητικές του ικανότητες.

2. Δράση

Η σημαντικότερη πηγή μας για την περίοδο της εξουσίας του Πολυκράτη είναι ο Ηρόδοτος. Σύμφωνα λοιπόν με τον αρχαίο ιστορικό, ο Πολυκράτης μαζί με τον αδελφό του, Συλοσώντα (Β΄), πήραν την εξουσία στασιάζοντας, πράγμα που σημαίνει πως κάποια στιγμή ο πατέρας τους πρέπει να είχε χάσει την εξουσία από τους αριστοκράτες εκείνους που είχαν απωθηθεί στο παρελθόν. Η χρονολογία της ανόδου των δύο αδελφών στην εξουσία δεν είναι γνωστή, ίσως όμως να μπορεί να τοποθετηθεί γύρω στο 548-546 π.Χ. Ο Συλοσών πέθανε δύο χρόνια αργότερα και έτσι ο Πολυκράτης έμεινε μόνος κύριος της Σάμου. Η περίοδος της εξουσίας του χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως η περίοδος της μέγιστης ακμής του νησιού.

3. Αναπτυξιακή προσπάθεια του Πολυκράτη

Χάρη στην εκτίμηση που έτρεφε για την πνευματική δημιουργία, ο Πολυκράτης προσκάλεσε στην «αυλή» του πληθώρα σημαντικών καλλιτεχνών και επιστημόνων με αντάλλαγμα αδρές αμοιβές: τον Ευπαλίνο από τα Μέγαρα, που κατασκεύασε σημαντικά έργα υποδομής, όπως το λιμενοβραχίονα και το γνωστό Ευπαλίνειο όρυγμα, το γιατρό Δημοκήδη, το δάσκαλό του Ανακρέοντα, και φυσικά, το Θεόδωρο, γιο του αρχιτέκτονα Ροίκου, δημιουργού του Ηραίου. Παράλληλα, ωστόσο, άλλοι πνευματικοί άνδρες, όπως ο φιλόσοφος και μαθηματικός Πυθαγόρας, είχαν αναγκαστεί την περίοδο της τυραννίας να φύγουν από το νησί, λόγω πολιτικών διαφορών.

Όμως εκτός από χαρισματικούς δημιουργούς ο Πολυκράτης εισήγαγε στο νησί και ζώα ή φυτά με μεγάλη σημασία, επιδιώκοντας προφανώς την αναπαραγωγή τους και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας. Έφθασαν έτσι κατσίκες από τη Σκύρο, κυνηγετικά σκυλιά από την Ήπειρο, πρόβατα από τη Μίλητο (περιζήτητα για το μακρύ και στιλπνό τους τρίχωμα) και χοίροι από τη Σικελία. Ανέθεσε επίσης να του κατασκευάσουν ένα νέο τύπο πλοίου, τη Σάμαινα, κατάλληλου τόσο για εμπορική όσο και για πολεμική χρήση. Με την αύξηση του στόλου του, ο Πολυκράτης κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο στο ανατολικό Αιγαίο, δημιουργώντας μια θαλασσοκρατορία. Η ναυτική ακμή μαρτυρείται και από τα ξύλινα μοντέλα πλοίων που έχουν βρεθεί ως αφιερώματα στο Ηραίο. Τη γενικότερη οικονομική ευημερία αντανακλούν και οι αργυρές κοπές νομισμάτων επί Πολυκράτη, που αντικατέστησαν τις παλαιότερες από ήλεκτρο, καθώς το κράμα αυτό σπάνιζε μετά την περσική κατάκτηση της Λυδίας, από όπου προερχόταν. Ο ίδιος ο Πολυκράτης φαίνεται πως είχε υγιή οικονομική αντίληψη, εμπορικό δαιμόνιο θα λέγαμε καλύτερα, καθώς μαρτυρίες λένε πως πριν από την ανάρρησή του στην εξουσία είχε ζητήσει να του φτιάξουν σκεύη και υφάσματα πολυτελείας, τα οποία ενοικίαζε για ειδικές εκδηλώσεις.

Η οικονομική ακμή είχε αντίκτυπο και στην τέχνη: η σαμιακή κεραμική άνθησε τον 6ο αι. π.Χ., με θέματα παρμένα κυρίως από το φυτικό και ζωικό κόσμο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι αρκετά έργα γλυπτικής είναι ενυπόγραφα, πράγμα που φανερώνει την υψηλή κοινωνική θέση που απολάμβαναν οι καλλιτέχνες.

Ωστόσο η πολιτική ζωή του νησιού στιγματιζόταν από τον περιορισμό των ελευθεριών και την εξορία όσων διαφωνούσαν. Στις αρνητικές στιγμές της πολιτικής σταδιοδρομίας του Πολυκράτη συγκαταλέγονται η ρήξη της συμφωνίας του με τον Άμαση της Αιγύπτου, γεγονός που έθιξε τα σαμιακά συμφέροντα στην εμπορική αποικία της Ναύκρατης και οδήγησε κάποιους από τους εκεί εμπόρους και ναυτικούς να στασιάσουν, καθώς και το περιστατικό της δολοφονίας και κατάσχεσης των περιουσιών κάποιων επιφανών από τη Λυδία που είχαν βρει καταφύγιο στη Σάμο για να γλιτώσουν από τον Πέρση σατράπη Οροίτη. Φαίνεται πως πάγια επιδίωξη του Πολυκράτη ήταν η εξολόθρευση της τάξης των γεωμόρων (δηλ. των γαιοκτητών) και η χρησιμοποίηση της περιουσίας τους για τη χρηματοδότηση των μεγάλων δημοσίων έργων που είχε σχεδιάσει. Στόχος του ήταν να προσφέρει κοινωφελή έργα στο δήμο, προκειμένου να ισχυροποιήσει τα δεσμά μαζί του και κυρίως με τους οπλίτες.

4. Τέλος της εξουσίας του Πολυκράτη

Η κάμψη της εξουσίας του Πολυκράτη και της σαμιακής ισχύος ήρθε όταν ο Καμβύσης ανέβηκε στον περσικό θρόνο και κατέλαβε το ναυτικό των Φοινίκων. Ο Πολυκράτης αρχικά συντάχθηκε με τους Πέρσες και έστειλε μάλιστα 40 πλοία με πολιτικά διαφωνούντες για να ενισχύσουν την εκστρατεία των Περσών για την κατάκτηση της Αιγύπτου. Ωστόσο οι διαφωνούντες αυτοί κατέφυγαν στη Σπάρτη και έπεισαν τους Σπαρτιάτες και τους Κορινθίους να εκστρατεύσουν εναντίον του νησιού.

Με τα ταμεία του άδεια και τους Πελοποννησίους να έχουν υπό τον έλεγχό τους το Αιγαίο, ο Πολυκράτης έκανε ένα απονενοημένο διάβημα: δέχτηκε την πρόταση του Οροίτη για συνεργασία. Όταν όμως πήγε στη Λυδία αποδείχθηκε ότι η πρόταση ήταν τέχνασμα: ο Οροίτης τον συνέλαβε και τον θανάτωσε σταυρώνοντάς τον.



ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ


. Γέννηση – δράση

Ο Πυθαγόρας, ένας από τους φιλοσόφους με την πιο μακροχρόνια επίδραση στην παγκόσμια φιλοσοφία, γεννήθηκε περίπου στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. στη Σάμο και πέθανε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. (ίσως γύρω στο 480 π.Χ.) στο Μεταπόντιο της Κάτω Ιταλίας. Πατέρας του ήταν ο Μνήσαρχος. Εκτός από αυτά τα λίγα στοιχεία, ωστόσο, σχεδόν τίποτε άλλο δεν είναι βέβαιο για τη βιογραφία του, εκτός ίσως από το γεγονός ότι κάποια στιγμή έφυγε από τη Σάμο και πήγε στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας, όπου και ίδρυσε σχολή. Η αναχώρηση του Πυθαγόρα τοποθετείται χρονικά περίπου το 530 π.Χ. και συνδέεται με τη διαμάχη του με τον τύραννο Πολυκράτη. Η σιωπή ή καλύτερα η αβεβαιότητα αυτή των πηγών οφείλεται σε δύο πράγματα: αφενός στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Πυθαγόρας δίδασκε τους μαθητές του «κεκλεισμένων των θυρών» και τους έβαζε να ορκιστούν ότι δεν θα αποκάλυπταν τα όσα μάθαιναν εκεί και αφετέρου στο ότι η διδασκαλία του είχε μεγάλη επίδραση σε βάθος χρόνου, με έντονη αναβίωση στην Ύστερη Αρχαιότητα (κίνημα νεοπυθαγορισμού), όταν και γράφτηκαν οι δύο σημαντικότερες βιογραφίες του, από τον Ιάμβλιχο και τον Πορφύριο, οι οποίοι προσπάθησαν να «αγιοποιήσουν» τη μορφή του Πυθαγόρα, προφανώς εμπλουτίζοντας τα κείμενά τους και με ανυπόστατες πληροφορίες. Βιογραφικά στοιχεία δίνει και ο Διογένης ο Λάερτιος, όμως είναι περισσότερο ανεκδοτολογικού χαρακτήρα.

2. Έργα – ιδεολογία

Εκτός από τους μαθητές της σχολής του, τους λεγόμενους «Μαθηματικούς», υπήρχε και ένας κύκλος ακροατών, που επιτρεπόταν να παρακολουθούν κάποιες διαλέξεις του, οι «Ακουσματικοί». Η επίδραση που άσκησε ο πυθαγορισμός στη μετέπειτα εποχή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτούς τους ακροατές, που δε βαρύνονταν με τον όρκο της σιωπής, αλλά δεν μπορούσαν να φτάσουν και στον πυρήνα της διδασκαλίας του Πυθαγόρα, προβαίνοντας σε δικές τους πολλές φορές ερμηνείες. Πάντως η διάδοση των θεωριών της σχολής υπήρξε μεγάλη. Μεταξύ των οπαδών του συγκαταλέγονταν και άνθρωποι της εξουσίας, όπως ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, αλλά και φιλόσοφοι όπως ο Πλάτωνας.

Η διδασκαλία του Πυθαγόρα είχε έντονα μαθηματικό χαρακτήρα: η δημιουργία μπορούσε να αναχθεί σε μαθηματικές πράξεις και οι σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων σε μαθηματικές αναλογίες. Η μουσική επίσης ήταν προϊόν της μαθηματικής σκέψης. Το «πυθαγόρειο θεώρημα» είναι ένα μόνο από τα επιτεύγματα της θεωρητικής σκέψης του Πυθαγόρα. Ωστόσο, δεν είναι απόλυτα βέβαιο σε ποιο βαθμό η έμφαση αυτή στα μαθηματικά πρέπει να αποδοθεί στον ίδιο τον Πυθαγόρα ή και στους μαθητές του, που τα εξέλιξαν περισσότερο. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Πυθαγόρας πίστευε στη μετεμψύχωση, ή έστω στη διαχρονικότητα της ύπαρξης της ψυχής, και ότι με αφετηρία τη θεωρία του αυτή επέβαλλε ένα σύνολο διατροφικών και ενδυματολογικών κανόνων στους μαθητές του. Η απαγόρευση κρεοφαγίας είναι ένας από αυτούς, ωστόσο αναφέρονται και άλλοι κανόνες, που ίσως εμπίπτουν στη σφαίρα της μυθοπλασίας γύρω από τον Πυθαγόρα και τον κύκλο του.

Τα πρώτα στοιχεία της πυθαγορικής θεωρίας άρχισαν να διαρρέουν από τον κύκλο των πυθαγορείων στα μέσα περίπου του 5ου αι. π.Χ. Στην Ύστερη Αρχαιότητα διαμορφώθηκε το κίνημα του νεοπυθαγορισμού, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Ιάμβλιχο, ο οποίος ωστόσο έδωσε στις πυθαγόρειες θεωρίες έναν πιο έντονο «μαγικό» χαρακτήρα, ασκώντας τη θεουργία.



Ο ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ (ΣΕΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ) ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


. Γενικά στοιχεία

Το Αιγαίο, λόγω του γεωτεκτονικού καθεστώτος από το οποίο διέπεται, αποτελεί ένα ζωντανό γεωλογικό εργαστήρι όπου εξελίσσονται σημαντικά γεωλογικά γεγονότα, με αποτέλεσμα πολλοί γεωεπιστήμονες από όλο τον κόσμο να επισκέπτονται την περιοχή για να παρακολουθήσουν τα ακτουαλιστικά συμβάντα. Ο λόγος για τον οποίο συσσωρεύονται τόσο έντονα γεωτεκτονικά φαινόμενα πρέπει να αναζητηθεί στο ευρύτερο γεωτεκτονικό καθεστώς της περιοχής αλλά και στους γενικούς κανόνες που διέπουν την τεκτονική.

Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στη μεσογειακή-μελανησιακή ζώνη του ηπειρωτικού συστήματος διάρρηξης. Η Ελλάδα ανήκει στο αλπικό σύστημα και πιο συγκεκριμένα στο νότιο κλάδο του ορογενετικού συστήματος της Τηθύος, του ωκεανού που βρισκόταν μεταξύ της Ευρασίας, του ενιαίου ηπειρωτικού χώρου της Ευρώπης και της Ασίας στο βορρά, και της Γκοντβάνα, της ενιαίας ηπείρου που περιλάμβανε την Αφρική, την Ινδία και την Αυστραλία στο νότο.

2. Το ελληνικό τόξο

Βασικό τεκτονικό γνώρισμα του ελληνικού χώρου αποτελεί το ελληνικό τόξο. Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού τόξου είναι τα εξής: έχει μήκος περίπου 1.500 χλμ., αρχίζει με μορφοτεκτονική διεύθυνση ΒΒΔ-ΝΝΑ στην Αλβανία, τη νότια Γιουγκοσλαβία και την ηπειρωτική Ελλάδα, κάμπτεται σε διεύθυνση Δ-Α από τα Κύθηρα στην Κρήτη και στη συνέχεια σε διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ στα Δωδεκάνησα και στη Λυσία της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας ως την Isparta και Antalya. Δηλαδή τα δύο σκέλη του τόξου σχηματίζουν ορθή γωνία μεταξύ τους.

Το ελληνικό τόξο είναι το μόνο τμήμα από ολόκληρο το σύστημα της Τηθύος όπου συνεχίζεται αυτή τη στιγμή η ορογένεση και το οποίο έχει όλα τα γεωδυναμικά χαρακτηριστικά ενός υπό εξέλιξη ορογενετικού τόξου. Αυτό οφείλεται στο ότι η ανατολική Μεσόγειος πάνω στην οποία συνεχίζει να κινείται το ελληνικό τόξο είναι το τελευταίο υπολειμματικό τμήμα της Τηθύος που δεν έχει ακόμη συμμετάσχει στην υπό εξέλιξη αλπική ορογένεση και το οποίο αντιπροσωπεύει τo ακόμη απαραμόρφωτο περιθώριο της αφρικανικής πλάκας. Αντίθετα, σε όλο το υπόλοιπο μήκος του αλπικού συστήματος της Τηθύος, έχει επέλθει η σύγκρουση ανάμεσα στην Ευρασία και τα διάφορα τμήματα της πρώην Γκοντβάνας. Η ιδιαιτερότητα αυτή του ελληνικού τόξου δίνει τη δυνατότητα μελέτης των διαφόρων φαινομένων της ορογένεσης εν τη γενέσει τους και διαμόρφωσης ακτουαλιστικών προτύπων, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να συγκριθούν με τα αντίστοιχα αποτελέσματα από τις έρευνες στα περιειρηνικά ορογενετικά συστήματα και ιδιαίτερα από τις νήσους της Ιαπωνίας.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά τεκτονικής σημασίας σχετιζόμενα με το χώρο του Αιγαίου είναι από τα νότια προς τα βόρεια η μεσογειακή ράχη, το ελληνικό τόξο και η δομή του βόρειου Αιγαίου. Η μεσογειακή ράχη ή ελληνική εξωτερική ράχη είναι ένα κύρτωμα του φλοιού της ανατολικής Μεσογείου παράλληλο προς το ελληνικό τόξο. Μεταξύ της μεσογειακής ράχης και του ελληνικού τόξου υπάρχει ένα σύστημα τάφρων που καλείται ελληνική τάφρος.

3. Οι λιθοσφαιρικές πλάκες και η σεισμικότητα της περιοχής του Αιγαίου

Ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου πελάγους καθώς επίσης και οι γύρω από αυτόν παράκτιες περιοχές της Ελλάδας (και της δυτικής Τουρκίας), αποτελούν μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη με έντονη και ταχύτατη παραμόρφωση. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μεγάλου αριθμού ρηγμάτων. Ο καθορισμός του ενεργού πεδίου των τάσεων βασίζεται κυρίως στους μηχανισμούς γένεσης των μεγάλων σεισμών οι οποίοι έγιναν στον ελληνικό χώρο περίπου κατά τα τελευταία 30 χρόνια. Τα αποτελέσματα των πρόσφατων ερευνών πάνω στους μηχανισμούς γένεσης επιφανειακών σεισμών οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο χώρος του Αιγαίου και των γύρω περιοχών μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλα τμήματα. Στο εξωτερικό τμήμα του τόξου όπου ασκούνται οριζόντιες τάσεις συμπίεσης και συνεπώς δημιουργούνται ανάστροφα ρήγματα, και στο εσωτερικό τμήμα του τόξου όπου ασκούνται οριζόντιες τάσεις εφελκυσμού και δημιουργούνται κανονικά ρήγματα.

Τα σπουδαιότερα γεωτεκτονικά φαινόμενα τα οποία παρατηρούνται στην επιφάνεια της Γης συμβαίνουν πάνω στα δύο κύρια συστήματα ζωνών διάρρηξης του φλοιού της Γης: το σύστημα των μεσοωκεάνιων ράχεων και το ηπειρωτικό σύστημα ζωνών διάρρηξης.

Ο χώρος του Αιγαίου βρίσκεται στην περιοχή σύγκλισης δύο μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών, της αφρικανικής και της ευρασιατικής. Συνεπώς βασική αιτία των σεισμών και των άλλων γεωλογικά πρόσφατων γεωδυναμικών φαινομένων (ηφαιστειακή δράση κτλ.) στο χώρο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί η σύγκρουση των δύο αυτών λιθοσφαιρικών πλακών. Όμως ο χώρος αυτός είναι σεισμοτεκτονικά πιο πολύπλοκος. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι σεισμοί στο χώρο του Αιγαίου και των γύρω περιοχών οφείλονται: α) Σε συμπιεστικές δυνάμεις που ασκούν στα όρια του χώρου αυτού τρεις γειτονικές λιθοσφαιρικές πλάκες κατά την κίνησή τους και β) Σε εφελκυστικές δυνάμεις που ασκούνται μέσα στη λιθόσφαιρα του χώρου αυτού και προκαλούνται από αίτια που βρίσκονται μέσα ή στον πυθμένα της λιθόσφαιρας του Αιγαίου.

3. 1. Τεκτονική συμπεριφορά του εξωτερικού τμήματος του Αιγαίου

Το εξωτερικό τμήμα του χώρου του Αιγαίου παρουσιάζει διαφορετική τεκτονική συμπεριφορά από το εσωτερικό. Στο εξωτερικό τμήμα ασκούνται συμπιεστικές τάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανάστροφες διαρρήξεις, η λιθόσφαιρα έχει μεγάλο πάχος και παρατηρείται έλλειψη σεισμών ενδιάμεσου βάθους και μαγματικής δραστηριότητας. Στο εσωτερικό τμήμα το πεδίο των τάσεων είναι εφελκυστικό και παρατηρούνται κανονικές διαρρήξεις, η λιθόσφαιρα έχει μικρό πάχος, υπάρχει έντονη σεισμική δραστηριότητα με σεισμούς ενδιάμεσου βάθους και ηφαιστειότητα.

Έτσι οι συμπιεστικές δυνάμεις στη λιθόσφαιρα του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου ασκούνται από τη λιθόσφαιρα της ανατολικής Μεσογείου, από την Απουλία (Αδριατική) λιθοσφαιρική πλάκα και από την τουρκική πλάκα.

Αναλυτικότερα, η σύγκλιση μεταξύ της λιθόσφαιρας της ανατολικής Μεσογείου, που αποτελεί το μπροστινό μέρος της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας, και της λιθόσφαιρας του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου, που αποτελεί το μπροστινό μέρος της ευρασιατικής λιθοσφαιρικής πλάκας, πραγματοποιείται κατά μήκος του γνωστού κυρτού μέρους του ελληνικού τόξου (Ζάκυνθος, νότιες ακτές Κρήτης, νότια Ρόδος), και έχει ως συνέπεια την υποβύθιση της λιθόσφαιρας της Mεσογείου κάτω από την λιθόσφαιρα του Αιγαίου. Σε αυτή την κίνηση οφείλονται η επιφανειακή σεισμική δράση κατά μήκος του ελληνικού τόξου, οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους στο νότιο Αιγαίο και η οριοθέτηση του ηφαιστειακού τόξου (Νίσυρος, Μέθανα, Σαντορίνη, Μήλος).

Επίσης η αριστερόστροφη περιστροφή της Απουλίας λιθοσφαιρικής πλάκας έχει ως συνέπεια την εξάσκηση συμπιεστικών δυνάμεων και τη γένεση επιφανειακών σεισμών κατά μήκος των ακτών της Αλβανίας και της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Τέλος στην κίνηση της τουρκικής λιθοσφαιρικής πλάκας προς τα δυτικά οφείλεται το μεγάλο δεξιόστροφο ρήγμα της βόρειας Ανατολίας του οποίου κλάδοι εκτείνονται ως το βόρειο Αιγαίο.

3. 2. Τεκτονική συμπεριφορά του εσωτερικού τμήματος του Αιγαίου

Όσον αφορά τις εφελκυστικές δυνάμεις στο χώρο του Αιγαίου έχουμε τα εξής: Κατά την υποβύθιση της λιθόσφαιρας της ανατολικής Μεσογείου κάτω από τη λιθόσφαιρα του νότιου Αιγαίου, παράγεται θερμότητα στην επάνω επιφάνεια της καταδυόμενης λιθόσφαιρας, λόγω τριβής, με συνέπεια τη δημιουργία ρευμάτων μεταφοράς στο χώρο της ασθενόσφαιρας που βρίσκεται μεταξύ της υποβυθιζόμενης λιθόσφαιρας και της λιθόσφαιρας του Αιγαίου. Έτσι, θερμό υλικό ανεβαίνει προς τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου και όταν φθάνει στον πυθμένα της κινείται οριζόντια, ψύχεται και ξαναβυθίζεται. Το θερμό αυτό υλικό κατέχει τον ασεισμικό χώρο (χωρίς εστίες σεισμών) κάτω από τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου (περιοχή Κυκλάδων). Κατά την οριζόντια κίνησή τους, τα ρεύματα μεταφοράς ασκούν οριζόντιες εφαπτομενικές δυνάμεις στην κάτω επιφάνεια (πυθμένα) της λιθόσφαιρας του Αιγαίου με συνέπεια την ανάπτυξη δυνάμεων εφελκυσμού μέσα σε αυτή (επεκτατικές δυνάμεις) κατά τη διεύθυνση Β-Ν, τη θραύση της και διείσδυση σε αυτή θερμού υλικού της ασθενόσφαιρας. Στη θραύση αυτή οφείλονται οι επιφανειακοί σεισμοί που παρατηρούνται στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και στη διείσδυση του θερμού υλικού οφείλονται η ηφαιστειακή δράση και οι γεωθερμικές εκδηλώσεις του χώρου αυτού.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο εφελκυστικό πεδίο δράσεων που επικρατεί στο χώρο του Αιγαίου συμβάλλει και το μοντέλο, που έχει προταθεί, της οπισθοχώρησης της ζώνης καταβύθισης. Κατά το μοντέλο αυτό η καταβύθιση ψυχρής και πυκνής λιθόσφαιρας της Μεσογείου προκαλεί έλξη προς το νότο, και διαστολή και προώθηση της αιγαακής πλάκας προς την ίδια διεύθυνση.

4. Η γεωτεκτονική εξέλιξη του Αιγαίου

Το Αιγαίο, κατά τη γεωτεκτονική του εξέλιξη, επηρεάστηκε από διάφορα πεδία τάσεων τα οποία δημιούργησαν και ανάλογα ρήγματα ή επαναδραστηριοποίησαν παλαιότερα.

Από το μέσο Πλειστόκαινο μέχρι σήμερα, δηλαδή εδώ και 1 εκατομμύριο χρόνια, ο αιγαιακός χώρος βρίσκεται σε μια εκτεταμένη εφελκυστική φάση με κύρια διεύθυνση εφελκυσμού Β-Ν, η οποία επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση των μηχανισμών γένεσης επιφανειακών σεισμών.

Το βόρειο Αιγαίο κυριαρχείται από το πεδίο εφελκυσμού Β-Ν.

Οι κύριες τεκτονικές γραμμές στη Λέσβο προσδιορίζονται από ρήγματα βόρειας-βορειοανατολικής – βορειοδυτικής-νοτιοανατολικής διεύθυνσης καθώς επίσης και από ρήγματα που έχουν διεύθυνση περίπου Α-Δ.

Οι τεκτονικές γραμμές που αναφέρονται παραπάνω μπορούν να θεωρηθούν αποτέλεσμα των μεγάλων κινήσεων που έγιναν κατά τη διάρκεια του Νεογενούς (25-2,5 ΜΑ) και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, συνδέονται δε άμεσα με την δημιουργία της αύλακας του βόρειου Αιγαίου. Έχουν χαρακτήρα εφελκυστικό και συμφωνούν με τις αναλύσεις των μηχανισμών γενέσεως σεισμών, που έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται στον ίδιο χώρο, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η παραπάνω τεκτονική δομή είναι ακόμη ενεργή.

Ένα μεγάλο μέρος των ρηγμάτων και των διαρρήξεων που έχουν διεύθυνση ΒΒΑ-ΝΝΔ έχουν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια τεκτονικών κινήσεων εφελκυσμού που ανήκουν χρονολογικά στο Πλειόκαινο, ενώ επαναδραστηριοποιούνται ως ρήγματα δεξιόστροφα οριζόντιας μετατόπισης κατά τη διάρκεια τεκτονικών κινήσεων του τεταρτογενούς. Οι επιφάνειες των ρηγμάτων και διαρρήξεων με διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ δημιουργούνται και αυτές κατά τη διάρκεια των μεγάλων τεκτονικών επεισοδίων του Πλειόκαινου, ενώ κατά το Πλειστόκαινο επαναδραστηριοποιούνται ως ρήγματα αριστερόστροφα οριζόντιας μετατόπισης. Επίσης τα παραπάνω αυτά δεξιόστροφα και αριστερόστροφα ρήγματα χαρακτηρίζονται από οριζόντια συνιστώσα κανονικής μετάπτωσης λόγω του ενεργού εφελκυστικού πεδίου τάσεων Β-Ν του τεταρτογενούς. Τέλος οι επιφάνειες των ρηγμάτων και των διαρρήξεων με διεύθυνση Α-Δ χαρακτηρίζουν ρήγματα εφελκυσμού κανονικής μετάπτωσης, με κλίσεις άλλοτε προς τα βόρεια και άλλοτε προς τα νότια, και οφείλονται στο γνωστό ισχύον πεδίο τάσεων του τεταρτογενούς.

Είναι ενδιαφέρον ότι, αν και τα ρήγματα στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου έχουν διάφορους προσανατολισμούς, οι διευθύνσεις διαρρήξεων πάνω στα ρήγματα αυτά έχουν σχεδόν σταθερό προσανατολισμό κατά τη διεύθυνση Β-Ν, ιδιότητα η οποία βρίσκεται σε συμφωνία με την άποψη ότι η λιθόσφαιρα του Αιγαίου επεκτείνεται (διαστέλλεται) κατά την ίδια διεύθυνση. Εξαίρεση παρατηρείται μόνο στην περιοχή της λεκάνης του βόρειου Αιγαίου και της βόρειας Τουρκίας (ρήγμα Ανατολίας), όπου επικρατεί δεξιόστροφη κίνηση της μεγάλης ρηξιγενούς ζώνης της Ανατολίας που αποτελείται από δεξιόστροφα ρήγματα διεύθυνσης με μικρή κανονική ή ανάστροφη συνιστώσα.

Αν και η σχετική κίνηση του Αιγαίου ως προς την Ευρασία είναι νοτιοδυτική με ταχύτητα περίπου 4 εκ./έτος, η σχετική διαστολή είναι περίπου 1 εκ./έτος. Ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου παραμορφώνεται κατά 3 εκ./έτος στο βόρειο τμήμα του, 1-2 εκ./έτος στην κεντρική ηπειρωτική Ελλάδα και 2 εκ./έτος στο νότιο Αιγαίο κατά μήκος της τάφρου της Ανατολίας-βόρειου Αιγαίου.

Οι μηχανισμοί γένεσης των σεισμών ενδιάμεσου βάθους στο νότιο Αιγαίο δείχνουν ότι οι σεισμοί αυτοί προκαλούνται από ανάστροφα ρήγματα, αποτέλεσμα που βρίσκεται σε συμφωνία με την κατάδυση της λιθόσφαιρας της Μεσογείου κάτω από τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου κατά μήκος του ελληνικού τόξου.

Αποτέλεσμα της κατείσδυσης της αφρικανικής πλάκας κάτω από τη μικροπλάκα του Αιγαίου είναι και η δημιουργία πολλών ηφαιστείων ασβεσταλκαλικής σύστασης, τα οποία αποτελούν το ηφαιστειακό τόξο του νότιου Αιγαίου. Τα ηφαίστεια αυτά είναι το Γυαλί, η Νίσυρος, η Κως, η Πάτμος, η Σαντορίνη, η Μήλος, η Αντίπαρος, η Κρομμυωνία, τα Μέθανα, οι Λιχάδες, τα Καμένα Βούρλα, η Ψαθούρα. Τα παλαιότερα από αυτά τα ηφαίστεια είναι ηλικίας 5 εκατ. ετών, και ορισμένα είναι ενεργά και σήμερα.



ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


. Εισαγωγή

Οι γεωγραφικές συνθήκες και η γεωμορφολογία των νησιών συντελούν στη διαμόρφωση της αγροτικής οικονομίας, της παραγωγής, της αξιοποίησης των πρώτων υλών και των διατροφικών συνηθειών του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου. Στις Κυκλάδες η γη είναι σε μεγάλο βαθμό ορεινή και το κλίμα ξηρό. Στα Δωδεκάνησα και στο βορειοανατολικό Αιγαίο ευδοκιμούν προϊόντα που απαντώνται και στην υπόλοιπη Ελλάδα λόγω του υγρότερου κλίματος των νησιών. Εκτός από τους οικονομικούς παράγοντες, στοιχεία μορφοποίησης ιδιαίτερων διατροφικών συνηθειών αποτέλεσαν οι εκάστοτε ιστορικές και πολιτισμικές συγκυρίες.

2. Παραδείγματα διατροφικών παραδόσεων

Ας παρακολουθήσουμε ενδεικτικά κάποιες διατροφικές παραδόσεις των Κυκλάδων όπως διαμορφώθηκαν ιστορικά από την αυγή των Νεότερων χρόνων μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην Ανάφη, τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές φτιάχνουν το «κουφέτο» (γλυκό του γάμου και της χαράς), ενώ την Πρωτοχρονιά ψήνουν στον παραδοσιακό φούρνο το αναφιώτικο ζαφοριστό (με κρόκο) ψωμί. Στη Σύρο, οι καθολικοί την «Καλή Βραδιά» (παραμονή Χριστουγέννων) τρώνε ψάρι και κουνουπίδι. Στην Αμοργό τηρείται το έθιμο του «καπετάνιου» την Κυριακή της Τυρινής . Το εθιμοτυπικό επιβάλλει ότι αυτός που υποδύεται το «Μπαϊραχτάρη» έχει στο πάνω μέρος του κονταριού που καλείται να φέρει τα ακόλουθα σύμβολα: τυρί για την Τυρινή, χταπόδι ή μπακαλιάρο για τη Σαρακοστή που ακολουθεί και ένα καρβέλι. Εκείνος που υποδύεται τον καπετάνιο είναι υποχρεωμένος να αναλάβει όλα τα κεράσματα.

Στη Σίφνο συνηθιζόταν να νηστεύουν τη παραμονή του Κλήδονα. Έτσι, προτού ανοιχτεί ο Κλήδονας, σερβιριζόταν σαρακοστιανό φαγητό (φάβα) στην τράπεζα του πανηγυριού.

Ο απόηχος του Βυζαντίου σφράγισε και τα κυκλαδονήσια, με το έθιμο για τα «χοιροσφάγια» που διατηρείται από εκείνη την εποχή. Τα χοιροσφάγια γίνονταν τον Οκτώβριο που δρόσιζε ο καιρός. Αποτελούσαν κοινωνικό γεγονός, αφού οι προετοιμασίες άρχιζαν από το προηγούμενο βράδυ και από νωρίς το πρωί ξεκινούσε γιορτή με μεζέδες και κρασί, που πλαισιωνόταν από μουσική και χορό.

Όπως είναι αναμενόμενο, το ψάρι αποτελούσε βασική τροφή στο αιγαιοπελαγίτικο τραπέζι. Επίσης το κυνήγι αποτελούσε μια πάγια πρακτική συμπλήρωσης του διαιτολογίου.

3. Προϊόντα

3. 1. Τυριά

Χλωρό: τυρί από κατσικίσιο γάλα με προέλευση τη Σαντορίνη. Η πώλησή του περιορίζεται στα γεωγραφικά όρια του νησιού. Όπως δηλώνει το όνομά του, τρώγεται φρέσκο.

Σαν Μιχάλης: σκληρό, υποκίτρινο τυρί που μοιάζει με το πεκορίνο και παράγεται αποκλειστικά στη Σύρο από συνεταιριστικό εργοστάσιο γάλακτος. Όπως πολλά τυριά των Κυκλάδων, έχει για βάση του το αγελαδινό γάλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση παστεριωμένο. Από το 1996 έχει επίσημα αναγνωριστεί ως Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης. Στις Κυκλάδες υπάρχει μακρά παράδοση αγελαδινού τυριού, που φτάνει πίσω στα χρόνια της ενετικής κατοχής των νησιών, όταν οι καθολικοί κυβερνήτες εισήγαν και τα τρόφιμα και τις μεθόδους παρασκευής τους. Το τυρί «Σαν Μιχάλης» οφείλει το όνομά του σε ένα ύψωμα του νησιού, όπου βρίσκεται και το ομώνυμο χωριό. Η περιεκτικότητά του σε λιπαρά κυμαίνεται στο 30-40%. Αφήνεται να ωριμάσει για τουλάχιστον 3-4, ή και περισσότερους, μήνες και η γεύση του είναι πλούσια και πικάντικη. Συνήθως τρώγεται ως επιτραπέζιο τυρί, σε σαγανάκι ή τριμμένο, αν και ενδείκνυται και για χρήση σε πίτες.

Κοπανιστή: η κοπανιστή έχει αναγνωριστεί επίσημα ως Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης και βρίσκεται σε κάθε νησί των Κυκλάδων, αν και είναι κυρίως γνωστή από την Τήνο, τη Σύρο και τη Μύκονο. Στην ουσία είναι ένα μαλακό τυρί με έντονα πιπεράτη γεύση. Οι τρόποι παρασκευής της ποικίλλουν από νησί σε νησί, αλλά και ανάλογα με το αν το τυρί είναι οικιακής ή εμπορικής παραγωγής. Συνήθως η κοπανιστή παράγεται από νωπό γάλα, αγελαδινό ή μείγμα με πρόβειο ή κατσικίσιο, που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, πήζει με φυσική πυτιά (μαγιά) και στραγγίζει σε τσαντίλες (τρυπητά πανιά). Ωριμάζει σε διάστημα πολλών μηνών, στη διάρκεια των οποίων προστίθεται κρασί και το μείγμα ζυμώνεται πολλές φορές.

Μαλαχτό: το τυρί αυτό έχει τόπο προέλευσης την Άνδρο. Ο τρόπος παρασκευής του συμπεριλαμβάνει διαδικασία πίεσης του φρέσκου τυριού ανάμεσα σε πέτρες, το οποίο στη συνέχεια ζυμώνεται με μικρή ποσότητα αλατιού. Το διατηρούν σκεπάζοντάς το με πανί ποτισμένο σε ρακί.

Βολάκι: κρεμώδες επιτραπέζιο τυρί με τόπο προέλευσης την Τήνο και την Άνδρο. Το φρέσκο τυρί σε σχήμα δίσκου θρυμματίζεται, προστίθεται αλάτι και ξαναπλάθεται σε μπαλάκια στο μέγεθος περίπου μιας γροθιάς. Οι τυροκόμοι βάζουν στη συνέχεια το τυρί μέσα σε τσαντίλες και το κρεμούν σε δροσερούς, σκιερούς χώρους, όπου στραγγίζει και ξεραίνεται. Παραλλαγή αυτού του τυριού είναι το σκλαβοτύρι ή μαλαθούνι της Τήνου.

Γυλωμένο ή Μανούρα: σκληρό τυρί που παρασκευάζεται σχεδόν αποκλειστικά από φρέσκο κατσικίσιο γάλα. Παίρνει το όνομά του από την ντόπια ονομασία για το κατακάθι στον πάτο του κρασοβάρελου, που στη Σίφνο και αλλού λέγεται γύλη. Αφού πήξει το τυρί διατηρείται και ωριμάζει μέσα στο κατακάθι στον πάτο του βαρελιού. Τυριά που μουσκεύουν μέσα σε κρασί απαντώνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας, κυρίως στα νησιά, ενώ στις Κυκλάδες είναι τοπική σπεσιαλιτέ της Σίφνου και της Φολέγανδρου. Πρόκειται για πικάντικο σκληρό τυρί που συνοδεύει τσίπουρο και ούζο.

Nιώτικο: σκληρό κίτρινο τυρί της Ίου από πρόβειο γάλα. Η ωρίμανσή του κρατά τρεις μήνες.

Σκοτύρι: μαλακό τυρί της Ίου που ωριμάζει μέσα σε κατσικοτόμαρα (ασκούς). Παρόμοια τυριά απαντώνται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδιαιτερότητα αυτού του τυριού είναι ότι πλάθεται με θρούμπι προτού τοποθετηθεί στα κατσικοτόμαρα για τη ζύμωση.

3. 2. Αλλαντικά

Λούζα: παρασκευάζεται από χοιρινό κρέας σε Σύρο, Άνδρο, Τήνο και Μύκονο με κάποιες κατά τόπους παραλλαγές. Προέρχεται από το μέρος του ζώου που δίνει το φιλέτο. Στη Σύρο το κρέας μένει στο αλάτι για 24 ώρες, ξεπλένεται και στη συνέχεια καρυκεύεται με κόκκους πιπεριού, μπαχάρι, γαρίφαλα και κανέλα. Έπειτα το τυλίγουν μέσα στα έντερα και μετά σε πετσέτες και το τοποθετούν κάτω από μεγάλο βάρος για μία νύχτα, ώστε να πάρει το χαρακτηριστικό επίπεδο φαρδύ σχήμα. Την επόμενη ημέρα πασπαλίζεται με πιπέρι και κρεμιέται για να ξεραθεί για διάστημα περίπου δύο μηνών.

Στην Τήνο, το φιλέτο μένει στο χοντρό αλάτι για 4-6 μέρες και στη συνέχεια μαρινάρεται σε γλυκό κόκκινο κρασί για αρκετές ημέρες. Αφού βγει από τη μαρινάδα, το αλείφουν ή το καρφώνουν με μαραθόσπορους, πιπέρι, μοσχοκάρφι και μπαχάρι, το τυλίγουν σε έντερα, μετά σε πετσέτες και το τοποθετούν κάτω από βάρος. Έπειτα καπνίζεται για τέσσερις ώρες πάνω από κληματόβεργες. Αφού καπνιστεί, κρεμιέται για να ξεραθεί στον αέρα για περίπου δύο μήνες.

Η λούζα της Άνδρου γίνεται από το «κόντρα», γι’ αυτό λέγεται και «βασιλικιά». Το κρέας ξεκοκαλίζεται και τοποθετείται σε χοντρό αλάτι περίπου για 12 ώρες. Ύστερα το κρεμούν στην «κρεβαταριά» (σειρά από καλάμια δεμένα μεταξύ τους), ανάβοντας από κάτω χαμηλή φωτιά από ξύλα κυπαρισσιού και καπνίζοντάς το όλη νύχτα. Το πρωί το ξεκρεμούν, το ξεπλένουν με χλιαρό νερό, το στεγνώνουν και κατόπιν το κόβουν σε κομμάτια περίπου των 150 γραμμ., τα οποία ρίχνουν σε καζάνι με λίπος, όπου βράζει ήδη ο πασπαλάς (λαρδί), και τα καβουρδίζουν. Αφού καβουρδιστούν, τα βγάζουν και τα τοποθετούν σε κιούπι που γεμίζουν με λιωμένο λίπος (γλίνα).

Στη Μύκονο τα φιλέτα μένουν στο αλάτι για 24 ώρες, έχοντας ζυμωθεί με μπόλικο μπαχάρι, πιπέρι, ρίγανη και θρούμπι. Μετά μπαίνουν σε «ματιά» (παχύ έντερο του χοίρου), κρεμιούνται και μένουν στον αέρα για 10-15 ημέρες, ενώ προηγουμένως έχουν ανάψει οι «βουϊδιές» (κοπριά που με τον καπνό της διώχνει τις μύγες).

Η λούζα δε χρειάζεται διατήρηση σε ψυγείο. Οι Μυκονιάτες αγαπούν να τη συνοδεύουν με μαύρο λιαστό κρασί από «κουντούρες» (μαύρα σταφύλια Μυκόνου). Όταν έρθει η ώρα να φαγωθεί, η λούζα κόβεται σε λεπτές φέτες και τα έντερα πετιούνται.

Απόκτι: παστό παρόμοιο με τη λούζα που παρασκευάζεται στη Σαντορίνη.

Λουκάνικα: τα λουκάνικα παρασκευάζονται στις Κυκλάδες αποκλειστικά με χοιρινό κρέας. Καρυκεύονται, ιδίως στη Σύρο και τη Τήνο, με μαραθόσπορο. Η Σύρος και η Τήνος είναι επίσης γνωστές για τα σκορδολουκάνικά τους. Τα λουκάνικα της Μυκόνου καρυκεύονται με θρούμπι, μπαχάρι, αλάτι, ρίγανη και πιπέρι, ξεραίνονται στον αέρα και έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα καθαρού κρέατος. Στην Άνδρο, τα λουκάνικα αποτελούνται από κομμάτια χοιρινού κρέατος που πλάθονται με τοπικό κρασί, ξυσμένο πορτοκάλι, αλάτι, πιπέρι και γλυκάνισο.

Σίγλινα: πρόκειται για μικρά κομμάτια χοιρινού κρέατος που διατηρούνται σε χοιρινό λίπος. Μερικές φορές η λέξη σημαίνει το λίπος που χρησιμοποιείται στην παρασκευή της φουρτάλιας (ομελέτας) σε Άνδρο και Τήνο.

3. 3. Από το μποστάνι

Φάβα Σαντορίνης: η φάβα της Σαντορίνης διακρίνεται από τα υπόλοιπα είδη που καλλιεργούνται σε άλλα μέρη της Ελλάδας και της Μεσογείου, λόγω του ηφαιστειογενούς εδάφους και του ξερού κλίματος, όπως και του άνυδρου εδάφους. Χαρακτηρίζεται από το βαθύ κίτρινο χρώμα και την έντονη γεύση της.

Άνυδρες τομάτες: στη Σαντορίνη αναπτύσσεται μια μοναδική ποικιλία άνυδρης τομάτας. Εξωτερικά μοιάζει με τα ιταλικά pomodori. Ο καρπός είναι μικρός και έχει φρουτώδη γεύση με έντονη σάρκα. Πιθανολογείται ότι οι τομάτες αυτές εισήχθησαν στο νησί από την Ιταλία. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 η καλλιέργεια και κονσερβοποίηση της τομάτας ήταν βασική πηγή της οικονομίας του νησιού.

Κάπαρη: η κάπαρη αποτελεί «στοιχείο ταυτότητας» των Κυκλάδων. Ευδοκιμεί κυρίως σε Σαντορίνη, Τήνο, Άνδρο και Σύρο. Συλλέγεται το διάστημα Μαΐου-Ιουνίου και τοποθετείται σε άλμη όπου πρέπει να μείνει από τρεις εβδομάδες ως έναν μήνα.

Πατάτες Νάξου: οι πατάτες της Νάξου αποτελούν ιδιαίτερη ποικιλία. Για αρκετά χρόνια αποτέλεσαν βασική πηγή πλούτου της αγροτικής οικονομίας του νησιού.

3. 4. Σταφύλια, κρασιά και οινοπνευματώδη

Αξιόλογη παραγωγή κρασιού στις Κυκλάδες σημειώνεται στη Σαντορίνη και στην Πάρο. Η Σαντορίνη θεωρείται δίκαια ένα από τα σημαντικότερα οινοπαραγωγικά νησιά στην Ελλάδα. Σημαντικό ρόλο στην αμπελοκαλλιέργεια παίζει το ηφαιστειογενές έδαφος και το ιδιόμορφο μικροκλίμα του νησιού. Το καλοκαίρι οι υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες ακολουθούνται από αισθητά χαμηλότερες κατά τη νύχτα. Τότε το ηφαιστειογενές έδαφος απορροφά την απαραίτητη για τα κλήματα υγρασία. Τόσο η Σαντορίνη όσο και η Πάρος διαθέτουν οργανωμένες οινοποιΐες. Παραδοσιακά η Πάρος παρήγε ποσότητες για κατανάλωση χύμα κόκκινου κρασιού (Μανδηλάρι ή Μανδηλαριά). Με την έλευση του τουρισμού οι ανάγκες της αγοράς αναδιαμορφώθηκαν.

3. 4. 1. Σταφύλια

Ποικιλίες λευκών σταφυλιών: Αϊδάνι, Ασύρτικο, Αθήρι, Μονεμβασιά ή Μαλβαζιά.

Ποικιλίες κόκκινων σταφυλιών: Μανδηλάρι ή Μανδηλαριά, Ασύρτικο, Αθήρι, Μπλεγλέρι, Μαυρομοσχάτο, Ροδομούσι και Σταυροχιώτη.

3. 4. 2. Κρασιά

Μπρούσκο: τόπος προέλευσής του η Σαντορίνη. Το όνομά του προέρχεται από τα ιταλικά και σημαίνει «τραχύ, απότομο». Πρόκειται για δυνατό κρασί με περιεκτικότητα σε αλκοόλ της τάξης του 16-17%. Παρασκευάζεται από λευκό ασύρτικο, κόκκινο μανδηλάρι, ή με τη μείξη και των δύο (ροζέ).

Νυχτέρι: αντιπροσωπευτικό λευκό ξηρό κρασί της Σαντορίνης. Παίρνει το όνομά του από το γεγονός ότι παραδοσιακά απαιτείται μία ολόκληρη μέρα και μεγάλο μέρος της νύχτας για να γίνει η συγκέντρωση, η επεξεργασία και το πάτημα των σταφυλιών.

Βινσάντο: γλυκό κρασί από τη Σαντορίνη. Το όνομά του έχει ιταλική προέλευση προέρχεται από την ιταλική φράση «vino santo», κρασί της αγίας μετάληψης. Παράγεται από σταφύλια των ποικιλιών ασύρτικο και αϊδάνι, τα οποία απλώνονται στον ήλιο και ξεραίνονται.

3. 4. 3. Οινοπνευματώδη

Ρακί, στροφυλιά, τσικουδιά ή τσίπουρο: παρασκευάζεται από τα «τσάμπουρα» που απομένουν από το πάτημα των σταφυλιών, τα οποία πολτοποιούνται, τοποθετούνται σε πιθάρια για τη ζύμωση και αποστάζονται σε καζάνι. Το πρώτο απόσταγμα (πρωτόρακο) χρησιμοποιείται και ως οινόπνευμα. Η απόσταξη επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, ώσπου προκύπτει το τελευταίο απόσταγμα (σούμα).

Κίτρο: σπεσιαλιτέ της Νάξου που παράγεται από το απόσταγμα φύλλων κιτριάς (σε αντίθεση με άλλες μεσογειακές χώρες, οι οποίες το παρασκευάζουν από τον καρπό). Πίνεται ως απεριτίφ.

3. 5. Γλυκά και ζαχαρωτά

Σουμάδα: αναψυκτικό που γίνεται από πικραμύγδαλο και σερβίρεται παραδοσιακά στους γάμους.

Λυχναράκια Τήνου και μελιτίνια Σαντορίνης: πασχαλιάτικα γλυκά τυροπιτάκια με ιδιαίτερο γιορτινό σχήμα. Γίνονται με φρέσκια, ανάλατη μυζήθρα και αρωματικά (μαστίχα, κανέλα, βανίλια).

Ξερά σύκα: τα ώριμα σύκα αφήνονται στον ήλιο να στεγνώσουν (κουνάλια) και ψήνονται έπειτα στο φούρνο. Σε μερικές περιπτώσεις, προτού στεγνώσουν και ψηθούν τα σύκα, τα ανοίγουν και στην τρυφερή τους σάρκα τοποθετούν μείγμα καρυδιού ή αμυγδάλου, σουσαμιού και κανέλας.

Γλυκό κουφέτο: γλυκό που φτιάχνεται στη Σαντορίνη από ασπρισμένα αμύγδαλα βρασμένα στο σιρόπι και ντόπιο μέλι. Παραδοσιακό γλυκό του γάμου.

Γλυκά του κουταλιού από λεμονανθό: γλυκά του κουταλιού υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα. Στις Κυκλάδες, η Άνδρος παράγει γλυκό του κουταλιού από λεμονανθό.

Λουκούμια: ζαχαρωτό που παράγεται σε πολυάριθμα μικρά εργαστήρια στη Σύρο. Η προέλευσή του είναι από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη και την τέχνη της παρασκευής του την έφεραν στο νησί πρόσφυγες από τη Χίο. Τα βασικά συστατικά του είναι απλά (νερό, άμυλο και ζάχαρη). Η παρασκευή του ωστόσο απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και πείρα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες γεύσης: μαστίχα, περγαμόντο, ροδοζάχαρη, μανταρίνι, ινδική καρύδα, αμύγδαλο, φιστίκι, καρύδι, σοκολάτα κ.ά.

Χαλβαδόπιτες: σπεσιαλιτέ της Σύρου. Έχουν το σχήμα λεπτής λευκής πίτας (όστια) και το εσωτερικό τους αποτελείται από γέμιση φτιαγμένη με ντόπιο μέλι, φρεσκοψημένα αμύγδαλα και μια ρίζα αφρικανικής προέλευσης που βοηθάει στο πήξιμο του υλικού.

4. Δύο χαρακτηριστικές συνταγές

4. 1. Ψευτοκεφτέδες

Υλικά για 4-6 άτομα:
1-1½ φλιτζάνι ψιλοκομμένες τομάτες (κατά προτίμηση άνυδρα κυκλαδίτικα τοματάκια)
½ φλιτζάνι ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι
1 σκελίδα ψιλοκομμένο σκόρδο
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένος μαϊντανός
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένος δυόσμος
ή μια πρέζα ρίγανη
αλάτι
πιπέρι
1 φλιτζάνι αλεύρι ή λίγο περισσότερο
(ανάλογα με το πόσο ζουμερές είναι οι τομάτες)
1 κουταλιά τσαγιού μπέικιν πάουντερ
λάδι για το τηγάνισμα

Εκτέλεση:
Σε ένα μπολ ανακατεύετε τις τομάτες, τα κρεμμυδάκια, το σκόρδο, τα μυρωδικά και τα μπαχαρικά. Αναμειγνύετε το αλεύρι με το μπέικιν παόυντερ. Τα ρίχνετε σε μικρές ποσότητες κάθε φορά στο μείγμα με τις τομάτες που ετοιμάσατε. Ανακατεύετε συνέχεια μέχρι να φτιάξετε ένα ομοιογενές μείγμα και το πλάθετε σε κεφτέδες.

Ζεσταίνετε αρκετό λάδι σε ένα τηγάνι ή σε κατσαρόλα. Παίρνετε έναν κεφτέ και τον ρίχνετε στο καυτό λάδι. Συνεχίζετε έτσι και τηγανίζετε όλους τους κεφτέδες. Όταν ροδίσουν, τους βγάζετε με τρυπητή κουτάλα και τους αφήνετε πάνω σε χαρτί κουζίνας για να απορροφηθεί το λίπος τους.

4. 2. Μελόπιτα

Υλικά για 6-8 άτομα:
2½ φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
½ φλιτζάνι ζάχαρη άχνη
½ κουταλιά τσαγιού μπέικιν παόυντερ
1 φλιτζάνι βούτυρο ανάλατο κομμένο σε κύβους
2 μεγάλα αυγά
¼ φλιτζάνι μπράντι

Για τη γέμιση:
750 γραμμάρια μυζήθρα
1 φλιτζάνι μέλι
2 αυγά χτυπημένα
4-5 κουταλιές σούπας αλεύρι
1 κουταλιά τσαγιού κανέλα

Εκτέλεση:
Σε ένα μεγάλο μπολ αναμειγνύετε το αλεύρι, τη ζάχαρη και το μπέικιν πάουντερ. Ρίχνετε το βούτυρο και το αναμειγνύετε με το αλεύρι, δουλεύοντάς το με τα δάχτυλα. Προσθέτετε τα αυγά και το μπράντι και ζυμώνετε μέχρι να γίνει το μείγμα μια ομοιογενής ζύμη. Χωρίζετε τη ζύμη στα δύο και σχηματίζετε δύο μπάλες. Τις πιέζετε με τις παλάμες και σχηματίζετε δύο στρογγυλά φύλλα. Τα τυλίγετε χωριστά σε αλουμινόχαρτο και τα αφήνετε για μισή ώρα στο ψυγείο.

Σε ένα μπολ ανακατεύετε το τυρί και το μέλι, προσθέτετε τα αυγά και την κανέλα και ανακατεύετε το μείγμα.

Σε ένα ταψί 24×36 εκ. απλώνετε μια λαδόκολλα και τη βουτυρώνετε.
Αλευρώνετε τον πάγκο εργασίας και ανοίγετε με τον πλάστη το πρώτο φύλλο ζύμης. Σχηματίζετε έτσι ένα λεπτότερο φύλλο και υπολογίζετε να έχει διάμετρο λίγο μεγαλύτερη από τη διάμετρο του ταψιού. Τοποθετείτε το φύλλο μέσα στο ταψί. Αφήνετε τις άκρες που περισσεύουν να πέφτουν έξω από το ταψί. Στρώνετε τη γέμιση πάνω στο φύλλο. Ανοίγετε και το δεύτερο φύλλο ζύμης και το τοποθετείτε πάνω στη γέμιση. Γυρίζετε τις άκρες του πρώτου φύλλου που περισσεύουν έξω από το ταψί, τις ενώνετε, τις πλάθετε με το δεύτερο φύλλο και σχηματίζετε έτσι έναν κόθρο (στεφάνι) στην περίμετρο της πίτας.

Ψήνετε την πίτα σε προθερμασμένο φούρνο για 40 λεπτά περίπου μέχρι να ροδίσει η επιφάνειά της και να βεβαιωθείτε ότι έχει ψηθεί σε βάθος.

Την πασπαλίζετε με κανέλα και τη σερβίρετε ζεστή.



Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Εισαγωγή

Η γλυπτική δημιουργία στο Αιγαίο συνδέεται αναμφίβολα με την ύπαρξη λατομείων μαρμάρου σε αρκετά νησιά, αλλά είναι αποτέλεσμα ενός πιο σύνθετου κοινωνικο-πολιτισμικού φαινομένου. Οι αιγαιακές κοινωνίες της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου ενσωμάτωσαν επιρροές από την Αίγυπτο, την Εγγύς Ανατολή, τη Μικρά Ασία και την Κρήτη, τις συνδύασαν με τις λατρευτικές πρακτικές και τα ταφικά τους έθιμα, αλλά και την ανερχόμενη θέση του ατόμου στον κόσμο, και συνέβαλαν καθοριστικά στη γέννηση της μνημειακής ελληνικής γλυπτικής. Αν και στους επόμενους αιώνες (Κλασική και Ελληνιστική εποχή) τα σπουδαία πολιτικά και καλλιτεχνικά κέντρα βρίσκονταν αλλού, τα νησιά του Αιγαίου δεν έπαψαν να επωφελούνται από την προνομιακή τους θέση στην καρδιά του ελληνικού κόσμου και στο σταυροδρόμι των εμπορικών αλλά και καλλιτεχνικών ανταλλαγών.

1.1. Σχολές και τεχνοτροπίες

Η μελέτη της γλυπτικής στο Αιγαίο σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας υπόκειται σε συμβάσεις και παραδοχές που δεν πρέπει να αγνοούμε. Όταν μιλάμε για «σχολές» γλυπτικής δεν εννοούμε αυστηρά δομημένους κύκλους με προγραμματική δράση, όπως ίσως φαντάζεται κανείς σε αναλογία με την αναγεννησιακή και νεότερη ιστορία της τέχνης. Σε κάποιες περιπτώσεις πρόκειται για μεμονωμένα εργαστήρια, άλλοτε πάλι για μια παράδοση που εκτείνεται σε περισσότερες γενιές. Συχνά οι διακρίσεις είναι ασαφείς (όπως ανάμεσα στη Σάμο και τη Μίλητο) ή ο ακριβής εντοπισμός των εργαστηρίων αδύνατος (νησιωτικά ανάγλυφα στη Μακεδονία και τη Θράκη). Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται σύγκλιση διαφορετικών τεχνοτροπικών ρευμάτων και διήθηση των επιρροών. Τόσο τα ίδια τα γλυπτά όσο και οι γλύπτες ταξίδευαν, λιγότερο στην Αρχαϊκή περίοδο και περισσότερο αργότερα. Ο τόπος εύρεσής τους δε σχετίζεται πάντα με την προέλευσή τους, καθώς τα έργα των αιγαιακών εργαστηρίων έφτασαν ως αφιερώματα σε μεγάλα πανελλήνια ιερά (Δήλος, Δελφοί, Ολυμπία), μακριά από τον τόπο κατασκευής τους ή τον τόπο καταγωγής του δημιουργού τους. Οι χημικές και πετρογραφικές αναλύσεις συνέβαλαν τα τελευταία χρόνια σε ορθότερες αποδόσεις προέλευσης του μαρμάρου, αλλά δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα ύφους και τεχνοτροπίας. Παράλληλα, πολλά και σημαντικά νέα ευρήματα, αλλά και νέες μελέτες για έργα γνωστά από παλιά, τροποποιούν ή διορθώνουν τις γνώσεις μας για τα επιμέρους εργαστήρια (αρχαϊκή Γοργώ στην Πάρο, δαιδαλικές κόρες στη Θήρα και το Δεσποτικό, επιτύμβια κλασικά ανάγλυφα στη Ρόδο κλπ.).

1.2. Τύποι γλυπτών

Αξίζει να σημειώσουμε ότι μιλώντας για γλυπτική (στο Αιγαίο όπως και γενικότερα) εννοούμε μια πλειάδα έργων διαφορετικών τύπων και με διαφορετικό προορισμό. Περιλαμβάνονται κυρίως μαρμάρινα ολόγλυφα αγάλματα και ανάγλυφα που μπορεί να ήταν λατρευτικά, αναθηματικά ή επιτύμβια, καθώς και όλα τα αρχιτεκτονικά γλυπτά (ακρωτήρια, εναέτια γλυπτά, μετόπες, ζωφόροι κλπ.). Τα έργα μεγάλης χαλκοπλαστικής σώθηκαν μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Κάποτε μάλιστα οι γνώσεις για τη γλυπτική ενός τόπου, μιας εποχής ή ενός ρεύματος, είναι τόσο πενιχρές ώστε οι αρχαιολόγοι στρέφονται προς τις αντανακλάσεις της σε άλλες τέχνες, τις οποίες γνωρίζουν καλύτερα. Οι συγκρίσεις με τα μικρού μεγέθους χάλκινα και πήλινα ειδώλια, με παραστάσεις σε κοσμήματα, αγγεία και νομίσματα, και με τα λιγοστά ξύλινα και ελεφαντοστέινα ευρήματα, αποδεικνύονται συχνά ιδιαίτερα διαφωτιστικές.

1.3. Υλικά

Από την Αρχαιότητα ήταν ήδη γνωστά στο Αιγαίο πολλά λατομεία μαρμάρου. Ωστόσο δεν είναι όλα τα μάρμαρα κατάλληλα για γλυπτική και τα περισσότερα χρησιμοποιήθηκαν μόνο στην αρχιτεκτονική. Οι αρχαίοι Έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα το λευκό μάρμαρο στη γλυπτική, ίσως και γιατί ήταν καταλληλότερο για διακόσμηση με χρώματα. Το καλύτερο λευκό μάρμαρο ήταν ο λεγόμενος λυχνίτης της Πάρου, με λεπτόκοκκη κρυσταλλική δομή. Από το ίδιο νησί προερχόταν και ένας άλλος, κατώτερης ποιότητας, τύπος μαρμάρου που επίσης χρησιμοποιήθηκε για γλυπτά. Τα παριανά λατομεία πρέπει να λειτούργησαν περίπου από το 600 π.Χ., μαζί με εκείνα της Εφέσου.

Στη Νάξο λατομούνταν επίσης λευκό μάρμαρο και τα λατομεία της φαίνεται να ήταν τα πρώτα που λειτούργησαν στον αιγαιακό χώρο κατά την Αρχαϊκή περίοδο, λίγο πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., συγχρόνως με εκείνα της Σάμου. Το μάρμαρο της Σάμου εντούτοις, αν και λεπτόκοκκο, διατρέχεται από λεπτές γκρίζες φλέβες που το καθιστούν λιγότερο κατάλληλο για γλυπτά. Στη Ρόδο δεν υπάρχει μάρμαρο, παρά μόνο ένα είδος κρυσταλλικού ασβεστόλιθου, από τον οποίο στην Ελληνιστική περίοδο σκαλίστηκε η πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία πατά η Νίκη της Σαμοθράκης.

Από τον 4ο αι. π.Χ. και έπειτα άρχισε να διαδίδεται και το μάρμαρο της Θάσου, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα των μικρασιατικών παραλίων και των παρακείμενων νησιών, από την Προκόννησο ως την Αλικαρνασσό. Το μάρμαρο της Πάρου βέβαια ήταν εκείνο που εξαγόταν περισσότερο σε όλες τις εποχές (από την Αρχαϊκή ως τη Ρωμαϊκή) και έφτασε ως τη Μακεδονία, τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Βόρεια Αφρική.

Σε γενικές γραμμές παρατηρείται ραγδαία ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής στα Αρχαϊκά χρόνια στα νησιά που διέθεταν λατομεία (Νάξος, Πάρος, Σάμος) και αντίστοιχη απουσία της σε άλλα χωρίς λατομεία (Ρόδος). Με την απουσία μαρμάρου έχει συνδεθεί και η ανάπτυξη της χαλκοπλαστικής, ιδιαίτερα στα Ελληνιστικά χρόνια, στη Ρόδο. Για τη χαλκοπλαστική όμως τα στοιχεία είναι πολύ πιο ισχνά. Χαλκός από την Εύβοια, την Κύπρο και ίσως τη Μικρά Ασία, και κασσίτερος από μακρινές περιοχές, όπως η Ιβηρική και η Ουαλία, ήταν οι πρώτες ύλες σε όλες τις εποχές. Επειδή όμως τα μέταλλα ξαναλιώνουν και μπορούν να αναμειχθούν, δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα από τις αναλύσεις τους.

2. «Δαιδαλικά» γλυπτά

Με τον όρο «δαιδαλική» αποκαλείται η γλυπτική του 7ου αι. π.Χ. Πρόκειται κυρίως για αγάλματα ανδρικών και γυναικείων όρθιων μετωπικών μορφών. Οι ανδρικές μορφές είναι γυμνές και φορούν συνήθως μια φαρδιά ζώνη. Οι γυναικείες φορούν μακρύ ένδυμα, επίσης ζωσμένο στη μέση. Και στις δύο περιπτώσεις τα σώματα είναι επίπεδα και πολύ σχηματοποιημένα. Στα πρόσωπα τα χαρακτηριστικά (μάτια, μύτη, στόμα) είναι αφύσικα μεγάλα σε βάρος του μετώπου και των παρειών. Οι ρίζες αυτής της τεχνοτροπίας ανάγονται στην Κρήτη, αν και η διάδοσή της καλύπτει τις περισσότερες δωρικές περιοχές. Το σημαντικότερο, μέχρι πρόσφατα, δαιδαλικό έργο στο Αιγαίο βρέθηκε στη Δήλο και πρόκειται για μια κόρη, τη λεγόμενη Νικάνδρα. Το 2000 αποκαλύφθηκε μια κόρη στο Δεσποτικό και το 2001 ακόμη μία στο νεκροταφείο της αρχαίας Θήρας. Η τελευταία σώζεται σε καλύτερη κατάσταση και έχει ύψος 2,3 μ. Και οι τρεις θεωρούνται έργα της ναξιακής σχολής και η πρόσφατη μελέτη τους κατέδειξε τις διαφορές από τα αντίστοιχα κρητικά. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους αποτελεί η κόμμωση, με 4 πλεξίδες δεξιά και αριστερά του κεφαλιού να πέφτουν μπροστά, πάνω στο στήθος. Χρονολογούνται από το γ΄ τέταρτο ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Συγγενικές, αλλά όχι ακριβώς δαιδαλικές, είναι και οι γυναικείες μορφές που στηρίζουν μεγάλες μαρμάρινες λεκάνες, τα λεγόμενα περιρραντήρια. Έχουν βρεθεί ένα στη Σάμο και ένα τη Ρόδο, αλλά οι αναλύσεις δείχνουν ότι το μάρμαρο είναι λακωνικό. Στο β΄ μισό του 7ου αι. π.Χ. η δαιδαλική τεχνοτροπία εμφανίζεται και στη μικροτεχνία των νησιών, όπως σε κοσμήματα της Ρόδου και σε πήλινα ειδώλια της Θήρας και του Δεσποτικού.

3. Γλυπτική του 6ου αι. π.Χ.

3.1. Νάξος

Τα ευρήματα από την ίδια τη Νάξο, τη Δήλο και τους Δελφούς φανερώνουν πως η ναξιακή σχολή διατήρησε το δυναμισμό της για μεγάλο μέρος του 6ου αι. π.Χ. Οι κούροι από τη Νάξο και τη Δήλο, καθώς και ο κολοσσικός ναξιακός Απόλλων της Δήλου (ύψος 8,5 μ.), έχουν ακόμα την ακαμψία και τη σχηματοποίηση του κορμιού που χαρακτηρίζει τα δαιδαλικά έργα. Ένα άλλο ναξιακό αφιέρωμα στη Δήλο ήταν 16 λιοντάρια σε παράταξη κατά τα αιγυπτιακά πρότυπα (γύρω στο 600 π.Χ.). Αν και η φθορά της επιφάνειάς τους είναι μεγάλη (πρόσφατα αντικαταστάθηκαν με εκμαγεία και φυλάσσονται στο μουσείο της Δήλου), διακρίνεται η νατουραλιστική απόδοση του αιλουροειδούς και η ζωντάνια της πόζας. Δεν ισχύει το ίδιο για τη σφίγγα των Ναξίων στους Δελφούς (περίπου 570 π.Χ.). Το αρχικά στημένο σε κίονα 10,2 μ. μυθολογικό τέρας δυσκολεύεται να συνδυάσει το νατουραλισμό του γυναικείου προσώπου με το σχηματοποιημένο και γραμμικά αποδομένο σώμα. Τέλος, δύο από τις πιο πρώιμες κόρες της Ακρόπολης (γύρω στο 550 π.Χ.) φαίνεται να οφείλουν στη Νάξο, εκτός από το μάρμαρό τους, και αρκετά από τα τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά.

Η παρακμή της ναξιακής σχολής έχει κατά καιρούς συνδυαστεί με την κατάληψη της εξουσίας στη Νάξο από τον τύραννο Λύγδαμι, γύρω στο 540 π.Χ. Τα ευρήματα ωστόσο δείχνουν πως η γλυπτική δημιουργία συνεχίστηκε, αν και σε μικρότερη έκταση, μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Τέλος μερικοί κούροι από το Πτώο της Βοιωτίας συνδέονται με τη ναξιακή σχολή, είτε είναι έργα Ναξίων τεχνιτών είτε πρόκειται για επιρροές.

3.2. Πάρος

Η Πάρος ανέπτυξε τη δική της αρχαϊκή σχολή γλυπτικής, ήδη από το 580 π.Χ. περίπου, αν και η ακμή της τοποθετείται στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., καθώς η ανταγωνίστρια Νάξος υποχωρούσε. Κούροι και κόρες της Πάρου έχουν βρεθεί, εκτός από το ίδιο το νησί, στη Δήλο, τους Δελφούς, τον Ορχομενό, τη Θάσο και την Κυρήνη. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παριανή σχολή αρχικά βρισκόταν υπό σαμιακή επιρροή, αλλά σχετικά νωρίς ανέπτυξε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι κούροι της είναι περισσότερο μυώδεις από τους ναξιακούς, με γεμάτο στήθος και έμφαση στις καθέτους του σώματος. Οι κόρες φορούν χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο συχνά έχει διακοσμητική διάταξη, όπως στην περίπτωση μιας κολοσσικής Αρτέμιδος και μιας ένθρονης θεάς (αρχές του 5ου αι. π.Χ. αλλά ακόμα αρχαϊκής τεχνοτροπίας). Στην παριανή σχολή αποδίδονται και έξι μορφές από «σύναξη θεών» που βρέθηκαν στη Δήλο και χρονολογούνται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Παριανές επιρροές, περισσότερο ή λιγότερο άμεσες, αναγνωρίζονται σε γλυπτά από τη Ρόδο, τη Σάμο, τη Σικελία, ακόμα και σε ορισμένες αττικές κόρες. Εξάλλου ο Αριστίων, ο γλύπτης της περίφημης κόρης Φρασίκλειας που βρέθηκε στη Μερέντα της Αττικής και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ήταν από την Πάρο.

Από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά της Πάρου είναι γνωστό ένα ακρωτήριο με τη μορφή της Γοργούς (μέσα του 6ου αι. π.Χ.), και δύο ανάγλυφα, το ένα με παράσταση συμποσίου (την πιο πρώιμη του είδους) και το άλλο με παράσταση λιονταριού που κατασπαράζει ταύρο (περίπου 500 π.Χ.). Θεωρείται ότι όλα προέρχονται από διάφορες φάσεις του αρχαϊκού ηρώου του ποιητή Αρχιλόχου.

3.3. Σάμος

Η σαμιακή σχολή γλυπτικής εμφανίζεται ήδη πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ., αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα τις δημιουργίες της κατά το α΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα παλαιότερα από τα έργα αυτής της σχολής έχουν βρεθεί εκτός Σάμου: το άνω τμήμα μιας χάλκινης σφυρήλατης φτερωτής μορφής στην Ολυμπία και μια μαρμάρινη γυναικεία μορφή στο Ρέντη της Αττικής (580-570 π.Χ.). Οι χαρακτηριστικότεροι τύποι είναι οι κόρες, ντυμένες με χιτώνα, ιμάτιο και επίβλημα, οι ιματιοφόρες ανδρικές μορφές και οι κούροι. Οι κόρες εμφανίζουν σχεδόν κυλινδρικό το κάτω τμήμα του κορμού και λεπτομερή, αν και διακοσμητική, απόδοση των πτυχώσεων των ρούχων. Οι κεφαλές των ανδρικών μορφών είναι αφύσικα διογκωμένες προς το πάνω και πίσω μέρος του κρανίου. Η κόμμωσή τους είναι απλή, με παράλληλους βοστρύχους που ξεκινούν από το χαμηλό μέτωπο και καταλήγουν πίσω στην πλάτη. Δύο αναθηματικά συντάγματα από το Ηραίο, γνωστά με τα ονόματα του αναθέτη και του γλύπτη τους –Χεραμύης και Γενέλεως αντίστοιχα–, εικονογραφούν αυτές τις ιδιαιτερότητες. Από τους κούρους των μέσων του 6ου αι. π.Χ. ξεχωρίζουν δύο κολοσσικές μορφές. Η κεφαλή του ενός φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη (σωζόμενο ύψος 70 εκ.) ενώ ο άλλος, σχεδόν ακέραιος, αποκαλύφθηκε σε τμήματα στη δεκαετία του 1980 και είχε αρχικό ύψος 5,5 μέτρα. Το 2005 αποκαλύφθηκε ένας εξαιρετικής εργασίας σαμιακός κούρος της ίδιας περιόδου στο Δεσποτικό. Οι σαμιακοί κούροι είναι σαφώς πιο σαρκώδεις από τους ναξιακούς, αλλά χωρίς προσπάθεια ανάδειξης της μυϊκής διάπλασης, όπως συμβαίνει στην Πάρο, και οπωσδήποτε λιγότερο γυμνασμένοι από τους κούρους της Πελοποννήσου. Πιστεύεται πως αποδίδουν την τρυφηλή ζωή της ιωνικής αριστοκρατίας, οι νέοι της οποίας δεν έκαναν το γυμνάσιο κέντρο της ζωής τους. Στην κατανόηση της σαμιακής γλυπτικής και των στενών σχέσεών της με τη γλυπτική της γειτονικής Μιλήτου συνέβαλε αποφασιστικά και η μελέτη των μικρών χάλκινων και πήλινων ειδωλίων του νησιού. Η μεγάλη χαλκοπλαστική, από την οποία τίποτα δε σώθηκε, φαίνεται πως είχε στη Σάμο μεγάλη παράδοση, αφού σύμφωνα με τις πηγές ήταν οι Σάμιοι αρχιτέκτονες και γλύπτες Θεόδωρος και Ροίκος, οι οποίοι έφεραν από την Αίγυπτο στην Ελλάδα την τεχνική της χύτευσης κούφιων αγαλμάτων γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.

3.4. Χίος

Στη Χίο φαίνεται πως αναπτύχθηκε μια σχολή γλυπτικής περίπου από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Το επιβεβαιώνουν οι αρχαίες πηγές με αναφορές στους γλύπτες Μικκιάδη και Άρχερμο (πατέρας και γιος). Με τον Άρχερμο έχει συνδεθεί μια Νίκη από τη Δήλο (περίπου 550 π.Χ.). Ωστόσο τα ευρήματα στη Χίο είναι φτωχά: λίγοι κορμοί κούρων και κορών, μία από τις οποίες φέρει ένα ιδιαίτερο τρόπο πτύχωσης του χιτώνα. Οι πτυχώσεις αυτές εμφανίζονται και σε δύο Νίκες και μία κόρη από την Ακρόπολη (520-510 π.Χ.), γεγονός που σε συνδυασμό με το νησιωτικό μάρμαρό τους καθώς και επιγραφές που αναφέρουν τον Άρχερμο, οδήγησε στην απόδοσή τους στη σχολή της Χίου. Ξεχωρίζουν για την κυματιστή γραμμή της κόμμωσης πάνω από το μέτωπο, τα πεταχτά μήλα και τα σαρκώδη χείλη. Τα στοιχεία αυτά απαντούν και σε δύο «καρυάτιδες» της ίδιας εποχής από τους Δελφούς. Η μία ανήκει στο θησαυρό των Σιφνίων και η άλλη στο λεγόμενο κάποτε «των Κνιδίων». Ελλείψει ασφαλέστερων συγκριτικών στοιχείων οι περισσότεροι ερευνητές τις αποδίδουν στη Χίο.

3.5. Άλλα νησιά

Στα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου έχουν αποκαλυφθεί λίγα μόνο γλυπτά της Αρχαϊκής περιόδου, κάποτε με τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά συνήθως με έντονες επιρροές κάποιας από τις σημαντικές νησιωτικές σχολές.

Από τη Μήλο προέρχεται ένας καλοδιατηρημένος κούρος με ολοφάνερες ναξιακές επιδράσεις (περίπου 550 π.Χ.). Από τη Θήρα προέρχονται τέσσερις πολύ κατεστραμμένοι, μάλλον ναξιακοί, κορμοί ανδρικών μορφών που βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα από το δαιδαλικό τύπο προς τον κούρο και χρονολογούνται γύρω στο 600 π.Χ.

Ένας κούρος από την Ανάφη, που φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο, μια κεφαλή κούρου και μια ερμαϊκή στήλη από τη Σίφνο βρίσκονται μάλλον στη σφαίρα της παριανής επιρροής. Από την Κω προέρχεται ένα ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου, χρονολογούμενο γύρω στο 500 π.Χ. Δύο κορμοί και τρεις κεφαλές κούρων από την Κάμειρο της Ρόδου φανερώνουν σαμιακές επιδράσεις (550-520 π.Χ.).

Από την Άνδρο προέρχονται ένας ναξιακός κούρος του 550-540 π.Χ., μία παριανή κόρη και ένα γλυπτό σύμπλεγμα του μυθικού φτερωτού αλόγου Πήγασου με τον αναβάτη του Βελλερεφόντη. Ήταν ακρωτήριο κάποιου ναού και χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.

Από τη Λήμνο δεν είναι γνωστή μεγάλου μεγέθους γλυπτική. Εντούτοις μερικά ευμεγέθη πήλινα ειδώλια σειρήνων φανερώνουν στα πρόσωπα και τις κομμώσεις μια τεχνοτροπία ολότελα διαφορετική από αυτές που απαντούν στο υπόλοιπο Αιγαίο. Φαίνεται πως αυτή η ιδιαιτερότητα συνδέεται με την ειδική σχέση που διατηρούσε η αρχαϊκή Λήμνος με τους Ετρούσκους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολυσυζητημένη ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς (530-525 π.Χ.) είναι κατά το ήμισυ (βόρεια και ανατολική πλευρά) έργο νησιωτικού εργαστηρίου. Η παράσταση γιγαντομαχίας που την κοσμεί θεωρείται το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό της Αρχαϊκής περιόδου, αν και οι απόψεις των ερευνητών διχάζονται ανάμεσα στην παριανή και τη χιώτικη προέλευση των δημιουργών της.

4. Κλασική γλυπτική

4.1. Πάρος

Η σχολή της Πάρου απέκτησε ακόμη εντονότερη παρουσία με την απαρχή της κλασικής γλυπτικής και ιδίως με τα ανάγλυφα του αυστηρού ρυθμού (480-450 π.Χ.). Το χαρακτηριστικό τους ήταν η απόδοση βάθους και λεπτομερειών σε πολύ χαμηλό ανάγλυφο. Τρεις εξαιρετικής ποιότητας επιτύμβιες στήλες νεαρών κοριτσιών που φορούν πέπλο –δύο από την Πάρο και μία από τη Μακεδονία– φαίνεται να προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο (460-440 π.Χ.). Οι μορφές τους προεικάζουν τις κόρες της ζωφόρου του Παρθενώνα. Ένα άλλο ανάγλυφο από την Ικαρία (περίπου 460 π.Χ.) παραμένει αινιγματικό ως προς τον προορισμό και την επιγραφή του. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι πρόκειται για έργο Πάριου γλύπτη. Στην Πάρο αποδίδεται επίσης και ένα σπάνιο –κυκλικής μορφής– ανάγλυφο από τη Μήλο με γυναικείο κεφάλι σε προφίλ. Τέλος μια σειρά ανθεμωτών στηλών που παλιότερα αποκαλούνταν «σαμιακές» αποδίδονται τώρα στην Πάρο. Έξοχα δείγματα του είδους, εκτός από το ίδιο το νησί, προέρχονται από τη Σάμο, το Τηγάνι, την Αμοργό και την Κάλυμνο.

Η ακτινοβολία των παριανών αναγλύφων εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Αιγαίο και έργα υπό την άμεση ή έμμεση επιρροή τους απαντούν από τη Θάσο και τη Μεσημβρία της Θράκης ως τη Νίσυρο και την Ξάνθο της Λυκίας.

Ανάλογη φαίνεται πως ήταν και η δημιουργία ελεύθερων γλυπτών, αν και τα ευρήματα είναι ελάχιστα. Το σημαντικότερο είναι μια ακέφαλη Νίκη που μοιάζει έτοιμη να πετάξει (470-460 π.Χ.). Οι πτυχώσεις του πέπλου της και η κίνηση του σώματος βρίσκουν το αντίστοιχό τους στη μικρή χάλκινη γυναικεία μορφή που συγκρατεί στο κεφάλι της θυμιατήριο, η οποία βρέθηκε στους Δελφούς. Πρόκειται για το μοναδικό έργο της μικρής χαλκοπλαστικής που μπορεί να αναγνωριστεί ως παριανό (460-450 π.Χ.).

Στο Ηρώο της Ξάνθου της Μικράς Ασίας εμφανίζεται μια γυναικεία μορφή σε παριανό πρότυπο. Αλλά και στο ναό του Δία της Ολυμπίας φαίνεται πως η μία από τις δύο ομάδες που δούλεψαν τα γλυπτά του ήταν από την Πάρο. Τέλος δύο πρώιμα κλασικά αετωματικά σύνολα που μεταφέρθηκαν αργότερα στη Ρώμη (Αμαζονομαχία και Νιοβίδες) φαίνεται να έχουν τις ρίζες τους στον αιγαιακό χώρο.

Στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. η ακτινοβολία του Παρθενώνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι τοπικές σχολές έχασαν το ιδιότυπο της τεχνοτροπίας τους. Και οι καλύτεροι Πάριοι γλύπτες, όπως ο Αγοράκριτος, δούλευαν πια στην Αθήνα και σε αττικά πρότυπα. Η παράδοση του νησιού εντούτοις διατηρήθηκε και έδωσε στην ελληνική τέχνη έναν ακόμα περιώνυμο γλύπτη της Ύστερης Κλασικής εποχής, το Σκόπα.

4.2. Άλλα νησιά

Στα υπόλοιπα νησιά οι επιρροές της Πάρου είναι ακόμα διακριτές ως το τέλος περίπου του 5ου αι. π.Χ., εποχή που αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από αττικές.

Από τη Ρόδο προέρχεται μια γυναικεία κεφαλή αυστηρού ρυθμού (470 π.Χ.) και ένα σπουδαίο ανάγλυφο έργο, η στήλη της Κριτώς και της Τιμαρίστας (περίπου 410 π.Χ.) με αποχαιρετισμό μάνας και κόρης. Πρόκειται για τοπικό έργο, που συνθέτει κατά τον καλύτερο τρόπο την παριανή παράδοση με τα επιτεύγματα της αττικής γλυπτικής. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και το τμήμα στήλης με νέο μπροστά σε γυναίκα από τη Σάμο (περίπου 420 π.Χ.).

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. χρονολογείται και ένα σύμπλεγμα του Βορρέα που αρπάζει την Αθηναία πριγκίπισσα Ωρείθυια. Ήταν το κεντρικό ακρωτήριο του ναού των Αθηναίων στη Δήλο. Στη Δήλο βρέθηκε εξάλλου ένα ρωμαϊκό αντίγραφο του Απόλλωνα Λυκείου του Πραξιτέλη, ενώ ο λεγόμενος «Ερμής της Άνδρου» είναι επίσης αντίγραφο έργου του μεγάλου Αθηναίου γλύπτη.

Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα έργα του 4ου αι. π.Χ. συγκαταλέγονται μια επιτύμβια στήλη από την Τήνο και ένας κορμός Ποσειδώνα από τη Σύρο με επιδράσεις από τη σχολή του Λυσίππου, ένα άγαλμα ιματιοφόρου από την Κω (ο λεγόμενος «Ιπποκράτης») και ένα αναθηματικό ανάγλυφο από τη Μυτιλήνη με παράσταση θεϊκού ζεύγους σε νεκρόδειπνο. Ανθεμωτές και ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες αττικής κατασκευής ή έμπνευσης εμφανίζονται κατά τον 4ο αι. π.Χ. στα περισσότερα νησιά.

5. Ελληνιστική γλυπτική

5.1. Ρόδος

Η Ρόδος στα Ελληνιστικά χρόνια αποτέλεσε το μεγάλο κέντρο της γλυπτικής στο Αιγαίο. Αν και είναι δύσκολο να θεωρηθεί «σχολή» με την έννοια της ενιαίας τεχνοτροπίας, της έχουν κατά καιρούς αποδοθεί μερικά από τα σημαντικότερα γλυπτά από την εποχή μετά τον Αλέξανδρο ως την εποχή του Αυγούστου (τέλος 4ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. μ.Χ.).

Ένα από τα δημοφιλέστερα έργα που βρέθηκαν στη Ρόδο και ανήκουν στην παράδοση του Λυσίππου είναι ο λεγόμενος «δεόμενος του Βερολίνου». Πρόκειται για μια μορφή γυμνού νέου που θεωρήθηκε Γανυμήδης ή αυτοστεφανούμενος αθλητής. Χρονολογείται γύρω στο 300 π.Χ. και τα χέρια του από την αρχή των μπράτσων και πέρα είναι νεότερη αυθαίρετη αποκατάσταση.

Μαθητής του Λυσίππου ήταν και ο Χάρης, ο χαλκουργός του κολοσσού της Ρόδου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή. Άλλωστε στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. χρονολογούνται και οι πολυάριθμοι φούρνοι χύτευσης ορειχάλκου που βρέθηκαν γύρω από την αρχαία πόλη της Ρόδου. Ροδιακό εύρημα και δημιουργία είναι επίσης ένας χάλκινος κοιμώμενος Έρωτας στη Νέα Υόρκη (β΄ μισό του 2ου αι. π.Χ.).

Από τα μαρμάρινα γλυπτά ξεχωρίζουν μια κεφαλή του θεού Ήλιου (250-160 π.Χ.), χαρακτηριστική του ελληνιστικού μπαρόκ, και ορισμένα μικρογραφικά αντίγραφα γνωστών έργων: του Ασκληπιού, του Δία της Περγάμου, της λουομένης Αφροδίτης του Δοιδάλσα, και μερικών νυμφών.

Η εμβληματική Νίκη της Σαμοθράκης έχει αποδοθεί στη Ρόδο, όχι μόνο εξαιτίας του ροδιακού λίθου της βάσης της, αλλά και του δυναμισμού που αποπνέει το έργο. Φαίνεται πως αφιερώθηκε περίπου το 190 π.Χ. με αφορμή κάποια ναυτική νίκη των Ροδίων στον πόλεμο με τον Αντίοχο Γ΄.

Από τα μεγάλα συμπλέγματα με πολλές μορφές αξίζει να αναφέρουμε εκείνο της τιμωρίας της Δίρκης από το Ζήθο και τον Αμφίωνα, που η φιλολογική παράδοση αποδίδει στους γλύπτες Απολλώνιο και Ταυρίσκο. Είναι γνωστό από ένα ρωμαϊκό αντίγραφο με πολλές αυθαίρετες αποκαταστάσεις και ανεπαρκές για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ροδιακή γλυπτική της εποχής.

Περισσότερο γνωστό είναι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα και των γιων του στο Βατικανό. Υπογράφεται από τους Ρόδιους Αγήσανδρο, Πολύδωρο και Αθηνόδωρο. Στους ίδιους οφείλεται και μια σκηνογραφική εγκατάσταση γλυπτών από τη Σπρελόνγκα, νότια της Ρώμης, που απεικονίζουν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στα επεισόδια της Σκύλλας και του Πολύφημου. Και τα δύο συμπλέγματα θεωρήθηκαν για χρόνια αντίγραφα έργων του 3ου ή 2ου αι. π.Χ. φτιαγμένα την εποχή του Καίσαρα. Η νεότερη έρευνα ωστόσο τείνει να τα θεωρήσει πρωτότυπες δημιουργίες των χρόνων μεταξύ του Καίσαρα και του Τιβέριου (40 π.Χ.- 25 μ.Χ.).

5.2. Μήλος

Από τη Μήλο προέρχονται κυρίως δύο ελληνιστικά αγάλματα: ο Ποσειδώνας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και η Αφροδίτη του Λούβρου. Η Αφροδίτη, που πιθανόν να μην είναι Αφροδίτη αλλά Αμφιτρίτη, έχει λάβει διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου της ομορφιάς. Πρόκειται για έργο ενός κατά τα άλλα άγνωστου καλλιτέχνη από την Αντιόχεια στο Μαίανδρο της Μικράς Ασίας και χρονολογείται περίπου στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όπως και ο Ποσειδώνας. Αν και συνδυάζει επιτυχημένα στοιχεία της Κλασικής περιόδου με τάσεις και τεχνικές λύσεις του 2ου αι. π.Χ., αποτελεί παράλληλα το κατεξοχήν παράδειγμα αποσπασματικής πρόσληψης και άκριτης εξιδανίκευσης της αρχαίας τέχνης στη σύγχρονη εποχή.

5.3. Δήλος

Η γλυπτική της Δήλου και κυρίως τα έργα του 1ου αι. π.Χ. αποτελούν στην ουσία μετάβαση από τα ελληνιστικά στα ρωμαϊκά πρότυπα. Ορισμένα, όπως η Αφροδίτη με τον Πάνα (τέλος 2ου αι. π.Χ.), συνεχίζουν τις αναζητήσεις του ροδιακού «είδους» (genre) στο πλαίσιο του ελληνιστικού ροκοκό. Αλλά κυρίως τα τιμητικά και αναθηματικά αγάλματα αξιωματούχων προετοιμάζουν την έλευση του ρωμαϊκού πορτρέτου, καθώς συνθέτουν γνωστούς αγαλματικούς τύπους αθλητών και φιλοσόφων με εικονιστικές κεφαλές προχωρημένου ρεαλισμού. Την εποχή αυτή αρχίζει η μαζική παραγωγή αντιγράφων φημισμένων έργων της ελληνικής γλυπτικής για τη ρωμαϊκή αριστοκρατία, όπως ο Διαδούμενος του Πολύκλειτου, που βρέθηκε σε οικία της Δήλου.

5.4. Κως

Η Κως έχει δώσει μια πλούσια σειρά αγαλμάτων του 3ου και 2ου αι. π.Χ. από ιερά και οικίες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Δήμητρας και Κόρης, ένα επιτύμβιο αγένειου αθλητή, ένας καθιστός Ερμής με κριάρι, μια βάση τραπεζιού με ανάπλαση του γνωστού τύπου του Μαρσύα, και μερικά αγάλματα γυναικών που φορούν τις χαρακτηριστικές λεπτές κώιες εσθήτες, κάτω από τις οποίες διακρίνεται ένα χοντρότερο ύφασμα.

6. Σύνοψη

Η χρυσή εποχή της γλυπτικής στο Αιγαίο ήταν, όπως και για την κοινωνία του, η αρχαϊκή. Κυριαρχούσαν οι σχολές της Νάξου, Σάμου, Χίου και Πάρου, με ακτινοβολία σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό κόσμο. Οι σχολές αυτές συνέβαλαν άμεσα τόσο στη γέννηση όσο και στην αρχική διαμόρφωση της ελληνικής μνημειακής γλυπτικής. Στα Πρώιμα Κλασικά χρόνια η Πάρος με το καλύτερο μάρμαρο βρέθηκε στην πρωτοπορία και η επιρροή της άγγιξε σημαντικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Ολυμπία. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. η Αθήνα ήταν ήδη χωρίς ανταγωνισμό στη γλυπτική και τα πρότυπά της απλώθηκαν σε ολόκληρο το Αιγαίο και ακόμα μακρύτερα. Στην Ελληνιστική περίοδο η ναυτική και ακμάζουσα Ρόδος κέρδισε τη φήμη της στη γλυπτική, έχοντας ως μόνο αξιόλογο αντίπαλο την Πέργαμο. Διεύρυνε το ρεπερτόριό της και καλλιέργησε άλλοτε τη συναισθηματική ένταση και έκφραση στα γλυπτά, και άλλοτε το χαριτωμένο παιχνίδισμα του «είδους». Στη Δήλο των εμπορικών συναλλαγών και της ελληνορωμαϊκής συνύπαρξης συνέβη η τελευταία αναλαμπή της γλυπτικής στον αιγαιακό χώρο, προτού κυριευθεί από αντιγραφές, ομοιομορφία και πρόχειρες εκτελέσεις.



Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


. Πρωτογεωμετρική κεραμική

Η γεωγραφική και η πολιτική πολυδιάσπαση των νησιών του Αιγαίου κατά την 1η χιλιετία π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, τη γέννηση μιας σειράς κεραμικών ρυθμών. Πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για την παραγωγή της κεραμικής στο χώρο του Αιγαίου κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (1050-900 π.Χ.). Πολλά από τα αγγεία της περιόδου, τόσο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου όσο και στη Μικρά Ασία, μαρτυρούν την αττική επίδραση, επιβεβαιώνοντας την ιστορική παράδοση που θέλει τις περιοχές αυτές να εποικίζονται από την Αθήνα. Κατά την Ύστερη Πρωτογεωμετρική περίοδο (950-900 π.Χ.), κυρίαρχο στοιχείο στις Κυκλάδες είναι οι επιδράσεις από την Εύβοια, που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγγείων που μοιάζουν πολύ με τα ευβοϊκά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει ο σκύφος, είδος πήλινου ποτηριού, με κρεμάμενα ημικύκλια. Θα χρειάζονταν εργαστηριακές αναλύσεις του πηλού για να αποφασίσει κανείς ποια από τα αγγεία της συγκεκριμένης ομάδας έχουν παραχθεί στον κυκλαδικό χώρο, ποια είναι ευβοϊκά και ποια είναι απομιμήσεις από άλλες περιοχές, από τη Συρία ως την Ιταλία, όπου απαντούν δείγματα. Το συγκεκριμένο κεραμικό σχήμα έχει πολύ μακρά διάρκεια ζωής και ορισμένες μελέτες ανάγουν το τέλος του στον 8ο αι. π.Χ.

2. Γεωμετρική κεραμική

Κατά την επόμενη φάση, τη Γεωμετρική περίοδο (900-700 π.Χ.), οι κεραμείς των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων διατηρούν το ενδιαφέρον τους για τα αττικά προϊόντα, κυρίως για τους μεγάλους ταφικούς αμφορείς. Τόσο οι απομιμήσεις όσο και οι εισαγωγές είναι συχνές. Ιδιαίτερα κατά τη Μέση Γεωμετρική περίοδο (850-750 π.Χ.), όταν εγκαθιδρύεται ένα είδος «πολιτισμικής κοινής», τα αγγεία του αιγαιακού χώρου μοιάζουν πολύ με τα αντίστοιχά τους αττικά. Μια ενδιαφέρουσα ομάδα παράγεται στη Ρόδο, όπου το αγαπημένο σχήμα είναι ο κρατήρας με ψηλό πόδι και διακόσμηση γεωμετρικού χαρακτήρα μέσα σε μετόπη (μαίανδρος, δέντρο της ζωής κλπ.). Κατά την τελευταία φάση της Γεωμετρικής περιόδου (750-700 π.Χ.) παρατηρείται το φαινόμενο της έντονης πολυδιάσπασης των ρυθμών, που χαρακτηρίζει το σύνολο του ελληνικού χώρου εκείνη την περίοδο. Στις Κυκλάδες αναπτύσσεται ιδιαίτερα το θηραϊκό και το μηλιακό εργαστήριο, που παράγουν στιβαρά αγγεία (κυρίως κρατήρες και αμφορείς με ψηλό πόδι), ενώ στη Νάξο και στην Πάρο τα εργαστήρια διατηρούν μια επαφή με την Αττική. Ειδικά στην Πάρο, αξίζει να τονιστεί το σημαντικότατο εύρημα του Πολυανδρίου της Παροικιάς, όπου ανακαλύφθηκαν δύο ομαδικοί τάφοι με πάνω από διακόσια αγγεία. Δύο από αυτά διακοσμούνται με ζωηρές σκηνές μάχης και συγκαταλέγονται μεταξύ των πρωιμότερων εικονιστικών παραστάσεων με αφηγηματικό περιεχόμενο στην ελληνική τέχνη. Στη Ρόδο, κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, απομακρυνόμαστε επιτέλους από την αττική επιρροή. Παρατηρείται έντονη πρόσμειξη φοινικικών και κυπριακών στοιχείων στην κεραμική του νησιού, ως αποτέλεσμα της κομβικής του θέσης μεταξύ Ανατολής και Ελλάδας. Αγγεία της σχολής αυτής εξάγονται σε μεγάλους αριθμούς στη Δύση, όπως μαρτυρά και η περίφημη κοτύλη (αγγείο πόσεως με δύο οριζόντιες λαβές) του Νέστορα, με την πρωιμότερη έμμετρη επιγραφή στην ελληνική γλώσσα, που βρέθηκε σε τάφο ενός παιδιού φοινικικής καταγωγής στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών στην Καμπανία. Αγαπημένα σχήματα είναι οι σφαιρικές φλάσκες, οι κάνθαροι και οι κρατήρες με ψηλό πόδι. Βορειότερα, στη Χίο, αντιγράφονται οι λεγόμενοι σκύφοι με πτηνά, προϊόντα που εντοπίζονται στη βόρεια Ιωνία, ενώ η Σάμος συνεχίζει την αττικίζουσα παράδοση, με σκηνές πρόθεσης και γεωμετρικούς κρατήρες με ψηλό πόδι και γεωμετρική διακόσμηση.

3. Ανατολίζουσα κεραμική

Κατά την Ανατολίζουσα περίοδο (7ος αι. π.Χ.), τα εργαστήρια των νησιών του Αιγαίου ακμάζουν ιδιαίτερα. Σε πολλές περιοχές, όπως στη Χίο, ή ακόμα και τις Κυκλάδες, συνεχίζεται η παραγωγή αγγείων υπογεωμετρικού χαρακτήρα, με προεξάρχον σχήμα την κοτύλη με πτηνά, όπου το ανατολίζον, κορινθιακό σχήμα «παντρεύεται» με τη γεωμετρικού τύπου διακόσμηση και τα στιλιζαρισμένα πτηνά. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ιταλία, όπου οι θαλασσοπόροι του Αιγαίου δραστηριοποιούνται πλέον έντονα. Σάμιοι, Χίοι και Ρόδιοι ναυτικοί συγκαταλέγονται μεταξύ των δυναμικότερων εμπόρων και ιδρυτών αποικιών, τόσο στη Δύση όσο και στη Μαύρη θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική. Κυρίαρχη όμως τάση πλέον είναι η απαλοιφή των γεωμετρικών κοσμημάτων και η αντικατάστασή τους με μοτίβα που εισάγονται από την τέχνη της Ανατολής: καμπυλόγραμμα φυτικά κοσμήματα (ρόδακες, ανθέμια, πλόχμοι), που συνδυάζονται με γραμμικά κοσμήματα και πλαισιώνουν μεγαλόσωμες και αρκετά απλοϊκές μορφές ζώων που βόσκουν, λιονταριών και πτηνών. Αρκετές από τις ομάδες κεραμικών που προέρχονται από τη Δήλο διακοσμούνται με υπογεωμετρικά ζώα, αν και τα σχήματα γνωρίζουν πλέον εξέλιξη. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το γραμμικό νησιωτικό ρυθμό των μέσων του 7ου αι. π.Χ., που φαίνεται πως ήταν δημοφιλής σε όλες τις περιοχές των Κυκλάδων, αλλά κεραμικά αυτού του ρυθμού παρασκευάζονταν κυρίως στη Θήρα ή την Πάρο. Ένα από τα αριστουργήματα της κυκλαδικής αγγειογραφίας είναι η οινοχόη (δοχείο άντλησης κρασιού από τους κρατήρες) από την Αίγινα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, με ανάγλυφη κεφαλή γρύπα στο στόμιο και σκηνή λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι και αλόγου που βόσκει στο σώμα. Το κυριότερο ανατολίζον εργαστήριο της περιοχής εντοπίζεται στην Πάρο και είναι το εσφαλμένα αποκαλούμενο «μηλιακό» εργαστήριο. Χαρακτηριστικοί είναι οι μεγάλοι ταφικοί πιθαμφορείς με ψηλό πόδι, παλαιότερο σχήμα που όμως εμπλουτίζεται με τεχνοτροπία δανεισμένη από το ρυθμό των Αιγάγρων της Μιλήτου και των Κλαζομενών και παράγει αξιόλογες παραστάσεις, με άρματα και σκηνές μάχης. Συχνότερα πάντως απαντούν τα πινάκια με ωραίες εικονιστικές παραστάσεις (που τα συναντάμε και στη Θάσο), καθώς και οι μικρού μεγέθους υδρίες, με διακόσμηση από γυναικείες προτομές με την τεχνική του περιγράμματος. Γενικά στον κυκλαδικό χώρο παρατηρείται μια τάση πολυχρωμίας, την οποία μεταφέρουν μετανάστες κεραμείς και στο σικελικό χώρο, ιδιαίτερα στις Συρακούσες. Στη Χίο εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαστήριο με πολύχρωμα αγγεία με λευκό επίχρισμα. Χαρακτηριστικότερο σχήμα είναι ο κάλυκας, αγγείο με κωνικό πόδι και δύο οριζόντιες λαβές. Ο ρυθμός εμπνέεται αρχικά από το σύγχρονο μέσο ρυθμό των Αιγάγρων, ενώ αργότερα αναπτύσσεται ανεξάρτητα. Πολλά αγγεία του ρυθμού αυτού έχουν βρεθεί στη Ναύκρατι και την Αίγινα.

Νοτιότερα, στη Ρόδο, οι κεραμείς ακολουθούν ως επί το πλείστον τις παραδόσεις της γειτονικής Μιλήτου. Εισάγουν αγγεία του ρυθμού των Αιγάγρων και παράγουν απομιμήσεις σε απλούστερο στιλ ή αμφορείς όχι ιδιαίτερα δουλεμένους με χοντροκομμένα σχέδια ζώων. Η σημαντικότερη ομάδα αγγείων από τη Ρόδο χρονολογείται στον ύστερο 7ο και τον πρώιμο 6ο αι. π.Χ. Πρόκειται για τις κύλικες και τους αμφορείς του ρυθμού των Βρουλίων, όπου συνδυάζεται η υπογεωμετρική παράδοση με εγχάρακτα και γεμισμένα με ερυθρό και μαύρο βερνίκι φυτικά κοσμήματα ανατολίζουσας έμπνευσης. Ροδιακά είναι, πιθανότατα, τα ωραία πινάκια με εικονιστικές παραστάσεις. Το πιο αξιόλογο αγγείο της ομάδας αυτής είναι το πινάκιο του Βρετανικού Μουσείου με παράσταση μονομαχίας του Έκτορα και του Μενέλαου πάνω από το νεκρό Εύφορβο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιγραφές που συνοδεύουν τις μορφές είναι σε αργολικό αλφάβητο, υποδηλώνοντας προφανώς την παρουσία ενός μετανάστη αγγειογράφου.

4. Αρχαϊκή και κλασική κεραμική

Ο 6ος αι. π.Χ. αποτελεί το απόγειο της κεραμικής παραγωγής του αιγαιακού χώρου. Στα ακμάζοντα εργαστήρια της Χίου, παράγονται πλέον κάλυκες που διακοσμούνται με την πολύχρωμη, και αργότερα με τη μελανόμορφη τεχνική. Στη Ρόδο συναντάμε κυρίως πλαστικά αγγεία, σε ευφάνταστα σχήματα (φαλλόσχημα, κεφαλές οπλιτών, υποδημένα με σανδάλια πόδια, πίθηκοι, ο Αιγύπτιος θεός Bes), πολλές φορές με βάση την τεχνική εφυάλωσης που είναι γνωστή ως φαγεντιανή και θεματικές και τεχνοτροπικές επιρροές από τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στη Ρόδο αποδίδονται επίσης και οι λεγόμενοι «κάδοι», μονοκόμματοι αμφορείς, με μελανόμορφες μυθολογικές παραστάσεις, που προέρχονται κυρίως από αιγυπτιακές θέσεις. Το σημαντικότερο είναι το εργαστήριο της Σάμου, όπου παράγονται οι μικρογραφικές μελανόμορφες κύλικες και οι αμφιπρόσωποι πλαστικοί κάνθαροι (αγγεία πόσεως με δύο ψηλές, κάθετες λαβές, ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας), που εξάγονται στην Ετρουρία ή αφιερώνονται στο τοπικό Ηραίο. Στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ., οι μετρημένες εισαγωγές κορινθιακών αγγείων αντικαθίστανται από τις κατά πολύ μαζικότερες εισαγωγές αττικών μελανόμορφων. Η τάση αυτή οδηγεί σταδιακά σε μαρασμό τα νησιωτικά εργαστήρια. Σε συνδυασμό με την περσική κατάκτηση και την επακόλουθη κυριαρχία της Αθήνας στο Αιγαίο, η κεραμική παραγωγή γνωρίζει παρακμή ή σταματά εντελώς στα περισσότερα κέντρα, καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., είτε περιορίζεται στην παραγωγή εμπορικών αμφορέων και μελαμβαφών αγγείων.

5. Ελληνιστική και ρωμαϊκή κεραμική

Στην Ελληνιστική περίοδο, ο διαχωρισμός των κεραμικών εργαστηρίων των νήσων του ανατολικού Αιγαίου από τα αντίστοιχα της Μικράς Ασίας δεν είναι πάντα εφικτός. Στη Ρόδο κυριαρχεί ο ρυθμός της Hadra, ένας απόηχος του μελανόμορφου ρυθμού με τον οποίο διακοσμούνται υδρίες ταφικής χρήσης. Ενδέχεται πολλά από τα αγγεία αυτά να μην είναι επιχώρια, αλλά εισαγωγές από την Κρήτη. Ιδιαίτερα δημοφιλής στη Ρόδο και τη Χάλκη είναι και ο τύπος της σταμνοειδούς πυξίδας. Απομιμήσεις του αττικού ρυθμού της δυτικής κλιτύος (μελανό βάθος με διακόσμηση σε επίθετο λευκό και ερυθρό χρώμα και σχήματα όπως αμφορείς, κάνθαροι και σκύφοι) απαντούν στη Δήλο και πιθανότατα και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Κατά τον 3ο και 2ο αι. π.Χ. εργαστήρια παραγωγής των λεγόμενων «μεγαρικών σκύφων» υπήρχαν σε όλο τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο. Στο Αιγαίο η παραγωγή αυτού του εξαιρετικά διαδεδομένου τύπου έχει διαπιστωθεί στη Λήμνο, τη Σάμο, την Αμοργό και είναι πολύ πιθανή στη Δήλο και τη Ρόδο.

Το ίδιο ισχύει και για τους εφυαλωμένους σκύφους που απομιμούνται σε μορφή και χρώμα χάλκινα και αργυρά αγγεία και θεωρείται ότι παράγονταν σε κέντρα όπως η Μυτιλήνη και η Πέργη της Μικράς Ασίας. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, τέλος, ορισμένα από τα κέντρα της ανατολικής sigillata, που σε γενικές γραμμές επιχωριάζει στη Μικρά Ασία και την Αντιόχεια, δραστηριοποιούνταν και στα νησιά του Αιγαίου.



Ο ΦΥΣΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Μεταλλεύματα και ορυκτά

Τα νησιά του Αιγαίου παρουσιάζουν ήδη από την Αρχαιότητα ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά το φυσικό τους πλούτο, λόγω της μεγάλης ποικιλίας χρήσιμων ορυκτών που κρύβουν στο υπέδαφός τους. Είναι γνωστά τα αρχαία λατομεία οψιανού στη θέση Νύχια της Μήλου, όπου οι αρχαίοι λατόμοι εξόρυσσαν τα κομμάτια του οψιανού και κατασκεύαζαν εργαλεία, όπως μαρτυρούν και οι σωροί των προϊόντων λατόμευσης που διατηρούνται ως τις μέρες μας.

Γνωστά επίσης από την Αρχαιότητα είναι τα μάρμαρα της Πάρου, της Νάξου, της Θάσου, της Χίου και της Τήνου. Το παριανό μάρμαρο ήταν γνωστό στους αρχαίους ως Παρία λίθος ή λυχνίτης, γιατί η εκμετάλλευση γινόταν σε υπόγειες στοές με το φως των λυχναριών. Πρόκειται για μάρμαρο λευκό, ομογενές, με χαρακτηριστική αυτοακτινοβολία και μεγάλη διαπερατότητα από το ηλιακό φως. Από παριανό μάρμαρο έχουν κατασκευαστεί μερικά από τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής και πλαστικής (π.χ. η Νίκη του Παιωνίου, ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κ.ά.).

Το μάρμαρο της Νάξου που εμφανίζεται κυρίως στο δυτικό τμήμα του νησιού ήταν γνωστό από την Αρχαιότητα και συναγωνιζόταν σε ποιότητα αυτό της γειτονικής Πάρου. Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλη κλίμακα στα οικοδομήματα και τα γλυπτά των ιερών χώρων της Δήλου και των Δελφών, ενώ και το φημισμένο Άνδηρο των Λεόντων στη Δήλο είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο Νάξου. Τα λευκά μάρμαρα της Θάσου ανήκουν στα μεταμορφωμένα πετρώματα της ενότητας Παγγαίου της μάζας της Ροδόπης τα οποία καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του νησιού. Η συστηματική εκμετάλλευση των μαρμάρων ξεκίνησε στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. από Πάριους αποίκους. Σήμερα, τα μάρμαρα της Θάσου, κυρίως τα δολομιτικά μάρμαρα που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της, είναι περιζήτητα.

Στη Σίφνο υπάρχουν γνωστά μεταλλεύματα από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους, ενώ η σημασία του νησιού ήταν μεγάλη κατά την Αρχαιότητα, αφού λειτουργούσε ως ένα από τα σημαντικότερα μεταλλευτικά κέντρα αργυρούχων κοιτασμάτων μολύβδου, ψευδαργύρου και χαλκού.

Σήμερα, παρά το γεγονός ότι οι μέθοδοι εκμετάλλευσης βελτιώθηκαν και τα πεδία εφαρμογής των μετάλλων και των άλλων ορυκτών συνεχώς αυξάνονται, πολλές φορές οι τεχνικοοικονομικοί όροι της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων, δηλαδή οι όροι που έχουν σχέση με τη σύσταση, την υφή, τα αποθέματα, καθώς και τη μεταφορά του μεταλλεύματος, περιορίζουν αισθητά τις δυνατότητες αξιοποίησής τους στο χώρο του Αιγαίου.

Εκμεταλλεύσιμα είναι κυρίως τα κοιτάσματα βιομηχανικών ορυκτών και λατομικών προϊόντων, όπως της γύψου, του καολίνη, του περλίτη, του μπετονίτη και άλλων, τα οποία εξορύσσονται από διάφορα νησιά. Σημαντική εκμετάλλευση γίνεται και στα κοιτάσματα βαρίτη (Μήλος, Μύκονος) και σιδήρου (Σέριφος).

Ακολουθεί μια προσπάθεια σύντομης καταγραφής των σημαντικότερων κοιτασμάτων στο χώρο του Αιγαίου με αναφορά των νησιών στα οποία έχει βρεθεί το συγκεκριμένο κοίτασμα.

Στην Πάρο, στην περιοχή Θαψανά, συναντάται αξιόλογο κοίτασμα μαγγανίου υδροθερμικής γένεσης. Επίσης στη Μήλο, στην περιοχή Βάνι, εμφανίζεται μεταλλοφορία μαγγανίου που συνδέεται με την πρόσφατη ηφαιστειακή δραστηριότητα του νησιού.

Βωξίτης, δηλαδή το μοναδικό μετάλλευμα από το οποίο παραλαμβάνεται το αργίλιο, εμφανίζεται σε μικρής έκτασης κοιτάσματα στην Αμοργό, τη Σκόπελο, τη νότια Χίο και τη Σάμο.

Μεγάλα κοιτάσματα γύψου βρίσκονται κυρίως στην Κρήτη (Σητεία, Χανιά, Ιεράπετρα κτλ.) και την Κάσο, όπως επίσης στη Ρόδο και την Κάρπαθο.

Στη Σκύρο εμφανίζεται μεταλλοφορία χαλκού, με μέση περιεκτικότητα σε χαλκό περίπου 6%.

Σε διάφορες περιοχές του Αιγαίου έχουν βρεθεί ιζηματογενή κοιτάσματα οργανικής προέλευσης, τα οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στους μη ειδικούς: λιθάνθρακες στη Χίο, σημαντικά κοιτάσματα λιγνίτη στην Κρήτη, λιγνίτες μικρότερης σημασίας στην Κω, τη Ρόδο, τη Λέσβο και την Αλόννησο.

Κοιτάσματα που προέρχονται από χημική εξαλλοίωση, καθώς και λατομικά προϊόντα έχουν βρεθεί σε νησιά που είτε πρόσφατα είτε παλαιότερα εμφάνισαν έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα. Σε αυτά ανήκει ο περλίτης στη Μήλο και την Κω. Αντίστοιχα κοιτάσματα υπάρχουν επίσης στο Γυαλί Νισύρου, στη Λέσβο και την Αντίπαρο. Μπετονίτης έχει εντοπιστεί στη Μήλο και την Κίμωλο, ενώ μικρότερης σημασίας κοιτάσματα βρίσκονται επίσης στη Λέσβο και τη Χίο. Πρόκειται για κοιτάσματα που έχουν σχηματιστεί από την εξαλλοίωση ηφαιστειακών πετρωμάτων.

Τα μεγαλύτερα κοιτάσματα καολίνη έχουν βρεθεί στη Μήλο ενώ εμφανίσεις έχουμε και στα νησιά Λέσβος και Κίμωλος. Ελαφρόπετρα (κίσσηρη) καθώς και θηραϊκή γη που αποτελείται από κίσσηρη και ηφαιστειακούς τόφφους υπάρχει στη Θήρα. Θειοχώματα με σημαντική εκμετάλλευση, καθώς επίσης και αξιόλογα κοιτάσματα αλουνίτη (στυπτηριάτης) βρίσκονται στη Μήλο. Η εμφάνιση του θείου είναι αποτέλεσμα της έντονης υδροθερμικής δραστηριότητας η οποία είναι ενεργή και σήμερα στο νησί. Απόδειξη αποτελούν οι επιφανειακές μετρήσεις που δίνουν θερμοκρασίες που πλησιάζουν τους 100οC.

Στη Νάξο καθώς επίσης και στα κοντινά σε αυτή νησιά εμφανίζονται σημαντικά κοιτάσματα σμύριδας. Πρόκειται για σχηματισμό πλούσιο σε κορούνδιο και προέρχεται από τη μεταμόρφωση παλαιότερων σωμάτων καρστικού βωξίτη. Τα σώματα της σμύριδας έχουν συνήθως ακανόνιστο φακοειδές σχήμα και βρίσκονται μέσα στα μάρμαρα του μεταμορφωμένου συστήματος πετρωμάτων του νησιού. Η μεταμόρφωση του βωξίτη και ο αντίστοιχος σχηματισμός της σμύριδας έλαβε χώρα στα δύο μεταμορφικά γεγονότα που αναφέρονται για τη νήσο, κατά το Ηώκαινο και στο τέλος του Ολιγοκαίνου αντίστοιχα, και ήταν πρασινοσχιστολιθικής φάσης. Από χημικής άποψης διακρίνονται τρεις τύποι σμύριδας στη Νάξο – ο εμπορεύσιμος τύπος αποτελείται κυρίως από κορούνδιο και οξείδια σιδήρου και τιτανίου (ρουτίλιο, αιματίτη, μαγνητίτη, ιλμενίτη), και είναι πλούσιος σε Al2O3 και φτωχός σε SiO2.

Μικρά κοιτάσματα χρωμίτη έχουν βρεθεί στη Ρόδο, ενώ θειούχα κοιτάσματα νικελίου, χαλκού και σιδήρου υπάρχουν στη Σκύρο.

Μολυβδαινίτης έχει εντοπιστεί στο χωριό Στύψη της Λέσβου, ενώ στην περιοχή της Αχλαδερής Λέσβου, μέσα στα υπερβασικά πετρώματα του οφιολιθικού καλύμματος του νησιού, υπάρχουν κοιτάσματα λευκόλιθου (μαγνησίτης), τα οποία αναπτύσσονται με τη μορφή φλεβών. Όπως μαρτυρούν εγκαταλελειμμένες στοές καθώς και σωροί από μαγνησίτη, στην περιοχή αυτή παλαιότερα γινόταν εκμετάλλευση του μαγνησίτη, που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή συνθετικών προϊόντων μαγνησίου και μεταλλικού μαγνησίου, ενώ οι χρήσεις του εξαπλώνονται επίσης στις κατασκευές κτηρίων και στη μεταλλουργική βιομηχανία. Οι φλέβες μαγνησίτη καταλαμβάνουν θραυσιγενείς ζώνες των υπερβασικών πετρωμάτων και προήλθαν από αποσύνθεση του σερπεντινίτη κατά τη διάρκεια φαινομένων μεταμόρφωσης.

Εμφανίσεις μικτών θειούχων κοιτασμάτων γαληνίτη, σφαλερίτη, σιδηροπυρίτη βρίσκονται σε πολλά νησιά του νότιου Αιγαίου, καθώς και στη Θάσο και τη Σαμοθράκη, χωρίς ωστόσο να γίνεται εκμετάλλευση αυτών. Στη Θάσο το μετάλλευμα αυτό εμφανίζεται με τη μορφή φλεβών και θυλάκων αντικατάστασης και συνίσταται από σμισθονίτη, ημιμορφίτη, υδροζιγκίτη, σφαλερίτη, βουρτσίτη, γαληνίτη, κερουσίτη, βαρύτη και αγγλεσίτη. Η ποιότητα του μεταλλεύματος παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις. Η περιεκτικότητά του σε ψευδάργυρο τοπικά φθάνει σε πολύ υψηλές τιμές, ως και 40%, ενώ σε μόλυβδο ως και 26%.

Μαγγανιομεταλλεύματα υπάρχουν στη Λέσβο, τη Σάμο, την Ικαρία, την Πάρο και την Αντίπαρο.

Σημαντικά σιδηρομεταλλεύματα υπάρχουν στη Θάσο, τη Σέριφο και τη δυτική Κρήτη, ενώ μικρότερης σημασίας κοιτάσματα βρίσκονται σε πολλά νησιά των Κυκλάδων.

Στη Σέριφο απαντάται η πιο εντυπωσιακή εμφάνιση μεταλλοφορίας τύπου skarn στην Ελλάδα. Η σημαντική αυτή εμφάνιση σχηματίστηκε κατά τη διείσδυση ενός μαγματικού σώματος (γρανοδιορίτη) μέσα σε μια σειρά μεταμορφωμένων ιζημάτων (μαρμαρυγιακοί σχιστόλιθοι, μάρμαρα και γνεύσιοι), προκαλώντας έντονη μεταμόρφωση επαφής. Τα κυριότερα ορυκτά που παρατηρούνται στο skarn της Σερίφου είναι γρανάτες, διοψίδιος, μαγνητίτης, βολλαστονίτης και σκαπόλιθος. Από τα μεταλλικά ορυκτά των skarns της Σερίφου οικονομικό ενδιαφέρον παρουσίαζε στο παρελθόν ο μαγνητίτης. Χαρακτηριστική επίσης είναι η ύπαρξη μιας μορφής χαλαζία, του πράσινου χαλαζία (πράσιος), η οποία είναι μοναδική στην Ελλάδα.

Αντιμονίτης έχει εντοπιστεί σε περιοχές της Χίου – πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του χωριού Κέραμος υπάρχουν εμφανίσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο εκμετάλλευσης στο παρελθόν. Πρόκειται για φλεβικής μορφής μετάλλευμα το οποίο συνίσταται από αντιμονίτη και χαλαζία.

Μεγάλα κοιτάσματα βαρίτη υπάρχουν στη Μήλο, την Κω, την Κίμωλο, τη Μύκονο και στο Δραγονήσι. Από αυτά εκμετάλλευση γίνεται σε αυτά της Μήλου και της Μυκόνου. Αμίαντος βρίσκεται στη Σάμο και την Ανάφη.

Στη βόρεια Λέσβο, μέσα σε ηφαιστειακά πετρώματα, αναπτύσσεται ένα σύστημα χαλαζιακών φλεβών, το οποίο φιλοξενεί μία επιθερμική μεταλλοφορία χρυσού και αργύρου. Στις περιοχές αυτές έλαβε χώρα κατά τη Βυζαντινή εποχή περιορισμένη εκμετάλλευση των βασικών μετάλλων, κυρίως του μολύβδου, του ψευδαργύρου και του χαλκού, που συνδέονται με τη μεταλλοφορία του χρυσού και του αργύρου, όπως μαρτυρούν κάποιες εγκαταλελειμμένες στοές. Επίσης στη δυτική πλευρά της Θάσου συναντώνται κοιτάσματα μολύβδου και ψευδαργύρου και στη βορειοανατολική και ανατολική πλευρά κοιτάσματα χρυσού.

Ο υποθαλάσσιος χώρος του Αιγαίου παραμένει σχετικά ανεξερεύνητος και με άγνωστες, εκτός από το πετρέλαιο, πλουτοπαραγωγικές δυνατότητες σε μεταλλεύματα και χρήσιμες ύλες. Από το 1938, οπότε και ξεκίνησαν οι έρευνες για πετρέλαιο στο χώρο του Αιγαίου, έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες με μόνη επιτυχή μέχρι σήμερα, σε ό,τι αφορά στις δυνατότητες εκμετάλλευσής της, αυτή στην περιοχή του Πρίνου νότια της Καβάλας.

2. Βιογεωγραφία του Αιγαίου

2. 1. Χλωρίδα

Σε ό,τι αφορά τη βιογεωγραφία του Αιγαίου, επισημαίνεται ότι στη μεγαλύτερη έκτασή τους τα νησιά του Αιγαίου καθώς και οι ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας καλύπτονται από μεσογειακά οικοσυστήματα, τα μακί και τα φρύγανα, με τα ιδιαίτερα και τυπικά φυτά της Mεσογείου που είναι προσαρμοσμένα στις μακριές περιόδους ξηρασίας, στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, στη σύντομη περίοδο των βροχοπτώσεων, στην έντονη ηλιοφάνεια, στο μικρό βάθος εδάφους αλλά και στην ανθρώπινη επέμβαση.

Η μακία βλάστηση είναι ένα πυκνό και σχεδόν αδιαπέραστο σύμπλεγμα από ψηλούς θάμνους και μικρά δένδρα, όπου κυριαρχούν το πουρνάρι Quercus coccifera L., η φυλλίρεα Phillyrea latifolia και Phillyrea media L., η κοκορεβυθιά Pistacia terebinthus L. και το σχίνο Pistacia lentiscus. Όπου τα εδάφη είναι πιο φτωχά ή υπάρχει έντονη βόσκηση συναντώνται τα φρύγανα που πήραν το όνομά τους από το Θεόφραστο. Πολλά από αυτά τα είδη είναι αρωματικά και το καθένα έχει ιδιαίτερη οσμή, όπως το θυμάρι, το φασκόμηλο, η ρίγανη, η άγρια λεβάντα κ.ά.

Σε ένα άλλο μεγάλο ποσοστό τα νησιά του Αιγαίου καλύπτονται από αγροτικά οικοσυστήματα, φυσικά χερσαία ή υγροτοπικά οικοσυστήματα όπου επεμβαίνει ο άνθρωπος, είτε με καλλιέργεια της γης ελαιώνες, αμπελώνες, βοσκότοποι με θάμνους, αροτραίες (άροση= όργωμα) καλλιέργειες όπως σιτοβολώνες, λαχανικά, πατάτες κ.ά. είτε με βόσκηση. Σε μικρότερο ποσοστό συναντώνται πευκοδάση με κωνοφόρα δένδρα, όπως διάφορα είδη πεύκων, κυπαρίσσια και κέδροι ανάλογα με την περιοχή. Μερικές φορές στις περιοχές όπου τα κωνοφόρα είναι αραιά συναντώνται φρύγανα ή μακία. Λιγότερο συχνά συναντώνται χερσαίοι υγρότοποι χείμαρροι, ποτάμια, λίμνες, έλη με αρμυρήθρες, καλάμια, βούρλα, αρμυρίκια, ιτιές και ανάμεσα στα φυτά υπάρχουν έντομα, μαλάκια (σκώληκες, όστρακα κ.ά), καρκινοειδή (καβούρια, γαρίδες), ψάρια, ερπετά, θηλαστικά και ένας μεγάλος αριθμός πουλιών. Τα πουλιά που επισκέπτονται τους υγρότοπους, εξαιτίας της αφθονίας τροφής, των χώρων για φώλιασμα και ανάπαυση, μπορεί να είναι μόνιμα, μεταναστευτικά ή περαστικά. Πολλά από αυτά τα πουλιά είναι σπάνια ή προστατευόμενα. Κατά μήκος των περισσότερων χειμάρρων σχηματίζεται πυκνή παραχειμάρρια βλάστηση και τα χαρακτηριστικά υδρόφιλα φυτά που κυριαρχούν στη διάπλαση αυτή, όπως η λυγαριά Vitex agnus – castus , η πικροδάφνη Nerium oleader, και οι βατομουριές-βάτα Rudus fruticosus, πλατάνια Platanus orientalis, λεύκες Populus sp., κισσός Hedera helix, μυρτιές Myrtus communis κ.ά.

Σημαντικά οικοσυστήματα επίσης είναι οι ακτές. Άλλοτε είναι αμμώδεις όπου επικρατούν ιδιαίτερες συνθήκες αλατότητας, θερμοκρασίας και υγρασίας, και πρωταγωνιστούν θάμνοι ή πόες Salicornia europaea, Suaeda maritima, Salsola soda, Spergularia marina, Aster tripolium, Polypogon monspeliensis, Limonium sp., Hordeum marinum, Atriplex hastata, Eryngium maritimum,Cynodon dactylon κ.ά. και πολλές φορές με προσαρμογή σε αυτές τις συνθήκες και πολλά άλλα σπάνια και ενδημικά είδη. Άλλοτε οι ακτές είναι βραχώδεις και τα βράχια υψώνονται πολλά μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Η έλλειψη εδάφους, η αυξημένη αλατότητα και η απομόνωση δημιουργούν ιδιαίτερες συνθήκες για φυτά και ζώα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι πολυπληθείς βραχονησίδες. Σε αυτές τις περιοχές συναντώνται τα χασμόφυτα που φυτρώνουν στις κοιλότητες των βράχων όπου συγκρατείται ελάχιστο έδαφος. Επίσης στα απόκρημνα βράχια φωλιάζουν πολλά είδη αρπακτικών πουλιών όπως γεράκια, αετοί κ.ά. και θαλασσοπούλια τα οποία χρειάζονται απομονωμένες και απόκρημνες θέσεις για φώλιασμα και ψηλά σημεία που βοηθούν στην εύρεση τροφής.

2. 2. Πανίδα

Όσον αφορά την πανίδα του Αιγαίου συναντώνται χερσαία θηλαστικά:

— σαρκοφάγα όπως αλεπού, κουνάβι, νυφίτσα, ασβός, βίδρα κ.ά.

— αρτιοδάκτυλα όπως ελάφια, αγριόγιδα, αγριοκάτσικα, αγριόχοιροι

— εντομοφάγα όπως σκαντζόχοιροι, μυγαλές, ασπάλακες

— λαγόμορφα όπως κουνέλια και λαγοί

— τρωκτικά όπως σκίουροι, ποντίκια, αρουραίοι, τυφλοπόντικες κ.ά.

— νυκτερίδες

Στα οικοσυστήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω διαβιοί μεγάλος αριθμός πουλιών αρπακτικών, σποροφάγων, παρυδάτιων κ.ά., ενώ παράλληλα τα νησιά του Αιγαίου αποτελούν σταθμούς για την ξεκούραση των μεταναστευτικών πουλιών. Τα αμφίβια και τα ερπετά αποτελούν σημαντικό τμήμα της πανίδας στην περιοχή και περιλαμβάνουν φρύνους, πηλοβάτες, βάτραχους, σαλαμάνδρες, τρίτωνες, φίδια, σαύρες κ.ά.

Τα θαλασσινά νερά του Αιγαίου είναι σε γενικές γραμμές φτωχά σε ποικιλία ζωικών οργανισμών, αλλά παρά ταύτα συναντώνται είδη τόσο της Μεσογείου όσο και της Μαύρης θάλασσας, της Ερυθράς και του Ινδικού ωκεανού. Έχουν καταγραφεί 447 είδη ψαριών και χιλιάδες είδη άλλων οργανισμών όπως αστερίες, αχινοί, αχιβάδες, μύδια, στρείδια. Επίσης έχουν καταγραφεί 15 είδη θαλάσσιων θηλαστικών όπως φώκιες, δελφίνια, φάλαινες.

Η γεωγραφική θέση, το κλίμα και η μεγάλη ποικιλία βιότοπων του Αιγαίου συνθέτουν τη φυσιογνωμία της πανίδας, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη βιοποικιλότητα. Η πανίδα του Αιγαίου είναι πλουσιότατη και αποτελεί μείγμα ευρωπαϊκών, ασιατικών και αφρικανικών ειδών, μαζί με διάφορα ενδημικά είδη.

Από τα 115 είδη θηλαστικών της ελληνικής πανίδας μερικά από τα πιο σπάνια ζουν στην περιοχή του Αιγαίου. Το πλατώνι (Dama dama), γνωστό και ως ροδίτικο ελάφι, αριθμεί λίγα ζώα, τα οποία ζουν στα δάση της Ρόδου. Το αγριοκάτσικο της Κρήτης, γνωστό ως κρι κρι, ζει στο φαράγγι της Σαμαριάς και σε ορισμένα μικρά νησιά όπου έχει μεταφερθεί. Στην Κρήτη επίσης εμφανίζεται και ο πολύ σπάνιος κρητικός αγριόγατος. Επίσης το αγριοκάτσικο της Αντιμήλου ζει μόνο στο απόκρημνο νησί Αντίμηλος. Άλλα σπάνια είδη χερσαίων θηλαστικών που ζουν στο χώρο του Αιγαίου είναι ο ασιατικός σκίουρος που ζει μόνο στη Λέσβο, ο κρητικός δασομυωξός, ο ασβός της Κρήτης, ο ασβός της Ρόδου, η κηπομυγάλη της Λέσβου, το κρητικό αγριοκούνελο.

Τα θαλάσσια θηλαστικά που εμφανίζονται στο Αιγαίο είναι η μεσογειακή φώκια (μονάχους μονάχους), με πληθυσμό που δεν ξεπερνά τα 350 άτομα, το ζωνοδέλφινο, το σταχτοδέλφινο που είναι σπάνιο στο χώρο του Αιγαίου, η φώκαινα, ενώ σπανιότατα εμφανίζονται και ορισμένα είδη φαλαινών.

Σε ό,τι αφορά τα πτηνά στο Αιγαίο φωλιάζουν πολλά είδη πτηνών τα οποία δε συνταντιούνται σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, όπως ο τουρκοτσοπανάκος και το σμυρνοτσίχλονο. Επίσης ο γυπαετός αριθμεί ελάχιστα άτομα.

Όσο για τα ερπετά, στο χώρο του Αιγαίου προστατεύονται μεταξύ άλλων η οχιά της Μήλου, η δωδεκανησιακή αμφίσβαινα και η σαλαμάνδρα της Καρπάθου.



ΤΟ ΑΙΓΑΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ


Εισαγωγή

Το Αιγαίο πέλαγος, η κατάσπαρτη από μικρά και μεγάλα νησιά θάλασσα, που οι αρχαίοι Έλληνες της έδωσαν το όνομα από τα μεγάλα της κύματα –τις αίγες, όπως τις έλεγαν– αποτέλεσε πόλο έλξης από την 11η χιλιετία π.Χ. Δεν κατοικήθηκε όμως συστηματικά πριν από τα Νεολιθικά χρόνια (6800-3200 π.Χ.). Η θάλασσα αυτή αποτελεί από την εποχή του Χαλκού (3200-1050 π.Χ.) την υδάτινη λωρίδα που ενώνει την ηπειρωτική Ελλάδα με τη Μικρά Ασία, όπως και την Κρήτη και το νότιο Αιγαίο με το βορειοελλαδικό χώρο, τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο, συνιστώντας έτσι πεδίο έντονων οικονομικών, κοινωνικών και εν γένει πολιτιστικών ζυμώσεων.

Το Αιγαίο είναι μια θάλασσα που ενώνει, με νησιά που παρουσιάζουν ποικιλία στο σχηματισμό, στην ποιότητα του εδάφους, στη διαμόρφωση των ακτών, στις κλιματολογικές συνθήκες, στη βλάστηση και στη δραστηριότητα των κατοίκων.

2. Το τοπίο του Αιγαίου

2.1. Το φυσικό τοπίο

Το φυσικό τοπίο του Αιγαίου διακρίνεται για την ποικιλία του τόσο από νησί σε νησί όσο και μέσα στο ίδιο νησί, όπου οι αντιθέσεις εκπλήσσουν. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το τοπίο είναι τα εξής:

α) Η θάλασσα, που παίζει δύο βασικούς ρόλους, έναν κλιματολογικό και, κατ’ επέκτασιν, μετεωρολογικό και έναν κοινωνικό, καθώς συμβάλλει στο εμπόριο και στη μετανάστευση.

β) Το κλίμα, που εμφανίζει μεγάλες διαφορές από τόπο σε τόπο, με τη θερμοκρασία να παρουσιάζει διακυμάνσεις από τα παράλια προς την ηπειρωτική χώρα και τους ανέμους να είναι ιδιαίτερα ισχυροί.

γ) Η φωτεινότητα, η οποία κάνει το τοπίο να φαίνεται καθαρά και έντονα.

δ) Η γη. Παρά το νησιωτικό χαρακτήρα του, το Αιγαίο αποτελεί ένα σύμπλεγμα βουνών με έντονη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα.

ε) Η βλάστηση, η οποία κατά κανόνα είναι χαμηλή και μεταβάλλεται ανάλογα με το έδαφος και το κλίμα – από τα εύφορα πεδινά στις βραχώδεις άνυδρες και ξηρές περιοχές. Οι κύριες ενδημικές καλλιέργειες είναι η ελιά, το αμπέλι, η συκιά, η αριά, το πεύκο, ενώ πολλά είδη που ήρθαν στον αιγαιακό χώρο από αλλού έχουν αφήσει με τη σειρά τους το δικό τους στίγμα στο τοπίο: εσπεριδοειδή στις αρδευόμενες πεδιάδες, φοίνικες στις παραλίες και στα ξενοδοχεία, ευκάλυπτοι κατά μήκος των δρόμων και στους φυτοφράκτες, φραγκοσυκιές στις βραχώδεις πλαγιές. Χαρακτηριστική επίσης είναι η βλάστηση με τους θάμνους και τα φρύγανα.

Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων σχεδόν των νησιών αποτελούν οι πεζούλες, οι αναβαθμίδες και τα αναλήμματα από ξερολιθιά, που επιτρέπουν την καλλιέργεια σε εδάφη με μεγάλη κλίση. Το σχήμα και η μορφή των αγροτεμαχίων, των δρόμων και των μονοπατιών που συνδέονται με την αγροτική εκμετάλλευση και η διάταξη των χωραφιών, των δασών και των λιβαδιών εντός των ορίων της ωφέλιμης έκτασης μιας κοινότητας σχετίζονται με την κοινωνική ιστορία της εκάστοτε περιοχής.

2.2. Το ανθρωπογενές τοπίο

Η καθαρά αιγαιοπελαγίτικη αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από μονολιθικές χυτές και λείες μορφές, των οποίων η πλαστικότητα τονίζεται από το έντονο φως. Το φως και η σκιά έχουν μεγάλη σημασία και στην αλλαγή επιπέδου, καθώς και στη δημιουργία προεξοχών ή εσοχών. Τα ανοίγματα λόγω του έντονου φωτός και των συχνών δυνατών ανέμων είναι μικρά. Τα αιγαιοπελαγίτικα νησιωτικά παραδοσιακά σπίτια ήταν κυρίως μονόχωρα με ποικίλες μορφές και όγκους διαφορετικών διαστάσεων. Τα αρχοντικά σχηματίστηκαν από τη συνένωση ενός αριθμού από μονόχωρους πυρήνες. Η αυλή είχε μεγάλη σημασία, γιατί εκεί είχε μεταφερθεί μεγάλο μέρος από τις καθημερινές δραστηριότητες. Ο σχηματισμός των πύργων και των κάστρων ήταν αποτέλεσμα των συνθηκών ανασφάλειας στο Αιγαίο.

Κοντά στη θάλασσα, εκεί όπου το φως είναι έντονο, οι οικισμοί έχουν πυκνότερη δόμηση. Έτσι δημιουργούvται δρόμοι προφυλαγμένοι από τον ήλιο και τον άνεμο. Στο βουνό τα σπίτια προστατεύονται συχνά από την πυκνή φυσική βλάστηση. Οι λόγοι αυτοί δεν είναι φυσικά οι μόνοι που διαφοροποιούν τη δομή του ορεινού και του παραθαλάσσιου οικισμού. Η μορφή ολόκληρων οικισμών, αλλά και μεμονωμένων κτηρίων, υπαγορεύεται από το τοπίο που τα περιβάλλει.

3. Τα νησιά του Αιγαίου

3.1. Κυκλάδες

Στο κέντρο του Αιγαίου βρίσκεται το σύμπλεγμα των Κυκλάδων, το γενικό σχήμα των οποίων προσομοιάζει σε κύκλο, εξ ου και η ονομασία τους. Το τοπίο των Κυκλάδων χαρακτηρίζεται από το έντονο ανάγλυφο των ακτών, τους άγονους ξερούς βράχους που είναι ζωσμένοι με φραγκοσυκιές, τα πάμπολλα ξωκλήσια και τους λευκούς όγκους των χωριών, οι οποίοι αμβλύνουν τις καμπύλες των βράχων. Οι Κυκλάδες, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη νησιωτική ζώνη, εκπροσωπoύν τη στερεότυπη εικόνα του Αιγαίου. Το ιδιαίτερο φως τους και το ασβέστωμα των τοίχων, των πεζουλιών και των αρμών στα πλακόστρωτα δρομάκια των οικισμών αποτελούν σημεία αναφοράς.

3.2. Νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και Σποράδες

Τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη έκταση και το ποικιλόμορφο τοπίο που περιλαμβάνει ορεινούς όγκους και πεδινές εκτάσεις. Κύρια κοινά χαρακτηριστικά αποτελούν ο παλαιός αστικός χαρακτήρας, η επικράτηση του συνεχούς συστήματος δόμησης και η κυριαρχία του παραλληλεπίπεδου όγκου με επικλινή κεραμωτή στέγη. Η επικοινωνία των οικισμών με τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης οδήγησε σε διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με τη μορφολογία του τοπίου, την ποιότητα των τοπικών υλικών, τις ασχολίες των κατοίκων και τις πολιτισμικές ιδιομορφίες κάθε περιοχής.

Χαρακτηριστικό των νησιών του βόρειου Αιγαίου και των Σποράδων είναι το κατάφυτο τοπίο, που παραπέμπει στα παράλια της ηπειρωτικής Ελλάδας.

3.3. Νησιά του Αργοσαρωνικού

Τα νησιά του Αργοσαρωνικού παρουσιάζουν πολλά κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές στο φυσικό και δομημένο τοπίο. Στην Ύδρα ο οικισμός εμφανίζει ιδιαίτερη πολυπλοκότητα λόγω των ξεχωριστών γεωμορφολογικών συνθηκών, ενώ στον Πόρο συνθέτει με τους δρόμους και τις μικρές πλατείες ένα ενδιαφέρον πλέγμα. Οι Σπέτσες με το κατάφυτο τοπίο και τα αρχοντικά έχουν διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο σύνολο, ενώ στην Αίγινα εμφανίζονται ορισμένα αστικά χαρακτηριστικά.

3.4. Δωδεκάνησα και Κρήτη

Τα Δωδεκάνησα έχουν πολύ στενή σχέση με τις μικρασιατικές ακτές και παρουσιάζουν γεωλογικές και κλιματολογικές ομοιότητες με γειτονικές ομάδες νησιών στο Αιγαίο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και κάποια χαρακτηριστικά που ορίζουν τη σχετική αυτοτέλεια της αρχιτεκτονικής των Δωδεκανήσων ως συνόλου.

Η Κρήτη, σε σχέση με τα άλλα ελληνικά νησιά, παρουσιάζει μεγάλη διαφορά στο μέγεθος, στη μορφολογία, στην ποικιλομορφία του τοπίου και στις κλιματολογικές συνθήκες. Η γεωγραφική θέση της νήσου, σε συνδυασμό με τις δραστηριότητες των κατοίκων της, έπαιξαν από την Αρχαιότητα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτισμού του Αιγαίου.



Η ΓΕΩΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Εισαγωγή

Ο ελλαδικός χώρος, και κατά συνέπεια και ο χώρος του Αιγαίου, από πλευράς ηλικίας και τεκτονισμού, αποτελεί τμήμα της Νεοευρώπης. Τα πετρώματα που απαντώνται διακρίνονται σε τρεις μεγάλες ομάδες: τα προαλπικά, ηλικίας παλαιοζωικής (280 εκατ. έτη) ή και αρχαιότερης, τα αλπικά, ηλικίας τριαδικού (230 εκατ. έτη) ως κάτω Μειοκαίνου, και τα μεταλπικά, ηλικίας νεότερης του Κάτω Μειοκαίνου (23 εκατ. έτη) με εξαίρεση τα μολασσικά ιζήματα, των οποίων η ηλικία είναι παλαιότερη, δηλαδή μεσοηωκαινική (43 εκατ. έτη) ως μειοκαινική.

2. Κυκλάδες

Ως προς τη γεωλογία το Αιγαίο εμφανίζει μία πολυπλοκότητα τόσο ως προς την ποικιλία των πετρωμάτων όσο και ως προς την ηλικία τους. Ταξινομώντας τους σχηματισμούς που απαντώνται στο χώρο αυτό διακρίνουμε την ενότητα των νότιων Κυκλάδων που περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο τα νησιά Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Σίκινο, Ίο, Φολέγανδρο, Ηράκλεια. Εδώ επικρατούν νηριτικά μάρμαρα σε μεγάλο πάχος με σμύριδα. Υπάρχουν και κάποια πελαγικά μάρμαρα με silex, καθώς και κλαστικοί σχηματισμοί που αποτελούν τα παλαιότερα πετρώματα της περιοχής. Δηλαδή η κολόνα έχει μία μεγάλη μάζα από τριαδικά ως ανωκρητιδικά (230-65 εκατ. ετών) μάρμαρα (με βωξίτες), στη βάση έχει μαρμαρυγιακούς και αμφιβολιτικούς σχιστόλιθους με μικρές ενδιαστρώσεις από μάρμαρα και στην οροφή κάποιο μεταφλύσχη.

Στις βόρειες Κυκλάδες εμφανίζονται μεταμορφωμένα πετρώματα υψηλής πίεσης και χαμηλής θερμοκρασίας στα νησιά Σύρο, Τήνο, Άνδρο, Γυάρο, Ν. Εύβοια και λιγότερο σε Κέα, Κύθνο, Σέριφο, όπου η μεταμόρφωση αυτή έχει σβηστεί από τη νεότερη μεταμόρφωση πρασινοσχιστολιθικού τύπου που συνοδεύεται από γρανίτες. Η ενότητα αυτή εμφανίζεται στο χώρο του Αιγαίου εκτός από τις βόρειες Κυκλάδες και στη Σάμο.

Επίσης στις Κυκλάδες εμφανίζονται σποραδικά μη μεταμορφωμένα αλπικά πετρώματα.

3. Λέσβος – Λήμνος

Στη Λέσβο συναντάμε πέντε σχηματισμούς (Hecht, 1972-1976, Katsikatsos κ.ά., 1986). Παλαιότερη είναι η αυτόχθονη σειρά (υπόβαθρο). Εμφανίζεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Λέσβου και αποτελείται από μεταμορφωμένα πετρώματα, κυρίως σχιστόλιθους με φακούς και παρεμβολές ανθρακικών οριζόντων. Η ηφαιστειοϊζηματογενής σειρά είναι τεκτονικά επωθημένη στην υποκείμενη αυτόχθονη σειρά και αποτελείται από διάφορους τύπους μεταμορφωμένων βασικών πυριγενών και ιζηματογενών πετρωμάτων (μεταβασίτες, μάρμαρα, σχιστόλιθους). Το οφιολιθικό κάλυμμα, που είναι επωθημένο στο μεγαλύτερο μέρος του επάνω στην ηφαιστειοϊζηματογενή σειρά, συνίσταται από πυροξενικούς περιδοτίτες, δουνίτες, σερπεντινιωμένους περιδοτίτες και μεταμορφωμένα βασικά πετρώματα στη βάση. Το μεγαλύτερο μέρος ωστόσο του νησιού καταλαμβάνεται από νεογενή ηφαιστειακά πετρώματα, που δημιουργήθηκαν από μια σειρά ηφαιστειακών κέντρων, τα οποία είναι τοποθετημένα με νοτιοδυτική – βορειοανατολική διεύθυνση, από την Άγρα προς τη Συκαμινέα. Οι Borsi κ.ά. (1972) και Pe-Piper (1978, 1980), χρησιμοποιώντας τις μεθόδους K/Ar και Ar39 αντίστοιχα, προσδιόρισαν την ηλικία των παραπάνω ηφαιστειακών πετρωμάτων στο διάστημα από 21,5 ως 16,5 εκατομμύρια χρόνια. Κάτω από τα ηφαιστειακά πετρώματα στη δυτική Λέσβο παρατηρούνται κατά θέσεις ολιγοκαινικής ηλικίας ιζηματογενή πετρώματα, λιμναίας προέλευσης. Τα νεότερα πετρώματα είναι πλειοκαινικής και πλειστοκαινικής ηλικίας, και περιλαμβάνουν λιμναίες αποθέσεις καθώς και νεότερες σύγχρονες αλλουβιακές αποθέσεις.

Ολιγοκαινικής-κάτω μειοκαινικής ηλικίας ηφαιστειακά πετρώματα καλύπτουν μεγάλο μέρος και της Λήμνου, τα οποία μάλιστα συμπλέκονται με μολασσικούς σχηματισμούς. Ανάλογης ηλικίας ηφαιστειακά πετρώματα συναντώνται και στον Άγιο Ευστράτιο.

4. Σάμος – Χίος – Ψαρά – Οινούσσες – Ικαρία – Φούρνοι

Στα νησιά Χίος, Ψαρά, Οινούσσες εμφανίζονται κυρίως σχηματισμοί της πελαγονικής ζώνης. Αποτελούνται κυρίως από κρυσταλλικούς ασβεστόλιθους και γνευσιοσχιστόλιθους, όπως επίσης και σχηματισμούς του Παλαιοζωικού. Σύμφωνα με τη γεωλογική χαρτογράφηση των Besenecker H. κ.ά. (1962-1967), τα παλαιότερα πετρώματα της Χίου εντοπίζονται στο βορειοδυτικό τμήμα της και συνίστανται κυρίως από παλαιοζωικά κλαστικά πετρώματα (γραουβάκες, σχιστόλιθους, πυριτόλιθους) καθώς και ασβεστόλιθους. Το υπόλοιπο μεγαλύτερο μέρος του νησιού αποτελείται κυρίως από μεσοζωικούς ασβεστόλιθους και δολομίτες, οι οποίοι καλύπτουν διάφορες χρονολογικές περιόδους. Επίσης, στη Χίο εκδηλώθηκε περιορισμένης έκτασης μειοκαινική ηφαιστειακή δραστηριότητα, όπως μαρτυρούν οι σχετικά μικρές εμφανίσεις όξινων ηφαιστειακών πετρωμάτων (ρυόλιθοι, αλκαλικοί ρυόλιθοι), ενώ στο κεντρικό και νότιο μέρος του νησιού εμφανίζονται στρώματα άνω μειοκαινικών ιζημάτων, όπως ερυθροί άργιλοι και ιλύς, πράσινοι άμμοι και χαλίκια, κροκαλοπαγή και σιδηρούχοι ψαμμίτες.

Στις Οινούσσες επικρατούν κυρίως χαμηλού βαθμού μεταμόρφωσης πετρώματα (πηλιτικά, ψαμμιτικά), τα οποία είναι πιθανώς παλαιότερα των παλαιοζωικών πετρωμάτων της Χίου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωλογία της Σάμου η οποία αποτελεί τμήμα της αττικοκυκλαδικής κρυσταλλοσχιστώδους ενότητας (Παπανικολάου Δ., 1985), όπως και τα νησιά Ικαρία και Φούρνοι. Η Σάμος δομείται από επάλληλα τεκτονικά καλύμματα μεταμορφωμένων μεσοζωικών πετρωμάτων, πάνω στα οποία αναπτύσσονται τόσο ιζηματογενείς όσο και ηφαιστειογενείς σχηματισμοί του Ανώτερου Μειοκαίνου. Η λιθολογική δομή της Σάμου αποτελείται από την ενότητα Κερκετέα (κατώτερη μεταμορφωμένη σειρά), η οποία συνίσταται από αδροκρυσταλλικά, παχυστρωματώδη ως άστρωτα μάρμαρα, ενώ στους ανώτερους ορίζοντες αναπτύσσονται σχιστόλιθοι με παρεμβολές χαλαζιτών, μαρμάρων και σιπολινών. Το κάλυμμα Αμπέλου (ενδιάμεση μεταμορφωμένη σειρά) αποτελείται από μεταμορφωμένους σχηματισμούς υψηλών πιέσεων/χαμηλών θερμοκρασιών, όπως μεταβασάλτες, πρασινίτες, σχιστόλιθους και μάρμαρα. Συναντάται στο ανατολικό τμήμα του νησιού και αποτελείται από μάρμαρα και σχιστόλιθους. Το κάλυμμα Καλλιθέας αναπτύσσεται στο δυτικότερο τμήμα του νησιού και είναι τεκτονικά επωθημένο πάνω στην υποκείμενη ενότητα των μαρμάρων του Κερκετέα.

Τα παλαιότερα γεωλογικά στρώματα που έχουν διαπιστωθεί με απολιθώματα στον ελλαδικό χώρο βρίσκονται σε λίγες μόνο θέσεις της περιοχής του Αιγαίου και συγκεκριμένα στα νησιά Χίο και Κω. Τέτοια στρώματα είναι ασβεστόλιθοι ηλικίας περίπου 450 εκατ. ετών.

5. Ηφαιστειότητα

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο σημείο αυτό για την ηφαιστειότητα στο χώρο του Αιγαίου η οποία χωρίζεται σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη βρίσκεται στο χώρο του νότιου Αιγαίου και είναι ηλικίας 5 εκατ. έτη ως σήμερα, η δεύτερη στο κεντρικό Αιγαίο ηλικίας 10,4 εκατ. ως 6 εκατ. έτη, η τρίτη στο βόρειο Αιγαίο ηλικίας 23,2 ως 13,2 εκατ. έτη και η τέταρτη ηλικίας 33,1 ως 23,6 εκατ. έτη.

Η κατείσδυση της αφρικανικής λιθόσφαιρας κάτω από την ευρασιατική σε ένα ή περισσότερα επίπεδα είχε ως αποτέλεσμα, εκτός από την ηφαιστειότητα, και τον ασβεσταλκαλικό πλουτωνισμό του ελλαδικού χώρου με εμφανίσεις στο χώρο των Κυκλάδων και στο χώρο του βόρειου Αιγαίου. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα παρουσιάστηκε σε σχετικά περιορισμένη ζώνη σε σχήμα τόξου, η οποία εκτείνεται από το Σαρωνικό κόλπο στα δυτικά, ως το νησί της Νισύρου στα ανατολικά (ηφαιστειακό τόξο νότιου Αιγαίου). Αυτό το τόξο είναι η επιφανειακή εκδήλωση της μέχρι σήμερα ενεργού καταβύθισης της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την πλάκα του Αιγαίου.

Κατά μήκος όλου του ηφαιστειακού τόξου παρατηρούνται εντυπωσιακές εμφανίσεις ηφαιστειακών πετρωμάτων. Τα περισσότερα ηφαιστειακά κέντρα βέβαια δεν παρουσιάζουν δραστηριότητα σήμερα. Αυτά που παραμένουν ενεργά και αποτελούν το επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος είναι τα ηφαίστεια της Σαντορίνης, του Κολούμπο, του Γυαλιού και της Νισύρου.



Η ΠΑΛΑΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


. Εισαγωγή

Η παλαιογεωγραφική εξέλιξη του χώρου του Αιγαίου κατά τη διάρκεια της πιο πρόσφατης γεωλογικής περιόδου του Ανώτερου Καινοζωικού (τα τελευταία 23 εκατ. χρόνια) σημαδεύτηκε από σημαντικές γεωτεκτονικές μεταβολές, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στις περιόδους του Ανώτερου Μειοκαίνου (από 5 ως 11 εκατ. χρόνια) και του Κατώτερου Πλειοκαίνου. Οι μεταβολές αυτές σχετίζονται με την κίνηση μεγάλων τεμαχών του γήινου φλοιού, που ονομάζονται λιθοσφαιρικές πλάκες, στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Η κίνηση των λιθοσφαιρικών πλακών είχε ως αποτέλεσμα την έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα.

Η σημερινή κατάσταση στο Αιγαίο διαφέρει βέβαια σημαντικά από την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του Ηωκαίνου-Ολιγοκαίνου, πριν από 35-45 εκατ. χρόνια. Τότε η θέση σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών της Ευρασίας και της Αφρικής βρισκόταν στο χώρο των Κυκλάδων. Η σύγκρουση αυτή δημιούργησε υψηλής πίεσης μεταμόρφωση των πετρωμάτων στις Κυκλάδες (Σύρο, Νάξο, Τήνο, Άνδρο κτλ.) και εκδήλωση της ηφαιστειότητας στην περιοχή της Ροδόπης. Η σταδιακή μετατόπιση της ηφαιστειότητας αντανακλά τη σταδιακή μετατόπιση της σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών, η οποία ταυτόχρονα εκδηλώθηκε με μια στροφή του ελληνικού χώρου. Η στροφή αυτή, η οποία βεβαιώνεται από τις παλαιομαγνητικές μετρήσεις, έστρεψε δεξιόστροφα την ελληνική χερσόνησο περίπου κατά 38 μοίρες από τη θέση στην οποία βρισκόταν πριν από 15-20 εκατ. χρόνια.

2. Θάλασσα της Τηθύος και Κιμμερική ήπειρος

Η γεωτεκτονική εξέλιξη όμως του ευρύτερου ελληνικού-μικρασιατικού χώρου αρχίζει σε πολύ παλαιότερες γεωλογικές εποχές του Μεσοζωικού ή και του Παλαιοζωικού, πριν από 180 ως 300 εκατ. χρόνια. Τα σταδιακά βήματα αυτής της γεωτεκτονικής εξέλιξης του χώρου του Αιγαίου μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω. Ολόκληρος ο ελληνικός χώρος είναι δημιούργημα της παλαιάς θάλασσας / του ωκεανού της Τηθύος, ο οποίος βρισκόταν μεταξύ της Ευρασίας, του ενιαίου ηπειρωτικού χώρου της Ευρώπης και της Ασίας στο βορρά, και της Γκοντβάνα, της ενιαίας ηπείρου που περιλάμβανε την Αφρική, την Ινδία και την Αυστραλία στο νότο. Η θάλασσα της Τηθύος λειτούργησε ως ωκεάνιος χώρος για εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια. Στο αρχικό στάδιο, η Παλαιά-Τηθύς θάλασσα χώριζε τις δύο ηπείρους. Στη συνέχεια, από τον ηπειρωτικό χώρο της Γκοντβάνα αποσπάστηκαν διάφορα μεγάλα ηπειρωτικά τεμάχη. Αυτά τα ηπειρωτικά τμήματα αποτέλεσαν μια γνωστή από τη μυθογεωλογική ορολογία ήπειρο, την «Κιμμερική» ήπειρο της περιόδου εκείνης. Η Κιμμερική ήπειρος συνέχισε την κίνησή της, και κατά την περίοδο πριν από 300-180 εκατ. χρόνια συμπίεσε το χώρο της Παλαιάς-Τηθύος κάνοντας μια περιστροφή και δημιούργησε πίσω της ένα νέο ωκεάνιο χώρο της Νεο-Τηθύος.

Υπόλειμμα του χώρου αυτού της Τηθύος καθώς και υπολείμματα αυτής της παλαιάς ηπειρωτικής μορφής της Κιμμερικής ηπείρου βρίσκουμε στον ευρύτερο χώρο της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Τμήματα της Κιμμερικής ηπείρου αποτελούν οι οροσειρές του Βόρρα, του Βερμίου, των Πιερίων, του Ολύμπου και της Όσσας, του Πηλίου, περιοχές της Εύβοιας και των Κυκλάδων. Στην Κιμμερική ήπειρο εντάσσονται και το υπόβαθρο της Λέσβου μαζί με το τέμαχος Σακάρια της Μικράς Ασίας και ορισμένα άλλα ηπειρωτικά τεμάχη.

Ο ωκεάνιος χώρος της Παλαιο-Τηθύος έκλεισε και καταστράφηκε οριστικά, ενώ παρέμεινε ανοικτός ο χώρος της Νέο-Τηθύος περίπου ως το Ηώκαινο, πριν από περίπου 45 εκατ. χρόνια. Τότε ολοκληρώνεται και η καταστροφή του ωκεανού της Νεο-Τηθύος, λόγω της βύθισης του ωκεάνιου φλοιού της κάτω από την Κιμμερική ήπειρο.

Συνδεδεμένη με αυτή τη σύγκλιση που έλαβε χώρα την περίοδο του Ολιγοκαίνου, δηλαδή πριν από 25-30 εκατ. χρόνια, ήταν η ηφαιστειότητα που εκδηλώθηκε στο χώρο της Ροδόπης.

3. Η μολασσική λεκάνη του βόρειου Αιγαίου

Την ίδια περίοδο, στο χώρο του βόρειου Αιγαίου παρατηρείται μια θαλάσσια λεκάνη, στην οποία συσσωρεύεται μεγάλος όγκος μολασσικών ιζημάτων. Η μολασσική λεκάνη του βόρειου Αιγαίου εκτείνεται κατά μήκος του νότιου περιθωρίου της Ροδόπης και περιλαμβάνει από την περιοχή του Αξιού και τον Θερμαϊκό κόλπο στα δυτικά, τη Λήμνο, την περιοχή της Θράκης και τη δυτική Μικρά Ασία. Οι περιοχές της δυτικής Μακεδονίας, της ανατολικής Θεσσαλίας, της Λέσβου ως και τη Μικρά Ασία καταλαμβάνονται από μία εκτεταμένη χερσαία περιοχή, η οποία συνίσταται κυρίως από μεταμορφωμένα πετρώματα που αποτελούν τμήματα της Κιμμερικής ηπείρου. Στις χερσαίες αυτές ζώνες, όπως αποδεικνύεται και από την παρουσία μεγάλου αριθμού φυτικών απολιθωμάτων, αναπτύσσονταν τροπικά-υποτροπικά δάση. Νοτιότερα της χερσαίας ζώνης εκτείνεται μια άλλη, μεγαλύτερη από εκείνη του βόρειου Αιγαίου, θαλάσσια λεκάνη, που δέχεται επίσης μεγάλο όγκο μολασσικών ιζημάτων. Αυτή η θαλάσσια λεκάνη καταλαμβάνει την περιοχή των Γρεβενών, τη λεκάνη της Θεσσαλίας, την Εύβοια και εκτείνεται ως τη Χίο και τη Μικρά Ασία.

4. Ηφαιστειακή δραστηριότητα

Στην περίοδο του Κάτω-Μέσου Μειοκαίνου πριν από 13 ως 22,5 εκατ. χρόνια η ηφαιστειακή δραστηριότητα μεταναστεύει νοτιότερα και εκδηλώνεται στην περιοχή του βόρειου και κεντρικού Αιγαίου με επέκταση προς τη Μικρά Ασία. Δείγματά της βρίσκουμε στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, Ίμβρο, Λήμνο, Αγ. Ευστράτιο και Λέσβο, τα οποία διασώθηκαν από τη μεταγενέστερη καταβύθιση της περιοχής μεταξύ των νησιών η οποία έλαβε χώρα κατά το Τεταρτογενές. Λιγότερο διαδεδομένα είναι τα ηφαιστειακά προϊόντα στη Χίο, τα Ψαρά, τα Αντίψαρα, τη Σκύρο και την Εύβοια. Η έντονη ηφαιστειακή δράση συνδέεται με τη δημιουργία του Απολιθωμένου Δάσους της Λέσβου και της Λήμνου. Λόγω της ηφαιστειακής δραστηριότητας, μεγάλοι όγκοι ηφαιστειακών υλικών και ηφαιστειακής στάχτης παρασύρθηκαν από μεγάλες ποσότητες νερού και προκάλεσαν μεγάλης κλίμακας λασπορροές που κάλυψαν τη βλάστηση της περιοχής.

Πριν από 22,5 εκατ. χρόνια ο αιγαιακός χώρος παρουσιάζει μια εικόνα διαφορετική από τη σημερινή, αρχίζει όμως να εμφανίζεται μια βόρεια θαλάσσια αιγαιακή λεκάνη, καθώς επίσης και στην περιοχή των Κυκλάδων, στο κεντρικό τμήμα, υπάρχει μία χερσαία μάζα στο μέσο της οποίας δημιουργείται μια εσωτερική λεκάνη γλυκών και υφάλμυρων υδάτων. Επίσης, στα ανατολικά της ευρύτερης αυτής περιοχής αναπτύσσεται μια ηφαιστειακή ζώνη.

5. Οι γεωλογικές εξελίξεις στο Μέσο Μειόκαινο

Στο Μέσο Μειόκαινο, και συγκεκριμένα πριν από περίπου 15 εκατ. χρόνια, ολόκληρος σχεδόν ο ελλαδικός χώρος, προφανώς και το Αιγαίο, χερσεύει και αποτελεί με τη Μικρά Ασία μία ενιαία χέρσο. Η θάλασσα αποσύρεται περιφερειακά και εξαπλώνεται από το Ιόνιο ως τα νότια της Κρήτης και των Δωδεκανήσων. Πριν από 10 εκατ. χρόνια, η θάλασσα εισβάλλει από τα νότια σε ολόκληρο σχεδόν το χώρο του σημερινού Αιγαίου πελάγους. Χέρσος παρέμεινε η περιοχή των Κυκλάδων που αποτελούσε συνέχεια της ηπειρωτικής Ελλάδας, καθώς επίσης και περιοχές του ανατολικού Αιγαίου όπως τα νησιά Λέσβος, Χίος, Σάμος κ.ά., που αποτελούσαν συνέχεια της ξηράς με τη Μικρά Ασία. Οι παλαιογεωγραφικές συνθήκες όμως αλλάζουν πολύ γρήγορα και σε μεγάλη έκταση. Πριν από 8 εκατ. χρόνια η Μεσόγειος περιορίζεται σε επιμέρους λεκάνες. Αυτό οφείλεται στην απομόνωσή της από τους γειτονικούς ωκεανούς με το κλείσιμο των σημείων επικοινωνίας με αυτούς. Η ποσότητα του νερού που εξατμίζεται είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα των νερών που εισρέει στη Μεσόγειο από τους ποταμούς των γειτονικών ξηρών. Έτσι, δημιουργείται η κρίση αλμυρότητας σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και στο Αιγαίο φυσικά. Σε πολλές περιοχές του Αιγαίου έχουμε απόθεση εβαποριτών, όπως στη θαλάσσια περιοχή της Θάσου, στις βόρειες Σποράδες, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κυκλάδων και Χίου, βόρεια και ανατολικά της Κρήτης και στο Ιόνιο πέλαγος. Πριν από 6 εκατ. χρόνια ο αιγαιακός χώρος χερσεύει λόγω συμπιεστικών τάσεων και αποτελεί μια ενιαία χέρσο με την ηπειρωτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Η θάλασσα κατά την περίοδο αυτή έχει αποσυρθεί νοτιότερα και εκτείνεται από το Ιόνιο και την περιοχή της Κρήτης ως τα Δωδεκάνησα. Στο βόρειο Αιγαίο αρχίζει να εισβάλλει η Παρατηθύς. Πριν από 3,5 εκατ. χρόνια η τεκτονική δράση εκφράζεται με εφελκυσμό, έτσι δημιουργούνται νέα ρήγματα ή επαναδραστηριοποιούνται παλαιά με αποτέλεσμα να ακολουθήσει εκτεταμένη επίκλυση της θάλασσας. Πριν από 1,8 εκατ. χρόνια, η θάλασσα αποσύρεται προς τα νότια και σχηματίζονται λίμνες στο βόρειο και κεντρικό Αιγαίο. Η τεκτονική στην περίοδο αυτή είναι συμπιεστική, όχι όμως για μακρό χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια του Μέσου Πλειστοκαίνου και μέχρι σήμερα, δηλαδή τα τελευταία 700.000 χρόνια, ο εσωτερικός ελλαδικός χώρος επηρεάζεται από μια νέα εφελκυστική φάση με αποτέλεσμα την ανάδραση παλαιών ρηγμάτων και τη δημιουργία νέων, όπως στην Κω, Ρόδο, Κρήτη κ.α. Αυτό συνεπάγεται επίκλυση της θάλασσας η οποία παίρνει σχεδόν τη σημερινή της μορφή. Πιο συγκεκριμένα, πριν από 21.500 χρόνια η στάθμη της θάλασσας ήταν 120 μ. κάτω από τη σημερινή στάθμη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει ευρεία επικοινωνία μεταξύ των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και της Μικράς Ασίας. Στην περιοχή των Κυκλάδων σχηματίζεται μια εκτεταμένη ξηρά. Πριν από 11.500 χρόνια η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε και έφθασε στα -60 μ. από τη σημερινή στάθμη, με συνέπεια τη διακοπή επικοινωνίας πολλών περιοχών. Τέλος πριν από 8.000 χρόνια η στάθμη της θάλασσας φθάνει σχεδόν στο σημερινό επίπεδο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να κατακλυστούν πολλές χαμηλές χερσαίες περιοχές από θάλασσα και να διακοπούν οι επικοινωνίες μεταξύ των νησιών.

Με την πάροδο του γεωλογικού χρόνου παρατηρείται μετατόπιση και της ηφαιστειακής δραστηριότητας. Την περίοδο του Μέσου-Ανώτερου Μειοκαίνου, πριν από 12 ως 5 εκατομμύρια χρόνια, η ηφαιστειακή δραστηριότητα μεταναστεύει νοτιότερα, στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία. Δείγματά της βρίσκουμε στα νησιά Σάμο, Πάτμο, Κω. Κατά τη διάρκεια του γεωχρονολογικού αυτού διαστήματος άρχισε η ανταλλαγή πανίδας με την περιοχή της Μικράς Ασίας. Την ίδια περίοδο η έντονη τεκτονική δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της χέρσου. Αρκετές λίμνες υφάλμυρων και γλυκών υδάτων σχηματίστηκαν την περίοδο αυτή, ενώ την ίδια εποχή μπορούμε να παρατηρήσουμε εναλλαγές θαλάσσιων και λιμναίων αποθέσεων. Τα ηφαιστειακά πετρώματα της νησίδας Καλόγηροι αποτελούν την τελευταία ένδειξη αυτής της ηφαιστειακής δραστηριότητας και μας συνδέουν με την επόμενη ηφαιστειακή φάση του Πλειοκαίνου.

Κατά την ίδια περίοδο πρέπει να υπήρχαν περιοδικές διασυνδέσεις μεταξύ της Μεσογείου και του βόρειου Αιγαίου, χωρίς ωστόσο να δημιουργούν φράγμα που να εμποδίζει τη μετανάστευση των θηλαστικών από τη Μικρά Ασία προς το νότιο, κεντρικό και βόρειο Αιγαίο. Στη βάση της παλαιάς ηπειρωτικής χέρσου του Αιγαίου σχηματίστηκε ένα αρχιπέλαγος στο οποίο αναπτύχθηκαν μεταναστευτικές γέφυρες ξηράς μεταξύ της Μικράς Ασίας και της Ελλάδος, οι οποίες έκαναν δυνατή την άφιξη στη σημερινή ελληνική ηπειρωτική χέρσο ενός μεγάλου αριθμού μεταναστών της ασιατικής στέππας, καθώς και πολλών αφρικανικών στοιχείων.

6. Η γεωγραφία του Αιγαίου στο Πλειστόκαινο

Κατά τη διάρκεια του Πλειστοκαίνου, την περίοδο από 1,8 εκατ. ως τα 10.000 χρόνια από σήμερα, η παλαιογεωγραφική εικόνα του Αιγαίου δε διαφέρει πολύ από την σημερινή. Ο χώρος γύρω από τα νησιά Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία, Πάτμος και Κως αποτελούσε ένα τμήμα χέρσου, που ήταν συνδεδεμένο κατά το Πλειστόκαινο με την ηπειρωτική χέρσο του κύριου κορμού της Μικράς Ασίας. Η οδός μετανάστευσης των θηλαστικών ήταν μια χερσαία γέφυρα ή μια διακοπτόμενη ξηρά. Μετά την ανύψωση της Λέσβου κατά το Μέσο Πλειστόκαινο, πριν από περίπου 1 εκατ. χρόνια, νέα θηλαστικά πρέπει να εισήλθαν, χωρίς να αποκλείεται και η ύπαρξη σύνδεσης της Λέσβου με τη Λήμνο ή ακόμη και την Ίμβρο. Κάτι τέτοιο είναι πιθανό, αν λάβει κανείς υπόψη την ομοιότητα που παρουσιάζουν οι πλειστοκαινικές πανίδες θηλαστικών που βρέθηκαν στα δύο νησιά. Οι Οινούσσες ως το Μέσο Πλειστόκαινο ήταν ακόμη ενωμένες με την ηπειρωτική χέρσο της Μικράς Ασίας. Όσον αφορά τη Χίο, εύκολα μπορεί να αποδειχθεί ότι πολύ πρόσφατα αποχωρίστηκε και αποτέλεσε νησί, ενώ προηγουμένως υπήρξε και αυτή συνδεδεμένη με τη Μικρά Ασία. Έτσι, περνάμε από τη χέρσο της Αιγηίδας στη σημερινή εικόνα του νησιωτικού Αρχιπελάγους. Η έντονη τεκτονική δραστηριότητα του Ολοκαίνου, τα τελευταία 10.000 χρόνια, είναι υπεύθυνη για τον κατακερματισμό και τον τελικό διαμελισμό της Αιγηίδας.



Η ΩΚΕΑΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Το Αιγαίο πέλαγος είναι ίσως η πρώτη θάλασσα της οποίας η ωκεανογραφία μελετήθηκε. Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), ο οποίος είχε σημαντική συνεισφορά στην ωκεανογραφία και τη θαλάσσια βιολογία, ξεκινάει το δεύτερο βιβλίο του ουσιαστικά με μία πραγματεία στην ωκεανογραφία. Ήταν ο πρώτος που έκανε εκτιμήσεις για τη βαθυμετρία διαφόρων θαλασσών και αναγνώρισε ότι οι θάλασσες και οι ήπειροι μεταβάλλονται αργά με την πάροδο του χρόνου. Επίσης περιέγραψε και ονόμασε 24 είδη καρκινοειδών και σκουληκιών, 40 είδη μαλακίων και εχινόδερμων, και 116 είδη ψαριών τα οποία προέρχονται όλα από το Αιγαίο πέλαγος.

Η λεκάνη του Αιγαίου πελάγους

Το Αιγαίο πέλαγος είναι μία από τις τέσσερις μεγαλύτερες λεκάνες της ανατολικής Μεσογείου καλύπτοντας μια έκταση 240.000 τ.χλμ. Παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη υδρογραφία και δυναμική της Μεσογείου.

Γεωγραφικά όρια

Το Αιγαίο πέλαγος γεωγραφικά τοποθετείται στη βορειοανατολική Μεσόγειο. Στα βόρεια και τα δυτικά περιβάλλεται από την ελληνική ηπειρωτική χώρα, στα ανατολικά από τα μικρασιατικά παράλια και στο νότο από τα νησιά του Κρητικού τόξου. Το Αιγαίο πέλαγος συνδέεται με τη θάλασσα του Μαρμαρά και τη Μαύρη θάλασσα μέσω των στενών των Δαρδανελίων. Στα νότια χωρίζεται από τη Μεσόγειο μέσω μιας σειράς έξι στενών (τα στενά του Κρητικού τόξου), τα οποία περιλαμβάνουν από ανατολικά προς δυτικά: το στενό της Ρόδου (πλάτος 17 χλμ., βάθος 350 μ.), το στενό της Καρπάθου (πλάτος 43 χλμ., βάθος 850 μ.), το στενό της Κάσου (πλάτος 67 χλμ., βάθος 1.000 μ.), το στενό των Αντικυθήρων (πλάτος 32 χλμ., βάθος 700 μ.), το στενό των Κυθήρων (πλάτος 33 χλμ., βάθος 160 μ.) και το στενό της Ελαφόνησου (πλάτος 11 χλμ., βάθος 180 μ.).

Τμήματα του Αιγαίου πελάγους

Από την Αρχαιότητα ακόμη τα διάφορα τμήματα του Αιγαίου έχουν ιδιαίτερα ονόματα: α) Μυρτώο πέλαγος, μεταξύ Σουνίου και Κυθήρων β) Θρακικό πέλαγος, μεταξύ Θάσου, Σαμοθράκης και θρακικών ακτών γ) Ικάριο πέλαγος, μεταξύ Χίου και Κω δ) Κρητικό πέλαγος, βόρεια της Κρήτης ε) Καρπάθιο πέλαγος, μεταξύ Καρπάθου και μικρασιατικών ακτών στ) Ευβοϊκή θάλασσα, που περιβρέχει το νησί Εύβοια ζ) Δωδεκανησιακή θάλασσα, που περιβάλλει τα Δωδεκάνησα.

Aκτογραμμή, υφαλοκρηπίδα και πυθμένας

Η ακτογραμμή του Αιγαίου πελάγους είναι πολύ ανώμαλη και η τοπογραφική της δομή πολύ περίπλοκη. Υπάρχουν πάνω από 2.000 νησιά διάφορων μεγεθών που διασκορπίζονται σε όλη τη λεκάνη και κατά συνέπεια και η μορφολογία του βυθού παρουσιάζει απότομες μεταπτώσεις. Υπάρχουν τρεις βαθιές λεκάνες: 1. Η λεκάνη του βορείου Αιγαίου με διεύθυνση ΔΝΔ-ΑΝΑ. Η λεκάνη αυτή περιλαμβάνει και τις λεκάνες των Βορείων Σποράδων, του Άθω και της Λήμνου, με μέγιστο βάθος 1.500 μέτρα. 2. Η λεκάνη της Χίου στο κεντρικό Αιγαίο με μέγιστο βάθος 1.100 μέτρα και 3. η Κρητική λεκάνη στο νότιο Αιγαίο, που εμφανίζει και το μέγιστο βάθος στα 2.500 μέτρα. Η λεκάνη της Χίου συνορεύει στα νότια με το εκτενές πλατό των Κυκλάδων με βάθη τα οποία δεν υπερβαίνουν τα 350 μέτρα. Το πλατό αυτό προσδιορίζεται στη βιβλιογραφία ως το όριο μεταξύ του βόρειου και του νότιου Αιγαίου.

Η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, εκεί δηλαδή όπου τα βάθη δεν ξεπερνούν τα 200 μέτρα, είναι μάλλον περιορισμένη, αφού καλύπτει περίπου 15.000 τ.χλμ.

Ο πυθμένας είναι κατά κύριο λόγο ασβεστολιθικής σύστασης, αλλά υπάρχουν και μεταμορφωμένα πετρώματα σε σημαντικό τμήμα του βόρειου και του κεντρικού Αιγαίου. Σχεδόν παντού υπάρχει ένα ιζηματογενές κάλυμμα, σε ποικίλο πάχος, από χερσαία ή οργανικά ιζήματα. Πιο περιορισμένα είναι τα ηφαιστειακά υλικά.

H κυκλοφορία των υδάτων

Παρά την πρόοδο στις άμεσες παρατηρήσεις και στη δημιουργία μοντέλων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η κυκλοφορία των υδάτων του Αιγαίου πελάγους δεν έχει ακόμη καθοριστεί πλήρως και δεν έχει γίνει κατανοητή. Η κυκλοφορία των υδάτων που προκύπτει από τις παρατηρήσεις είναι μάλλον σύνθετη και μεταβλητή. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η κατανομή των διάφορων νησιών και των στενών, η ανώμαλη τοπογραφία του βυθού, η εποχιακή μεταβλητότητα της ατμοσφαιρικής πίεσης, η παρουσία ισχυρών μετεωρολογικών φαινομένων που μπορούν να μεταβάλουν τα τοπικά συστήματα κυκλοφορίας των υδάτων και η παρουσία πολλών διαφορετικών μαζών ύδατος.

Επιφανειακή κυκλοφορία

Η επιφανειακή κυκλοφορία των υδάτων επηρεάζεται κυρίως από τους θερινούς ετήσιους ανέμους και τη χαμηλή εισροή αλμυρότητας από τη Μαύρη θάλασσα. Οι άνεμοι προκαλούν την άνοδο των υδάτων κατά μήκος των δυτικών ακτών των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας κρύας ζώνης στην επιφάνεια με θερμοκρασίες 2-3οC χαμηλότερες απ’ ό,τι στο βόρειο και δυτικό Αιγαίο. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αυτό το πιο κρύο νερό εμφανίζεται στο ανατολικό Αιγαίο από το νησί της Ρόδου ως το πλατό της Λήμνου. Το χειμώνα, τα θερμότερα ύδατα που προέρχονται από τα νότια βρίσκονται στην ίδια περιοχή, ενώ τα κρύα νερά που φθάνουν από το στενό των Δαρδανελίων εξαπλώνονται στο πλατό της Σαμοθράκης και ακολουθούν τη γενική κυκλωνική κυκλοφορία του βόρειου Αιγαίου. Εκτός από τη γενική κυκλωνική κυκλοφορία, υπάρχει μία αντικυκλωνική κίνηση στη Σαμοθράκη που παρατηρείται στο βορειοανατολικό τμήμα του βορείου Αιγαίου και ένας αντικυκλώνας κοντά στη χερσόνησο του Άθω.

Το ποσοστό εξάτμισης πάνω από το Αιγαίο πέλαγος είναι περίπου 1,3-1,5 μ./έτος. Η ετήσια μέση ροή θερμότητας υπολογίζεται σε 26 W/m2 , γεγονός το οποίο σημαίνει ότι το Αιγαίο χάνει θερμότητα μέσω της επιφάνειάς του. Αυτή η απώλεια εξισορροπείται από τη μετατόπιση των θερμών υδάτων που προέρχονται από τα νότια μέσω των κρητικών στενών – η ανταλλαγή θερμότητας με τη Μαύρη θάλασσα θεωρείται αμελητέα.

Το Αιγαίο δέχεται τα πιο κρύα νερά της Μαύρης θάλασσας μέσω του Βοσπόρου, της θάλασσας του Μαρμαρά και του στενού των Δαρδανελίων. Κάτω από το στρώμα αυτό υπάρχει μια εκροή των πιο αλμυρών υδάτων του Αιγαίου προς τα βόρεια. Η ποσότητα του νερού της Μαύρης θάλασσας που εισρέει στο Αιγαίο είναι της τάξης των 1.257 κυβικά χλμ./έτος, ενώ το νερό του Αιγαίου που εκρέει είναι της τάξης 957 κυβικών χλμ./έτος. Το Αιγαίο πέλαγος δέχεται επίσης ποσότητες γλυκού νερού που προέρχονται από τα ποτάμια που εκβάλλουν κατά μήκος των ελληνικών και τουρκικών ακτών. Το ετήσιο μέσο ποσοστό εξάτμισης υπερβαίνει το ποσό της πτώσης και της απορροής ποταμών (0,5 μ./έτος και 0,11 μ./έτος, αντίστοιχα). Εντούτοις, αν η επιρροή των υδάτων της Μαύρης θάλασσας λαμβάνεται υπόψη, η ισορροπία ύδατος του Αιγαίου πελάγους είναι αρνητική. Ο υπερβολικός όγκος του ύδατος ανά περιοχή μονάδων έχει υπολογιστεί μεταξύ 0,7 και 1,4 μ./έτος. Η ισορροπία του ύδατος της περιοχής αποκαθίσταται από την εισροή υδάτων μέσω των κρητικών στενών τόξων.

Αν προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τα γνωστά χαρακτηριστικά κυκλοφορίας (από τις διάφορες μελέτες που καλύπτουν τμήματα της περιοχής, της πρόσφατης τοποθέτησης ειδικών οργάνων και των διαφόρων μοντέλων), φαίνεται να υπάρχει μια γενική κυκλική κυκλοφορία στο Αιγαίο πέλαγος. Εντούτοις, τα πιο ενεργά δυναμικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι οι κυκλωνικοί και αντικυκλωνικοί στρόβιλοι μεσαίας κλίμακας. Η χωρική και χρονική μεταβλητότητα αυτών των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δεν είναι πραγματικά γνωστή. Μερικά από αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα εμφανίζονται να είναι μόνιμα (δηλ. ο κυκλωνικός στρόβιλος στη λεκάνη της νότιας Χίου), ενώ άλλα έχουν έναν παροδικό χαρακτήρα. Στα επιφανειακά στρώματα η κυκλοφορία του νερού είναι γενικά κυκλωνική (αριστερόστροφη). Χαρακτηρίζεται γενικά σαν θερμόαλη, αλλά συχνά ο άνεμος παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο. Η ένταση των ρευμάτων για βάθη μικρότερα των 100 μ. είναι μεγαλύτερη από αυτή των βαθύτερων στρωμάτων. Στη διαμόρφωση της επιφανειακής κυκλοφορίας ουσιαστικό ρόλο παίζουν η είσοδος και η έξοδος μαζών νερού από τα Δαρδανέλια και τα στενά του Κρητικού τόξου. Μάζες ψυχρού και υφάλμυρου νερού από τη Μαύρη θάλασσα εισέρχονται από τα Δαρδανέλια στο βορειοανατολικό Αιγαίο και κατευθύνονται δυτικά αναμειγνυόμενες με τα πολύ πιο αλμυρά και θερμά επιφανειακά νερά που προέρχονται από τα νοτιοανατολικά. Τα τελευταία μπαίνουν στο Αιγαίο από το νοτιοανατολικό άκρο του και φθάνουν ως τα βορειοδυτικά της Λήμνου. Τα νερά της Μαύρης θάλασσας στρέφονται κατόπιν προς νότο ακολουθώντας την ακτογραμμή της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδας και ανιχνεύονται ως και τα στενά των Κυθήρων και των Αντικυθήρων. Στα στενά αυτά παρατηρείται έξοδος νερού προς το Ιόνιο.

Παλίρροιες

Το Αιγαίο χαρακτηρίζεται από ασθενείς γενικά παλίρροιες. Τα παλιρροιακά εύρη δύσκολα υπερβαίνουν τα 12 εκατοστά, έχουν παρατηρηθεί όμως εύρη ως και 50 εκατοστά. Οι αλλαγές στη στάθμη της θάλασσας είναι ημιημερήσιες, χωρίς όμως να λείπουν και οι διακυμάνσεις μεγάλης περιόδου που οφείλονται κυρίως στο ανεμολογικό καθεστώς και συγκεκριμένα σε εμμονή θυελλωδών βόρειων ή νότιων ανέμων για αρκετές ημέρες. Τα παλιρροιακά ρεύματα φαίνεται ότι συντελούν ελάχιστα ή και καθόλου στη διαμόρφωση της γενικής κυκλοφορίας του Αιγαίου. Εξαίρεση αποτελεί το παλιρροιακό ρεύμα του πορθμού του Ευρίπου μεταξύ βόρειου και νότιου Ευβοϊκού κόλπου, που οφείλει τη γένεσή του στις μορφολογικές ιδιαιτερότητες της περιοχής.

Παράγοντες μεταβλητότητας της κυκλοφορίας των υδάτων

Μεταξύ των φυσικών παραγόντων που παίζουν σημαντικό ρόλο στις βιοχημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο Αιγαίο είναι η μεταβλητότητα στην κυκλοφορία των υδάτων, οι σχηματισμοί των βαθέων υδάτων, η τοπογραφία του βυθού, η εισροή υδάτων από τη Μαύρη θάλασσα και η απορροή των ποταμών. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες καθώς και η χωρική και χρονική μεταβλητότητά τους παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο, ενώ η χωρική και χρονική μεταβλητότητά τους είναι επίσης σημαντική στον προσδιορισμό των παράκτιων περιοχών όπου παρατηρείται αξιοσημείωτη άνοδος της στάθμης των υδάτων, η οποία συνδέεται συνήθως με τους ισχυρούς ετήσιους ανέμους.

Βιοποικιλότητα

Η ακανόνιστη ακτογραμμή με τους πολλούς κόλπους, τα νησιά και τα στενά, καθώς επίσης και η σύνθετη τοπογραφία του βυθού μαζί με τη σύνθετη υδρολογία και κυκλοφορία υδάτων στο Αιγαίο πέλαγος οδήγησαν σε μεγάλη βιοποικιλότητα. Το Αιγαίο πέλαγος μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια ολιγοτροφική λεκάνη που παρουσιάζει ωστόσο ισχυρή διαβάθμιση μεταξύ βορρά και νότου σε παραγωγή βιομάζας πλαγκτόν και παραγωγικότητα. Το βόρειο Αιγαίο χαρακτηρίζεται ως ειδικό περιβάλλον λόγω της ύπαρξης των σημαντικών ποταμών και των υδρολογικών μετώπων. Αυτό απεικονίζεται επίσης στα πιο υψηλά τροφικά επίπεδα (ψάρια και βένθος) του βόρειου Αιγαίου, όπου πραγματοποιείται μια αποδοτικότερη ενεργειακή μεταφορά μέσω του πελάγιου ιστού τροφίμων.



TA ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Η τέχνη της παραδοσιακής αφήγησης παραμυθιών στο Αιγαίο

Όπως έχουν διαπιστώσει οι πρωτοπόροι της λαογραφικής και εθνογραφικής έρευνας, η προφορική λογοτεχνία (και επομένως και τα λαϊκά παραμύθια) δεν είναι μια αυθόρμητη δημιουργία του λαού που αναπαράγει την προγονική κληρονομιά ως ένα ενιαίο, ευρύ και αδιαφοροποίητο σώμα. Το παραμύθι ζωντανεύει με τη μεσολάβηση ενός ατόμου και διαδίδεται σε μια κοινωνική συγκέντρωση, όπου ένας αφηγητής παίρνει το λόγο μπροστά στην ομάδα των ακροατών του. Πρώτα υπάρχει η κληρονομημένη από το παρελθόν ιστορία, γνωστή και απομνημονευμένη, και έπειτα ο λόγος ενός αφηγητή που τη μεταδίδει σε δεδομένη στιγμή στο πλαίσιο μιας δοσμένης πολιτισμικής κοινότητας. Αυτή η σύνθεση του παλιού και αιώνιου με το εφήμερο και στιγμιαίο αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο κάθε αφηγητής ασκεί την τέχνη του και μεταδίδει το μήνυμά του.

Ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου υπήρξε για χιλιετίες το φυσικό πλαίσιο ευρύτατων πολιτισμικών ανταλλαγών που σηματοδοτούν τις διαδρομές των ανθρώπων στο χώρο της Μεσογείου. Προϊόντα αυτών των γόνιμων ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων στη μακρά διάρκεια είναι και τα παραμύθια. Τα νησιά του Αιγαίου πελάγους, αν και ανήκουν στον ίδιο γεωπολιτικό χώρο και είχαν ως ένα βαθμό κοινή ιστορική τύχη, διαφέρουν ως προς τις συνθήκες της κοινωνικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής ζωής. Απομονωμένα από τη θάλασσα, που ταυτόχρονα τα ενώνει μέσω των γνωστών και συχνά πανάρχαιων θαλάσσιων δρόμων, βρίσκονταν, επικοινωνούσαν μεταξύ τους αλλά και με τις κοντινές ηπειρωτικές ακτές, τη Μικρά Ασία και το Βαλκανικό χώρο.

Στις μέρες μας η ανάπτυξη των νησιωτικών κοινοτήτων δεν είναι ενιαία και το ίδιο ισχύει για τους όρους της οικονομικής και κοινωνικής ζωής τους. Από τις ζώνες υψηλού τουρισμού, κυρίως σε ό,τι αφορά τους παράλιους οικισμούς, έως τα απομονωμένα ορεινά χωριά, τα νησιά του Αιγαίου γνωρίζουν διαφορετικά επίπεδα τουριστικής ανάπτυξης, ενώ ορισμένα από αυτά τείνουν στην τουριστική μονοκαλλιέργεια, που παραμερίζει οποιαδήποτε άλλη οικονομική, κοινωνική ή πολιτισμική δραστηριότητα.

Στις νησιωτικές κοινότητες του Αιγαίου ο προφορικός λόγος τροφοδοτεί πάντα τις διαπροσωπικές σχέσεις και την πολιτισμική επικοινωνία των παλαιότερων με τις νεότερες γενιές. Σε αυτό το πλαίσιο η αφήγηση παραμυθιών αποτελεί μια ζωντανή διαδικασία και σε ορισμένες περιοχές μπορεί να βρει κανείς αρκετούς καλούς αφηγητές που εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση ή να αναζητούν ακροατήρια στο συγγενικό ή φιλικό τους περιβάλλον. Για τους αφηγητές αυτούς, που άκουγαν παραμύθια από παιδιά, η συμμετοχή στην αφηγηματική διαδικασία αποτελεί μια εμπειρία ζωής και ο λόγος τους ακολουθεί την εξέλιξη του παραμυθιού στη διάρκεια ολόκληρου σχεδόν του 20ού αιώνα. Σε αυτό το διάστημα το κοινωνικό πλαίσιο της αφήγησης αλλάζει, καθώς οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί που υφίσταται η αγροτική κοινότητα στο πέρασμα του χρόνου προσανατολίζουν τις ομάδες που δραστηριοποιούνται μέσα σε αυτήν σε νέες πραγματικότητες, χωρίς αυτό να σημαίνει και απώλεια της παραμυθιακής γνώσης.

2. Ευκαιρίες και συνθήκες αφήγησης

Η αγροτική κοινότητα αποτελεί έναν από τους χώρους δημιουργίας και διάδοσης του παραμυθιού. Ο προνομιακός χώρος της αφήγησης μέσα στην κοινότητα ήταν η βραδινή συγκέντρωση των μελών μιας οικογένειας πριν από τον ύπνο ή η ανεπίσημη κοινωνική συγκέντρωση που συνδύαζε τη διασκέδαση με την εκτέλεση κάποιας εργασίας ή μια κοινωνική συνάθροιση με περισσότερο επίσημο και εορταστικό χαρακτήρα. Η σύνθεση των ακροατηρίων στις συγκεντρώσεις αυτές ήταν συνήθως μεικτή – τόσο σε ό,τι αφορά το φύλο όσο και την ηλικία.

Παραμύθια λέγονταν όλες τις εποχές του χρόνου: το χειμώνα στο χώρο κοντά στο τζάκι, γύρω από το μαγκάλι, το λύχνο ή τη σόμπα, στο χώρο που προετοιμαζόταν το φαγητό ή γύρω από το σοφρά. Όταν ο καιρός ήταν ζεστός η συνάθροιση γινόταν στην αυλή, στα πεζούλια ή έξω στο δρόμο. Έξω από το σπίτι, παραμύθια λέγονταν επίσης σε δημόσιους χώρους όπως η πλατεία, το καφενείο του χωριού ή η αγορά. Παραμύθια λέγονταν στο χωράφι ή στο αλώνι, την ώρα της δουλειάς ή στο διάλειμμα για κολατσιό το μεσημέρι. Παραμύθια λέγονταν επίσης κατά τη διάρκεια άλλων γεωργικών εργασιών, στο όργωμα, στο θερισμό και στο μάζεμα των ελιών.

Μέχρι σήμερα παραμύθια μπορεί να ακουστούν σε οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, σε ένα σπίτι όπου έρχονται και επισκέπτες από τη γειτονιά για να «γειτονέψουν» ή να «αποσπερίσουν». Οι άνθρωποι που συμμετέχουν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και η αφήγηση παραμυθιών τροφοδοτεί τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Σε αυτές τις συγκεντρώσεις ωστόσο το παραμύθι εντάσσεται σε άλλα είδη του λόγου, καθώς η κουβέντα μπορεί να περιλαμβάνει τα νέα της ημέρας, γεγονότα της τοπικής ιστορίας, το καθημερινό κουτσομπολιό, αφήγηση ανεκδότων, τρομακτικών ιστοριών και ονείρων, παροιμιών και αινιγμάτων.

Αφηγητές μπορούσαν να είναι κάποιες σταθερές μορφές της τοπικής μικρο-κοινωνίας, για παράδειγμα ο παππούς και η γιαγιά. Επίσης, άτομα που η επαγγελματική τους απασχόληση τα υποχρέωνε σε περιοδικές ή εποχικές μετακινήσεις, όπως οι γυναίκες που ασκούσαν το επάγγελμα της μαμής ή της πρακτικής γιάτρισσας. Οι γυναίκες αυτές, στη διάρκεια των συχνά μακρών ωρών της αναμονής του τοκετού στα σπίτια των χωρικών ή κατά τη θεραπεία έλεγαν παραμύθια. Αλλά και οι άνδρες, λόγω του επαγγέλματός τους, απομακρύνονταν για μικρότερα ή μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα από την κοινότητα και είχαν τις ευκαιρία να μάθουν παραμύθια. Επρόκειτο για ναυτικούς, ψαράδες, αγωγιάτες, τεχνίτες (χτίστες) και καλλιτέχνες (μουσικούς). Όσοι νησιώτες έκαναν εμπόριο στις απέναντι μικρασιατικές ακτές έφερναν μαζί τους, εκτός από αγαθά, και παραμύθια, που διηγούνταν στις οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις, εμπλουτίζοντας έτσι το ντόπιο συλλογικό ρεπερτόριο.

Το παραμύθι κυκλοφορούσε και στο πλαίσιο ομάδων που λόγω επαγγέλματος ζούσαν σε σχετική απομόνωση από την υπόλοιπη κοινότητα, όπως οι βοσκοί. Υποχρεωμένοι να ζουν για ένα χρονικό διάστημα μακριά από την κοινότητα, σε ορεινές περιοχές, μέσα σε καλύβες, διηγούνταν παραμύθια το βράδυ, μετά τη βοσκή, αφού είχαν μαντρώσει τα ζώα τους, και πριν πάνε για ύπνο. Η οργάνωση της κτηνοτροφικής ζωής ευνοούσε την αφήγηση παραμυθιών, καθώς τα μέλη μιας μικρής -συνήθως συγγενικής- ομάδας μοιράζονταν τους όρους σκληρής δουλειάς και διαβίωσης σε συνθήκες απομόνωσης.

Η σταδιακή έξοδος ατόμων ή ομάδων από τα χωριά τους φέρνει και το παραμύθι έξω από το αγροτικό περιβάλλον, σε νέους χώρους. Στην Κάρπαθο, όπου οι συχνά μικρές ιδιοκτησίες κληρονομούνταν από το μεγαλύτερο γιο ή τη μεγαλύτερη κόρη, τα νεότερα αγόρια αναγκάζονταν να ξενιτευτούν, ενώ τα νεότερα κορίτσια στέλνονταν σε άλλα νησιά ως υπηρέτριες σε σπίτια αρχοντικών οικογενειών. Σημαντικές γυναίκες-αφηγήτριες προέρχονται από αυτές τις ομάδες του υπηρετικού προσωπικού, οι οποίες έλεγαν παραμύθια στην κουζίνα ή στο πλυσταριό ενός αρχοντικού.

Το παραμύθι κυκλοφορεί και στους πληθυσμούς των αστικών κέντρων, όπως η Ερμούπολη και σε μεταγενέστερα χρόνια η Ρόδος. Στην πόλη ο χώρος κυκλοφορίας του παραμυθιού μπορεί να είναι το αστικό σπίτι, η γειτονιά ή ένας χώρος συλλογικής εργασίας, όπως οι βιοτεχνίες ή τα τοπικά εργοστάσια. Εξάλλου, οι δίοδοι επικοινωνίας ανάμεσα στο χωριό και την πόλη διατηρήθηκαν μέσα από τους οικονομικούς μετασχηματισμούς των νησιωτικών κοινωνιών στις δεκαετίες του 1970, 1980 και 1990. Μεγάλες ομάδες πληθυσμού εξακολουθούν να ζουν στο χωριό αλλά δουλεύουν στην πόλη, σε επαγγέλματα που συνδέονται όχι πια με την αγροτική οικονομία αλλά με τον τουρισμό. Πρόκειται για ιδιοκτήτες ή υπαλλήλους τουριστικών μικροεπιχειρήσεων, μαγαζιών και εστιατορίων, καμαριέρες στα τουριστικά ξενοδοχεία, οδηγούς ταξί κ.ά.

Αντίθετα από άλλα είδη του λαϊκού λόγου, το παραμύθι θεωρείται από τους ίδιους τους αφηγητές ως μία μη αληθινή ιστορία, που στόχο έχει να διασκεδάσει και να διδάξει. Ωστόσο, ο μαγικός χαρακτήρας του δεν εμποδίζει τον αφηγητή και τους ακροατές να ζουν τη βαθύτερη αλήθεια του παραμυθιού. Με αυτό τον τρόπο η αφήγηση παραμυθιών όχι μόνο εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνικής συγκέντρωσης, συζήτησης και επικοινωνίας, αλλά καθρέφτιζε και την κοσμοθεωρία ευρέων κοινωνικών ομάδων, αποτελώντας έτσι σημαντική κοινωνική μαρτυρία. Επίσης, το παραμύθι χρησιμοποιείται ακόμα από τους μεγαλύτερους ως μέσο διαπαιδαγώγησης για τους μικρότερους σε ποικίλα θέματα, από τη διδασκαλία των ανθρώπινων αξιών (της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας, της αλληλοβοήθειας) έως θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς.

3. Η πολυμορφία των λαϊκών παραμυθιών του Αιγαίου: ένα παράδειγμα

Μέσα στην ευρύτερη οικογένεια του ελληνικού λαϊκού παραμυθιού, τα παραμύθια του Αιγαίου διακρίνονται για την πολυμορφία και την ποικιλία τους, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στην εκφορά τους, που σε ορισμένα μέρη δημιουργεί ιδιαίτερες συνεκτικές πλοκές. Ταυτόχρονα όμως παρατηρούμε και μια εκπληκτική σταθερότητα, με την οποία κάποια παραμυθιακά θέματα επανέρχονται στις αφηγηματικές παραδόσεις των νησιών.

Ένα από αυτά είναι το θέμα της μαγικής ή μαγεμένης συζύγου, ιδιαίτερα δημοφιλές στα ρεπερτόρια των παραμυθάδων του Αιγαίου, το οποίο πραγματεύεται τον έρωτα, το γάμο και την αναζήτηση ενός συντρόφου. Όπως γίνεται κατά κανόνα στα παραμύθια, πρόκειται για δύο πρόσωπα, που ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους, ένα θνητό άνδρα και μια μαγική ή μαγεμένη γυναίκα. Οι περιπέτειες και οι δυσκολίες της ένωσής τους περιγράφουν τις δυσκολίες των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο Stith Thompson, στο έργο του Motif Index of Folk-literature, συγκεντρώνει αυτά τα μοτίβα κάτω από τον όρο “Unequals in Love”. Οι αφηγητές περιγράφουν είτε την αδυναμία της μαγικής ηρωίδας να προσαρμοστεί στον κόσμο των ανθρώπων είτε τα προβλήματα που ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει στο κοινωνικό του περιβάλλον από την παρουσία της μαγικής συζύγου ή όταν την αναζητά σε έναν άλλο κόσμο.

Η μαγική ηρωίδα είναι συνήθως μια πεντάμορφη κοπέλα που κρύβεται κάτω από ένα ζωώδες ή άλλο περίβλημα. Όπως έχει επισημάνει ο Γεώργιος Μέγας, ένα οικοτυπικό εισαγωγικό επεισόδιο που κυριαρχεί στις προτιμήσεις των παραμυθάδων του Αιγαίου είναι εκείνο του ψαρά, ο οποίος ρίχνοντας τα δίχτυα του ψαρεύει μια χελώνα που αποδεικνύεται πεντάμορφη κοπέλα και κόρη της κυρα-Θάλασσας. Άλλοτε το βέλος που έχει ρίξει το βασιλόπουλο για να βρει νύφη τον οδηγεί στην κατοικία μιας γάτας, μιας μαϊμούς ή μιας αρκούδας. Σε άλλες περιπτώσεις, η κόρη γεννιέται, εξαιτίας της άστοχης ευχής της μάνας της, με τη μορφή ζώου: είναι κατσικάκι, προβατάκι, σκυλίτσα, κουρούνα, μαϊμού, περιστεράκι, γάτα. Όταν βγάζει τη γούνα της γίνεται πεντάμορφη κοπέλα. Όταν ο ήρωας καίει το ζωώδες περίβλημά της, αυτή αποσύρεται σε ένα μαγικό κόσμο, μακρινό και παραδεισένιο (π.χ. «στα γυάλινα βουνά, στους κοκαλένιους κάμπους»), όπου ζει ως κορίτσι-κύκνος. Ο αγαπημένος της, λιώνοντας τα σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, διατρέχει την απόσταση που χωρίζει τον κόσμο των ανθρώπων από τον κόσμο της μαγικής γυναίκας. Στη διάρκεια της αναζήτησης συναντά διάφορα παραμυθιακά πρόσωπα, τα ευεργετεί και δέχεται τη βοήθειά τους. Από τα πιο γνωστά είναι οι γυναίκες (ή δράκισσες) που εκτελούν συνηθισμένες οικιακές εργασίες με παράδοξο τρόπο: η πρώτη πανίζει το φούρνο με τα στήθη της, η δεύτερη γνέθει περνώντας την κλωστή από τη γλώσσα της που έσταζε φαρμάκι. Ο ήρωας δείχνει στην πρώτη πώς να καθαρίζει το φούρνο με τα πάνιστρα και αλείφει την κλωστή της δεύτερης με μέλι.

Η μαγική φύση της ηρωίδας δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο, αλλά οδηγεί την εξέλιξη της δράσης ή δίνει την τελική λύση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια η ηρωίδα εκτελεί τα αδύνατα κατορθώματα που θέτει ο κακός βασιλιάς στον ήρωα με τη βοήθεια μαγικών αντικειμένων που έχει στην κατοχή της. Με τις μαγικές δυνάμεις της, προσφέρει τα καλύτερα δώρα στο βασιλιά και καταφέρνει να ρεζιλέψει τις συννυφάδες της. Στη διάρκεια της βασιλικής γιορτής, η ηρωίδα ρίχνει φαγητά στον κόρφο της που γίνονται λουλούδια και μαργαριτάρια, πετά κόκαλο στο κούτελο του βασιλιά και γίνεται τριαντάφυλλο.

Σε σχέση με αυτήν ο ήρωας είναι τυπικά ανθρώπινος: ορισμένες φορές πρόκειται για το αρσενικό παράλληλο της Σταχτοπούτας, δηλαδή το αγόρι που κάθεται μέσα στη στάχτη (Σταχτοπούτης, Αχιλοπουτούρης, Σταχτοπιταράς).

Παράλληλα με τις συνθετότερες παραλλαγές του παραμυθιού της μαγικής συζύγου, υπάρχουν και απλοποιημένες εκδοχές τους, φαινόμενο που δείχνει το εύρος των επιλογών που έχουν οι αφηγητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποτελούν οι παραλλαγές της Καλύμνου, ενός νησιού που εμφανίζει συμπαγείς αφηγηματικές παραδόσεις. Εδώ η καύση του ζωώδους περιβλήματος της μαγικής συζύγου δεν οδηγεί στην εξαφάνισή της και την ακόλουθη αναζήτησή της, αλλά σε μια τελετουργική ανταλλαγή ερωταποκρίσεων, που αποτελεί μακρινή και συντομευμένη ανάμνηση του επεισοδίου της εξαφάνισης και της αναζήτησης: ο ήρωας, αφού πετάξει το ζωώδες περίβλημα στη φωτιά, αγκαλιάζει τη γυναίκα που του λέει: «με έχασες!» Κι αυτός της απαντά: «σε κέρδισα!». Διάλογος που επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Το αποτέλεσμα είναι να λυθούν τα μάγια και η ηρωίδα να κρατήσει για πάντα την ανθρώπινη μορφή της.

Σε πολλές παραλλαγές του παραμυθιού για τη μαγική σύζυγο φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο η αφηγηματική τέχνη των παραμυθάδων του Αιγαίου συνδυάζει τη συμβολική ποιητική γλώσσα του παραμυθιού με έναν προσγειωτικό ρεαλισμό. Αφετηρία των παραμυθιών τους είναι η πραγματική ζωή, επομένως οι πραγματικές εμπειρίες του αφηγητή συμβαδίζουν με τα μαγικά στοιχεία του παραμυθιού. Οι γυναίκες αφηγήτριες δανείζουν στον παραμυθιακό κόσμο στοιχεία από τη δική τους καθημερινότητα. Με αυτό τον τρόπο μια σειρά από γυναικείες οικιακές δραστηριότητες εμπλέκονται στη δράση των παραμυθιακών ηρώων, όπως το φούρνισμα του ψωμιού, το γνέσιμο, το πλύσιμο των ρούχων και το μαγείρεμα. Σε μια σειρά παραμυθιών από τις κοινότητες των κτηνοτρόφων της ορεινής Νάξου, ήρωας είναι ένα βοσκόπουλο που παντρεύεται μια νεράιδα για να περάσουν στη συνέχεια στο κλίμα του μαγικού παραμυθιού με την απώλεια και την αναζήτησή της. Η σύνδεση του μαγικού παραμυθιού με τις εμπειρίες από τη ζωή και τις καθημερινές ασχολίες, τόσο των αφηγητών όσο και των ακροατών τους, εξηγεί ενδεχομένως και τη δημοτικότητά του.

Συμπερασματικά, η αφήγηση παραμυθιών αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο τόσο της ιστορίας του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, όσο και της ζωντανής ελληνικής πραγματικότητας, του παρόντος. Η μελέτη των παραμυθιών του Αιγαίου in situ, σε σχέση με τις κοινότητες που τα δημιουργούν και τα διαδίδουν στη μακρά διάρκεια, μπορεί να δώσει στοιχεία για τη διαδικασία των μετασχηματισμών και της ιστορικής εξέλιξης αυτού του είδους και να φέρει στο φως τις διαφορετικές ψηφίδες που συνθέτουν το εθνικό ψηφιδωτό, αλλά και τις πολλαπλές σχέσεις των παραμυθιών μας με τα παραμύθια άλλων λαών.



Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Το ζήτημα της μουσικής ταυτότητας του Αιγαίου

ΜΟΥΣΙΚΗΗ θάλασσα ήταν πάντοτε το στοιχείο που χώριζε αλλά και ένωνε τους κατοίκους του αρχιπελάγους του Αιγαίου. Η μουσική, ως άλλο υγρό στοιχείο, λειτούργησε επίσης άλλοτε ως παράγων διαφοροποίησης και άλλοτε ως συνδετική ύλη των τοπικών κοινοτήτων του Αιγαίου, ένα δυναμικό πολιτισμικό σύμβολο που έδινε τη δυνατότητα στους ανθρώπους να έρθουν κοντύτερα και να ανταλλάξουν εμπειρίες και νοήματα, αλλά και να περιχαρακωθούν στην ιδιαιτερότητά τους. Έτσι, στη μουσική του Αιγαίου, θα συναντήσουμε πλούσιες υπερτοπικές οσμώσεις, αλλά και έντονο τοπικιστικό χαρακτήρα. Τα μουσικά στοιχεία κινούνταν σε δίκτυα που κάλυπταν μέρος ή το σύνολο του γεωγραφικού χώρου του Αιγαίου, ή και τον υπερέβαιναν ακόμη, αλλά η κάθε τοπική κοινωνία διαμόρφωνε και ένα δικό της ρεπερτόριο, ένα δικό της στυλ επιτέλεσης, ένα δικό της χαρακτηριστικό ύφος στην ερμηνεία, αλλά και την κοινωνική λειτουργία της μουσικής της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορούμε να πούμε ότι διαμορφώθηκε ποτέ στο χώρο του Αιγαίου μια ενιαία μουσική συνείδηση, μια αίσθηση κοινής μουσικής ταυτότητας που θα ένωνε αυτές τις τοπικές μουσικές εκφράσεις σε ενιαίο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να αναζητήσει εκ των υστέρων τα κοινά χαρακτηριστικά της μουσικής του Αιγαίου, είτε στο επίπεδο της μουσικής μορφολογίας, της ποιητικής, της οργανολογίας και της επιτέλεσης, είτε στο επίπεδο της κοινωνικής χρήσης και των πολιτισμικών νοημάτων της μουσικής. Είναι απαραίτητο ωστόσο, σε αυτό το αρχικό σημείο, να διευκρινίσουμε κάποιους όρους.

Η έννοια της παράδοσης

ΜΟΥΣΙΚΗ2Με τον όρο παραδοσιακή μουσική αναφερόμαστε συνήθως στα τραγούδια και στους χορευτικούς σκοπούς που επιτελούνταν στις τοπικές κοινότητες της υπαίθρου, σε καθημερινές και εορταστικές εκδηλώσεις, κατά την περίοδο ακμής αυτών των κοινοτήτων. Θεωρούμε επίσης ότι αυτά τα τραγούδια και οι σκοποί πρωτοδημιουργήθηκαν και συνέχισαν να αναδημιουργούνται χωρίς διακοπή από τα μέλη των τοπικών κοινωνιών, μέσα στo πλαίσιo ενός κατά βάση προφορικού πολιτισμού. Υπό αυτή την έννοια, η παραδοσιακή μουσική στο Αιγαίο αποτελεί κατ’ αρχάς συλλογικό δημιούργημα του προφορικού πολιτισμού των κατοίκων των νησιών και των παραλίων του αιγαιακού χώρου, κατά την περίοδο ακμής των τοπικών κοινωνιών. Ο ορισμός αυτός στηρίζεται σε κάποιες θεμελιακές παραδοχές γύρω από τις ιδιαιτερότητες της δημιουργίας και της επιτέλεσης της μουσικής και του τραγουδιού σε παραδοσιακό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες το παραδοσιακό αντιπαρατίθεται στο νεωτερικό, η προφορικότητα αντιπαρατίθεται στην εγγραμματοσύνη και η πολιτισμική σταθερότητα και αδράνεια αντιπαρατίθενται στην ιστορική δυναμική και εξέλιξη. Η χρήση των αντιπαραθέσεων αυτών δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες στο μελετητή, όταν αυτός έρχεται να εξετάσει τη μουσική στο χώρο του Αιγαίου.

ΜΟΥΣΙΚΗ4Ο όρος παραδοσιακός πολιτισμός, παρότι πράγματι μπορεί να συνοψίζει ορισμένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά κάποιων πλευρών ενός τοπικού πολιτισμικού συστήματος, συχνά δε συμπεριλαμβάνει ορισμένες άλλες σημαντικές διαστάσεις των πολιτισμικών πρακτικών, μέρος των οποίων αποτελεί και η μουσική ενός τόπου. Κατά κύριο λόγο, τείνει να θέτει σε δεύτερη μοίρα ή να αγνοεί εντελώς τις ιστορικές επιρροές που δέχτηκαν αυτές οι πρακτικές στη διάρκεια του χρόνου, τους μετασχηματισμούς στη δομή και τη λειτουργία τους, καθώς και την ιδιαίτερη πλαστικότητα και δυναμική των γεωγραφικών ορίων και των ποικίλων προσδιοριστικών στοιχείων των πολιτισμικών φαινομένων. Ένα επιπλέον, διόλου αμελητέο, πρόβλημα που σχετίζεται με αυτό το ζήτημα είναι και οι πολλαπλές ιδεολογικές χρήσεις που έχει δεχτεί κατά το παρελθόν, αλλά και συνεχίζει να δέχεται μέχρι σήμερα, ο όρος «παράδοση» στην ελληνική κοινωνία. Για όλα τα παραπάνω, οι όροι «παράδοση» και «παραδοσιακός» τίθενται στη συνέχεια εντός εισαγωγικών.

Παράγοντες διαμόρφωσης της μουσικής του Αιγαίου

ΜΟΥΣΙΚΗ1Η «παραδοσιακή» μουσική του Αιγαίου έχει διαμορφωθεί μέσα από σύνθετες διαδικασίες διαπολιτισμικών επιδράσεων και ιστορικών επιρροών, κατά τη διάρκεια αιώνων. Μάλιστα, αυτοί οι πολιτισμικοί και ιστορικοί προσδιοριστικοί όροι αφορούν περιοχές, δομές και διαδικασίες που υπερβαίνουν κατά πολύ το στενό γεωγραφικό χώρο του Αιγαίου. Έτσι, για παράδειγμα, η στιχουργική δομή των τραγουδιών, με την ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται στην ομοιοκαταληξία, αλλά και η κυριαρχία του βιολιού ως βασικού μελωδικού οργάνου, αποτελούν δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις. Η μείξη των ιδιαίτερων τοπικών μουσικών εκφράσεων με αστικά μουσικά στοιχεία σχετίζεται άμεσα με την ένταξη του αιγαιακού χώρου σε διαρκώς διευρυνόμενα κοινωνικοοικονομικά και γεωπολιτικά δίκτυα. Επιπλέον, γεωγραφικοί και ιστορικοί όροι διαμόρφωσαν, κατά εποχές, ποικίλες τοπικές ιδιαιτερότητες και έντονες διαφοροποιήσεις στα μουσικά ιδιώματα των διαφόρων περιοχών του Αιγαίου.

Οι μελετητές της μουσικής του Αιγαίου έχουν δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη συνέχεια των μουσικών χαρακτηριστικών της περιοχής από την Αρχαιότητα ως τις μέρες μας, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τη μελέτη των πολυποίκιλων κοινωνικο-πολιτισμικών οσμώσεων που έλαβαν χώρα στην περιοχή του Αιγαίου σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και καθόρισαν, μεταξύ άλλων, και το μουσικό πολιτισμό της περιοχής. Παρόλο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις συνάφειες των στοιχείων της νεότερης ελληνικής μουσικής στο χώρο του Αιγαίου με αρχαιοελληνικά μουσικά στοιχεία, είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρίζουμε και τη συμβολή των γειτονικών πολιτισμών στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της μουσικής της περιοχής, ένα θέμα που έχει μελετηθεί πολύ λιγότερο. Επιπλέον, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδίδεται στον ανοιχτό σε επιδράσεις χαρακτήρα της περιοχής και στην καθοριστική επίδραση αστικών μουσικών και κοινωνικοεκφραστικών στοιχείων στα τοπικά μουσικά ιδιώματα.

Χαρακτηριστικά της μουσικής του Αιγαίου

ΜΟΥΣΙΚΗ3Γενικότερα, και παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις στη διάρκεια του χρόνου και από τόπο σε τόπο, στη μουσική του Αιγαίου μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένες σημαντικές ομοιότητες, που τη διαφοροποιούν από τη μουσική της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο επίπεδο της ποιητικής των τραγουδιών, κυριαρχούν η ομοιοκαταληξία και οι αυτοσχεδιαστικές ολιγόστιχες ποιητικές μορφές, με χαρακτηριστικότερο ανάμεσά τους το δεκαπεντασύλλαβο δίστιχο, που ονομάζεται μαντινάδα στην Κρήτη, αλλά απαντά και με πολλά άλλα ονόματα σε διαφορετικές περιοχές. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κλίμακες, το βασικότερο χαρακτηριστικό τους είναι η έντονη παρουσία του ημιτονίου, σε αντίθεση, και πάλι, με τις ανημίτονες κλίμακες της μουσικής της στεριανής Ελλάδας. Η έκταση των μελωδιών είναι σχετικά περιορισμένη και σχετίζεται με τη μικρή έκταση των παλιότερων από τα μελωδικά όργανα της περιοχής, της λύρας, της φλογέρας και του άσκαυλου. Τα όργανα που κυριαρχούν στη μουσική του Αιγαίου είναι το βιολί, το λαούτο, το σαντούρι, η λύρα, διαφόρων ειδών φλογέρες, ο άσκαυλος και το τύμπανο (που τα συναντάμε με πολλές διαφορετικές ονομασίες στις διάφορες τοπικές κοινωνίες), ενώ σπανίζει ή απουσιάζει εντελώς το κύριο μελωδικό όργανο της κυρίως Ελλάδας, το κλαρίνο. Τέλος, οι χοροί στην περιοχή του Αιγαίου είναι συνήθως δίσημοι (2/4) (συρτός, μπάλος, σούστα) και εννεάσημοι (9/4 και 9/8) (ζεϊμπέκικα και καρσιλαμάδες), ενώ δεν απαντώνται εδώ οι χαρακτηριστικοί χοροί και ρυθμοί της ηπειρωτικής Ελλάδας, το τσάμικο (σε ρυθμό 3/4) και ο καλαματιανός (σε ρυθμό 7/8). Πέρα από αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά, στο κάθε τοπικό ιδίωμα υπάρχουν ιδιαιτερότητες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σημαντικές αποκλίσεις από τον κανόνα που περιγράψαμε.

Ο χώρος του Αιγαίου θεωρείται από τους μελετητές και ο γενέθλιος τόπος του ρεμπέτικου τραγουδιού, πάνω στο οποίο έχει στηριχθεί, κατά μεγάλο μέρος του, το σύγχρονο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Η προϊστορία και τα πρώτα χρόνια της ακμής αυτού του μουσικού ιδιώματος που σήμερα ονομάζουμε ρεμπέτικο υποδεικνύουν τη μακρόχρονη παρουσία στο χώρο του Αιγαίου σημαντικών αστικών μουσικών εκφράσεων, οι οποίες αποτελούσαν πεδία συγχώνευσης διαφορετικών γλωσσικών, μουσικών και ευρύτερων πολιτισμικών στοιχείων στα μεγάλα εμπορικά λιμάνια του αρχιπελάγους. Δίπλα λοιπόν στα τοπικά μουσικά ιδιώματα της υπαίθρου άνθησαν από παλιά στο Αιγαίο και σύνθετες αστικές μουσικές εκφράσεις, οι οποίες επηρέασαν αλλά και επηρεάστηκαν από τα πρώτα. Οι μελέτες που έχουν γίνει για αυτές τις αστικές μουσικές εκφράσεις αναδεικνύουν επίσης την ιδιαίτερη σημασία της μουσικής για την κατασκευή και διαχείριση των κοινωνικών και πολιτισμικών ταυτοτήτων στην περιοχή.

Μουσική, κοινωνικότητα και ταυτότητα

Οι κοινωνικοί επιστήμονες που έχουν μελετήσει τη μουσική και το τραγούδι ως κοινωνικές πρακτικές στην περιοχή του Αιγαίου έχουν καταδείξει την ιδιαίτερη σημασία των μουσικών επιτελέσεων για την τοπική ταυτότητα και την ταυτότητα του κοινωνικού φύλου. Η μουσική και το τραγούδι αποτελούν κυρίαρχα σύμβολα και οχήματα της κοινωνικότητας σε κοινοτικές εκδηλώσεις, σε εκδηλώσεις του κύκλου της ζωής, αλλά και σε ομόφυλες συγκεντρώσεις, κατά τις οποίες συγκροτούνται τα φύλα ως κοινωνικές οντότητες. Στις ανδρικές παρέες το τραγούδι αποτελεί συχνά τον πυρήνα της κοινωνικότητας. Οι γυναίκες αποτελούν βασικό φορέα της συλλογικής μνήμης των τοπικών πολιτισμικών εκφράσεων και η συμμετοχή τους στις τελετουργίες του θανάτου, μέσω των συλλογικών μοιρολογιών, τους δίνει έναν ξεχωριστό ρόλο στις διαδικασίες τελετουργικής διαχείρισης της κοινότητας. Ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας του τραγουδιού στα τοπικά γλέντια δημιουργεί μια ιδιαίτερη πλαστικότητα στην έκφραση μέσω του τραγουδιού, παρέχοντας ένα σημαντικό πλαίσιο για τη διαπραγμάτευση καίριων κοινωνικών ζητημάτων για τη ζωή των τοπικών κοινοτήτων, όπως είναι η μετανάστευση, η ξενιτιά, η αλλαγή των συνθηκών ζωής, οι νέοι όροι που διαμορφώνει ο τουρισμός στα νησιά. Σε περιοχές όπου ανθεί το αυτοσχεδιαστικό τραγούδι, όπως η Κάρπαθος, οι τοπικές μουσικοχορευτικές εκφράσεις λειτουργούν ως συμβολικά ισοδύναμα του τόπου, μεταμορφώνοντας το γλέντι σε «συμβολικό χωριό». Οι μουσικές και οι χορευτικές εκφράσεις γίνονται επίσης πεδία έντονων αντιπαραθέσεων και πολιτικής έκφρασης των νέων κοινωνικών δεδομένων της κοινότητας.

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται και στην περιοχή του Αιγαίου μια έντονη κίνηση αναβίωσης των τοπικών πολιτισμικών πρακτικών που είχαν αρχίσει να υποχωρούν στη μεταπολεμική περίοδο, εποχή κατά την οποία κυριάρχησε στα νησιά το φαινόμενο της μόνιμης μετανάστευσης, τόσο προς το εσωτερικό όσο και προς το εξωτερικό. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά, με την τακτική επιστροφή των μεταναστών στους γενέθλιους τόπους τους, η μουσική και το τραγούδι τέθηκαν στο επίκεντρο των πολιτισμικών πρακτικών σε τοπικό επίπεδο, ζώντας μια νέα άνθηση, μέσα από αναβιωμένες ή και νεότευκτες πολιτισμικές επιτελέσεις, όπως οι ποικιλόμορφες εκδηλώσεις των τοπικών συλλόγων. Οι εκδηλώσεις αυτές διαμόρφωσαν ένα κύμα αναβίωσης της «παράδοσης» σε τοπικό επίπεδο, που στηρίχτηκε στη μουσική, αλλά και την επηρέασε καθοριστικά.

6. Η συγκρότηση της παράδοσης

Η «παραδοσιακή» μουσική στο χώρο του Αιγαίου σήμερα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις επιταγές της δισκογραφικής βιομηχανίας και από την αυξημένη ζήτηση για «αυθεντικά» πολιτισμικά προϊόντα. Οι δύο αυτές τάσεις άλλοτε έχουν συμπληρωματική σχέση και άλλοτε αντιφατικά και ανακόλουθα αποτελέσματα. Η εμπορευματοποίηση της μουσικής σε πανελλαδική κλίμακα διαμόρφωσε μια νέα κατηγορία μουσικού φαντασιακού, του λεγόμενου «νησιώτικου τραγουδιού», το οποίο έλκει την καταγωγή του από το χώρο του Αιγαίου, αλλά έρχεται να συστηματοποιήσει απλουστευτικά τα ιδεατά χαρακτηριστικά της μουσικής του αιγαιακού χώρου, αποδυναμώνοντας ή και περιθωριοποιώντας ολοκληρωτικά τις τοπικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Σε ένα επόμενο στάδιο, το «νησιώτικο» τραγούδι και οι φορείς του συγχωνεύτηκαν με άλλες πτυχές της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας, παράγοντας μουσικές οσμώσεις τοπικών, λαϊκών και ποπ στοιχείων, τα οποία επανεισάγονται στις τοπικές κοινωνίες για να καλύψουν τις αυξημένες και συνεχώς ανανεούμενες ανάγκες για «παραδοσιακή» μουσική.

Οι ιδέες μας για την ενότητα του μουσικού ιδιώματος του Αιγαίου προέρχονται εξίσου από τις γνώσεις μας για την ιστορία του χώρου, αλλά και από άλλες πηγές, λιγότερο επίσημες και «έγκυρες», όπως η εικονολογία του τουρισμού και του εξωτισμού που τον συνοδεύει. Η αναζήτηση της «παραδοσιακής» μουσικής του Αιγαίου σήμερα πρέπει επίσης να ιδωθεί, ως ένα βαθμό, σε παραλληλία με την ανακάλυψη της «μουσικής της Μεσογείου», που τα τελευταία χρόνια αποτελεί μια βασική πτυχή του ρεύματος της «μουσικής του κόσμου». Τα τοπικά μουσικά ιδιώματα της Καρπάθου, της Αμοργού, της Νάξου, της Χίου, της Μυτιλήνης και των άλλων νησιών δε συγκροτούν μια ενιαία «παράδοση», παρά μόνο στο βαθμό που είμαστε αποφασισμένοι να την επινοήσουμε και να της αποδώσουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Σε μια τέτοια κίνηση, τα κοινά χαρακτηριστικά των ποικίλων μουσικών εκφράσεων του αιγαιακού χώρου δεν είναι περισσότερο σημαντικά για τον προσδιορισμό της ενότητας της περιοχής από τους ευρύτερους ιστορικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, αλλά και τις πολιτισμικές πολιτικές που κατασκευάζουν την ενότητα του Αιγαίου.


ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ


AIGAIO

Το πλαίσιο

Ο τρόπος με τον οποίο το αιγαιακό τοπίο χρησιμοποιήθηκε στην νεοελληνική λογοτεχνία του 20ου αι. σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ιστορικές εξελίξεις του τόπου και την ιδιαίτερη σημασία που λάμβανε στο πλαίσιο αυτό ο συγκεκριμένος χώρος. Πιο συγκεκριμένα, η αναζήτηση της «ελληνικότητας» στο πλαίσιο των προβληματισμών του ελληνικού μεσοπολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα, η νοσταλγία των «χαμένων πατρίδων», η αναγκαιότητα αναπροσαρμογής των ιδεολογικών αναφορών και συλλογικών αναπαραστάσεων, η αλλαγή των συνθηκών που επέφερε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ομογενοποίηση «αυτοχθόνων» και «προσφύγων» στα νέα εθνικά πλαίσια και τέλος η ανάδειξη του τουρισμού ως πλουτοπαραγωγικής πηγής της χώρας αποτέλεσαν τους κυριότερους ιστορικούς σταθμούς που διαμόρφωσαν τα πλαίσια ένταξης και χρησιμοποίησης του αιγαιακού τοπίου στη λογοτεχνία.

Η Πεζογραφία της Γενιάς του ’30

Η Μικρασιατική Καταστροφή και τα έντονα βιώματα που προκάλεσε ο ξεριζωμός τόσο στους πληθυσμούς που τον υπέστησαν όσο και στους πληθυσμούς που τον αφουγκράστηκαν ως απόηχο στους τόπους υποδοχής αποτέλεσε το αφετηριακό σημείο για την ενασχόληση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το Αιγαίο ως τόπο, τόσο πραγματικό όσο και συμβολικό. Η «αιολική σχολή», η λογοτεχνική σχολή που διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ήταν αυτή που πρώτη επικεντρώθηκε γύρω από το Αιγαίο, ως συμβολικό τόπο του ελληνισμού. Ο Ηλίας Βενέζης, ο Στρατής Δούκας και ο Στρατής Μυριβήλης είχαν όλοι τους προσωπικές αναφορές και εμπειρίες από την περιοχή του Βορειοανατολικού Αιγαίου: οι δύο πρώτοι κατάγονταν από το Αϊβαλί και ο τρίτος από την Μυτιλήνη. Τα γεγονότα που περιγράφουν στα έργα τους κινούνται στο χώρο του ωμού ρεαλισμού, χωρίς όμως να αμφισβητούν τη λειτουργικότητα των παραδόσεων της ελληνικής αγροτικής ζωής. Με τον τρόπο αυτό διαφοροποιούνται από το δυτικοευρωπαϊκό τους πρότυπο και καθορίζουν την ιδιαίτερη πορεία του ελληνικού μοντερνισμού. Οι ιστορίες τους διαπραγματεύονται τον πόλεμο και την προσφυγιά, τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισαν οι άνθρωποι για να επιβιώσουν. Η στροφή τους προς την διαπραγμάτευση των εμπειριών της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας και την προσπάθεια διαχείρισης της τραυματικής εμπειρίας του ξεριζωμού ευθυγραμμίζεται με τις αντίστοιχες τάσεις του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, που εγκαταλείπει σταδιακά την ηθογραφία για χάρη μιας πιο κοινωνικά προσανατολισμένης πεζογραφίας. Η εξύμνηση του τοπίου και της παράδοσης είναι, στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος που επέλεξαν οι έλληνες λογοτέχνες (αλλά και άλλοι καλλιτέχνες) για να διασφαλίσουν την ιδιαιτερότητα της δικής τους προσέγγισης σε σχέση με το γενικότερο ευρωπαϊκό ρεύμα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται τα μυθιστορήματα Η ζωή εν τάφω (1930), και Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933) του Στρατή Μυριβήλη, Το νούμερο 31328 (1931) και Γαλήνη (1939) του Ηλία Βενέζη, όπως και η νουβέλα Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1929) του Στρατή Δούκα. Ο Στρατής Δούκας, μάλιστα, στην Ιστορία ενός Αιχμαλώτου γίνεται ο εισηγητής της μαρτυρίας ως λογοτεχνικού τύπου. Εξαφάνισε από το έργο του το πρόσωπο του συγγραφέα και βάσισε ολόκληρο το μυθιστόρημα στην αφήγηση των περιπετειών ενός επιζώντα από την Καταστροφή. Για να διατηρήσει μάλιστα την προφορικότητα στο έργο του, λέγεται ότι δεν έγραψε ο ίδιος το μυθιστόρημα, αλλά το υπαγόρευσε στον εξάδελφό του.

Στα έργα αυτά το Αιγαίο είναι τόσο πραγματικός τόπος, όπου εκτυλίσσονται οι ιστορίες, όσο και συμβολικός: είναι η θάλασσα που κάποτε ένωνε τις ελληνικές κοινότητες και τώρα πια αποτελεί το όριο του ελληνισμού, η θάλασσα που έφερε τους πρόσφυγες στην Ελλάδα και τους χωρίζει από τις «χαμένες πατρίδες»

Η μεταπολεμική ποίηση

Την πρώτη περίοδο ενασχόλησης με το Αιγαίο ακολούθησε η ανάδειξη του Οδυσσέα Ελύτη ως «ποιητή του Αιγαίου» – όχι με την έννοια του φυσιολάτρη ποιητή που βλέπει με τη ματιά του τουρίστα τη θάλασσα και τα νησιά, αλλά με την έννοια του ανθρώπου που βλέπει ηθικές δυνάμεις στα φυσικά στοιχεία, που διαβάζει το Αιγαίο σ’ ένα υπερβατικό, μεταφυσικό επίπεδο. Οι Προσανατολισμοί και κυρίως το Άξιον Εστί αποτελούν ύμνους στο αιγαιακό τοπίο και στον τρόπο που έχει επηρεάσει τη ψυχοσύνθεση των κατοίκων του. Ο «ελληνισμός» με αυτήν την έννοια είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης από μια σειρά ποιητών της δεκαετίας του ’30, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά τους έργα. Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιώργος Σεφέρης έχουν ασχοληθεί κατά κόρον με το θέμα του Αιγαίου, με την έννοια του συμβολικού τόπου, του ενταγμένου και εναρμονισμένου με την ιστορία και τον ψυχισμό του ελληνισμού. Η Ρωμιοσύνη του Ελύτη, η Στροφή και τα Ημερολόγια Καταστρώματος του Σεφέρη είναι χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της τάσης στην ποίηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο λόγος που χρησιμοποιείται από τους ποιητές αυτούς είναι χρωματισμένος από το εκκλησιαστικός ύφος, ή τουλάχιστον αντλεί από την ορθόδοξη και τη βυζαντινή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, ενώ ταυτόχρονα κάνει αναφορές στην αρχαιοελληνική κληρονομιά, συμπυκνώνοντας με τον τρόπο αυτό όλες τις φάσεις της ελληνικής ιστορίας. Έτσι το Αιγαίο, ως μικρόκοσμος και ως σύνολο ταυτίζεται με την Ελλάδα. Από εδω και στο εξής θα γίνει συνώνυμο της ελληνικότητας.

Μελοποιημένη ποίηση

Η παγίωση του Αιγαίου ως συμβόλου της ελληνικότητας πέρασε με τον καλύτερο στη λαϊκή κουλτούρα μέσω της μουσικής. Από την αρχή της δεκαετίας του 1960 και με την εμφάνιση των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι οι στίχοι του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη και του Γκάτσου μελοποιούνται και γίνονται γνωστοί στο ευρύ κοινό. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα το Άξιον Εστί των Θεοδωράκη – Ελύτη αποτελεί για πολλούς την επιτομή της ελληνικότητας.

Παράλληλα, το μουσικό ρεύμα του «νέου κύματος», που εμφανίστηκε σε αντιστοιχία κυρίως με το γαλλικό τραγούδι στα μέσα της δεκαετίας του 1960, μετέδωσε εξιδανικευμένες εικόνες του Αιγαίου σε ένα πιο χαμηλόφωνο κλίμα νεανικής ευαισθησίας και συντροφικής – ερωτικής ατμόσφαιρας.



Η ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Το Αιγαίο περιλαμβάνει διοικητικά τις περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, οι οποίες απαρτίζονται η πρώτη από τους νομούς Λέσβου, Χίου, Σάμου και η δεύτερη από τους νομούς Κυκλάδων και Δωδεκανήσου. Τα νησιά του Αιγαίου καλύπτουν 9.122 τ.χλμ. αποτελώντας το 6,9% της συνολικής επιφάνειας της χώρας. Διαθέτοντας 508.807 κάτοικους συγκεντρώνουν μόλις το 4,6% του συνολικού πληθυσμού, με 54,4 κατοίκους ανά τ.χλμ., ποσοστό αρκετά χαμηλότερο από τα αντίστοιχα επίπεδα σε σύνολο χώρας (83,1 κάτοικοι ανά τ.χλμ.).

Δημογραφικές εξελίξεις

Η δημογραφική εικόνα του Αιγαίου σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα δημογραφικά φαινόμενα των προηγούμενων 200 χρόνων, κυρίως εξαιτίας των έντονων μετακινήσεων πληθυσμού από και προς τα νησιά.

Μελετώντας την εξέλιξη που συντελέστηκε κατά την περίοδο 1961-2001 στο συνολικό πληθυσμό του Αιγαίου, διαπιστώνεται αύξηση του πληθυσμού της τάξης του 5,5%, η οποία δεν είναι ανάλογη στις δύο περιφέρειες, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου. Ενώ διαπιστώνεται αύξηση του πληθυσμού της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου κατά την περίοδο 1961-2001 της τάξης του 33,9%, μεγάλη είναι η μείωση που σημειώνεται στον πληθυσμό της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, η οποία ξεπερνά το 19%. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του πληθυσμού του Αιγαίου κατά την ίδια περίοδο ήταν αυξητικός κατά 1,7%, όταν ο αντίστοιχος μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου ήταν αυξητικός κατά 8%, ενώ στην περιφέρεια Βορείου Αιγαίου παρατηρείται μείωσή του της τάξης του 4,9%. Κατά τη δεκαετία 1991-2001 αύξηση παρατηρείται και στις δύο περιφέρειες του Αιγαίου, κατά συνέπεια και στο Αιγαίο (10,3%) συνολικά. Η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, η οποία ανήλθε σε 17%, σε αντίθεση με την περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, όπου ο πληθυσμός αυξήθηκε μόλις κατά 1,9%.

Βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά

Ο νησιωτικός χαρακτήρας του Αιγαίου βρίσκει το συνολικό πληθυσμό διαιρεμένο σε πολλές ολιγομελείς πληθυσμιακές ενότητες αριθμώντας συνολικά μόλις δεκατρία αστικά κέντρα (πόλεις με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων). Ο πληθυσμός του Αιγαίου, σε σημαντικό βαθμό αγροτικός (46,6% αγροτικός, 53,4% αστικός), παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις ως προς το βαθμό αστικότητας σε κάθε περιφέρεια και νομό. Συγκεκριμένα, στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου ο πληθυσμός σε ποσοστό 60,4% είναι αστικός, ενώ 39,6% είναι αγροτικός, όταν στην περιφέρεια Βορείου Αιγαίου τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 43,2% και 56,8% αντίστοιχα. Όσον αφορά τις επιμέρους περιοχές, ο νομός Δωδεκανήσου παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό αστικού πληθυσμού (75,1%), ενώ ο νομός Σάμου έχει τον περισσότερο αγροτικό πληθυσμό (65,5%). Ο νομός Δωδεκανήσου είναι ο πολυπληθέστερος, συγκεντρώνοντας το 37,4% των κατοίκων του Αιγαίου, ενώ το μικρότερο πληθυσμό έχει ο νομός Σάμου, συγκεντρώνοντας το 8,6%.

Με βάση το κριτήριο του φύλου, το Αιγαίο κατοικείται κατά 51,7% από άνδρες και σε ποσοστό 48,3% από γυναίκες. Στις επιμέρους περιφέρειες ο ανδρικός πληθυσμός της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου αποτελεί το 51,6% και ο γυναικείος το 48,4%, ενώ η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου κατοικείται από ανδρικό πληθυσμό κατά 51,8% και κατά 48,2% από γυναίκες. Εξετάζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία πληθυσμού κατά φύλο στους νομούς του Αιγαίου προκύπτει ότι η Σάμος συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών, ήτοι το 52,2% του πληθυσμού του νομού, ενώ ο νομός Χίου τις περισσότερες γυναίκες, ήτοι το 48,9%.

Ο βαθμός γήρανσης του πληθυσμού του Αιγαίου αποτυπώνεται από το δείκτη γήρανσης, ο οποίος παρουσιάζεται χαμηλότερος (157,2) από τον αντίστοιχο του συνολικού πληθυσμού της χώρας (170,1). Ωστόσο, η περιφέρεια Βορείου Αιγαίου διαφοροποιείται αισθητά από την περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, μια και εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλό δείκτη γήρανσης (223,7), ενώ ο αντίστοιχος της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου κυμαίνεται μόλις στο 119,9. Η ανωτέρω διαπίστωση προκύπτει και από την εξέταση του ποσοστού της πλέον ενεργής οικονομικά ηλικιακής κατηγορίας (20-44 ετών) στο συνολικό πληθυσμό του Αιγαίου. Η ηλικιακή κατηγορία 20-44 ετών συγκεντρώνει το 37,2% του συνολικού πληθυσμού του Αιγαίου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στις περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου ανέρχεται σε 34,3% και 39,1% αντίστοιχα. Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και από την εξέταση του δείκτη αντικατάστασης, ο οποίος στο συνολικό πληθυσμό του Αιγαίου ανέρχεται σε 108,1. Ο δείκτης στον πληθυσμό της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου βρίσκεται σε ικανοποιητικά επίπεδα (124,4), εν αντιθέσει με την περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, που βρίσκεται κάτω από τη μονάδα (88,7), αποτυπώνοντας έτσι τις προοπτικές περαιτέρω γήρανσης του πληθυσμού του Βόρειου Αιγαίου. Ο δείκτης εξάρτησης του συνολικού πληθυσμού του Αιγαίου δείχνει ότι οι συντηρούμενοι, δηλαδή οι κάτοικοι των ηλικιακών κατηγοριών 0-14 ετών και άνω των 65 ετών, βρίσκονται πάνω από το μέσο του παραγωγικού πληθυσμού (δείκτης εξάρτησης: 50,1). Διαφορετικά συμπεράσματα εξάγονται για τις επιμέρους περιφέρειες του Αιγαίου, μια και ο δείκτης εξάρτησης της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου ξεπερνά κατά πολύ το μέσο του παραγωγικού πληθυσμού (Δ.Ε.: 56,3), ενώ ο αντίστοιχος της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου βρίσκεται κάτω από το μέσο του ενεργού πληθυσμού (46,2).

Κατά τη διετία 2002-2003 διαπιστώνεται αύξηση των γεννήσεων από μητέρες που κατοικούν στο Αιγαίο της τάξης του 2,2%, ανώτερη από την αντίστοιχη καταγεγραμμένη αύξηση σε σύνολο χώρας (0,8%). Αξιοσημείωτη είναι η διαφορετική εξέλιξη που παρατηρείται στις γεννήσεις στις δύο περιφέρειες του Αιγαίου. Στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου κατά τη διετία 2002-2003 παρατηρήθηκε αύξηση των γεννήσεων της τάξης του 4,3%, σε αντίθεση με τις γεννήσεις στην περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, οι οποίες κατά την ίδια περίοδο σημείωσαν μείωση 1,9%.

Προσεγγίζοντας το θεσμό της οικογένειας στο Αιγαίο μέσω εξέτασης της ποσοστιαίας κατανομής σε άγαμο, έγγαμο και διαζευγμένο πληθυσμό δεν προκύπτει ουσιαστική διαφοροποίηση από τα δεδομένα του πληθυσμού που παρατηρούνται σε σύνολο χώρας. Ειδικότερα, το 50,28% του πληθυσμού του Αιγαίου δηλώνει έγγαμο, το 39,71% άγαμο και το 2,27% διαζευγμένο (49,91%, 39,66% και 2,46% αντίστοιχα σε σύνολο χώρας). Αναζητώντας ειδικότερα τη σχέση των ανωτέρω κατηγοριών οικογενειακής κατάστασης στις επιμέρους περιφέρειες διαπιστώνεται ότι στο Βόρειο Αιγαίο συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο ποσοστό εγγάμων 51,09%, ενώ στο Νότιο Αιγαίο οι περισσότεροι διαζευγμένοι (2,48%). Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η σχέση ανδρών/γυναικών διαζευγμένων, όπου παρατηρείται ότι το ποσοστό των διαζευγμένων γυναικών του πληθυσμού του Αιγαίου (2,8%) είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο σε σύνολο χώρας (3,15%), σε αντίθεση με τους διαζευγμένους άνδρες, το ποσοστό των οποίων στο συνολικό πληθυσμό είναι σχεδόν το ίδιο (Αιγαίο: 1,76%, χώρα: 1,77%).

Ως προς την εκπαίδευση, οι κάτοικοι του Αιγαίου βρίσκονται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το συνολικό πληθυσμό της χώρας, όπως αποκαλύπτουν στοιχεία της τελευταίας απογραφής πληθυσμού (2001) της Ε.Σ.Υ.Ε. Οι κάτοχοι διδακτορικού και μεταπτυχιακού τίτλου αποτελούν μόλις το 0,1% και 0,3% αντίστοιχα (σε σύνολο χώρας: 0,3% και 0,5% αντίστοιχα), ενώ οι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών και ΤΕΙ συγκεντρώνουν το 5,9% και 2,2% αντίστοιχα (σε σύνολο χώρας: 8,3% και 2,2% αντίστοιχα). Οι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης (σύνολο αποφοίτων Γυμνασίου και Λυκείου) αποτελούν το 18,6%, βρίσκονται δηλαδή χαμηλότερα από τα επίπεδα σε σύνολο χώρας, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 22,34%. Οι αναλφάβητοι κάτοικοι του Αιγαίου αποτελούν το 3,2% του συνόλου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό αναλφάβητων σε ολόκληρη τη χώρα ανέρχεται σε 3,6%. Σημειώνεται επίσης ότι αυτοί που εγκατέλειψαν το Δημοτικό αλλά γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση αποτελούν το 6,8% (σε σύνολο χώρας: 6,26%), ενώ οι απόφοιτοι Δημοτικού στο Αιγαίο αποτελούν το 35,4% (το 30,5% σε σύνολο χώρας). Στις επιμέρους περιφέρειες παρατηρείται κοινή εικόνα αντιπροσώπευσης των ομάδων εκπαιδευτικού επιπέδου, με μοναδική εξαίρεση τη διαφοροποίηση που διαπιστώνεται στους αποφοίτους Δημοτικού, οι οποίοι, ενώ στην περιφέρεια Βορείου Αιγαίου αποτελούν το 37,53%, στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου είναι το 33,97%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό σε σύνολο χώρας φτάνει το 30,49%. Διαφορά διαπιστώνεται επίσης στη γεωγραφία των αναλφάβητων κατοίκων του Αιγαίου. Στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου καταλαμβάνουν το 3,51% ενώ στο Βόρειο Αιγαίο αποτελούν το 2,77%.

Οι καταγεγραμμένοι μετανάστες (2001) που κατοικούν στα νησιά του Αιγαίου ανέρχονται σε 37.823 άτομα αποτελώντας το 5% του συνόλου των μεταναστών που κατοικούν σε ολόκληρη τη χώρα. Ως αιτίες μετανάστευσης αναφέρουν την αναζήτηση εργασίας, την επανένωση της οικογένειας, τον επαναπατρισμό ή την παλιννόστηση, την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την αναζήτηση ασύλου και την προσφυγιά. Το 78,8% είναι 15-64 ετών, το 17,3% είναι ηλικίας 0-14 ετών και μόλις το 4% ανήκει στην ηλικιακή κατηγορία 65 ετών και άνω. Σε αστικές περιοχές συγκεντρώνεται το 59,8% του συνόλου των μεταναστών που κατοικεί στα νησιά του Αιγαίου, ενώ το υπόλοιπο 40,2% βρίσκεται σε αγροτικές περιοχές. Οι άνδρες μετανάστες αποτελούν το 51,9% του συνόλου των μεταναστών, ενώ το υπόλοιπο 48,1% οι γυναίκες. Η πλειονότητα των καταγεγραμμένων μεταναστών βρίσκεται στην περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, ήτοι το 74,3%, ενώ μόλις το 25,7% κατοικεί στο Βόρειο Αιγαίο. Μεγάλη διαφορά παρουσιάζει το ποσοστό των ανδρών μεταναστών στις δύο περιφέρειες του Αιγαίου. Συγκεκριμένα, στο Βόρειο Αιγαίο το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 55,4% ενώ στο Νότιο κυμαίνεται στο 50,7%. Οι περισσότεροι καταγεγραμμένοι μετανάστες προέρχονται από τη Βουλγαρία.

Επίσης, σημαντικός είναι ο αριθμός των παλιννοστούντων Ελλήνων της διασποράς που έρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τον Καναδά και τη Γερμανία. Άλλωστε στο Αιγαίο παρατηρούνται τα μεγαλύτερα ποσοστά επαναπατρισμού. Ειδικότερα, οι παλιννοστούντες Έλληνες αποτελούν το 15% και 12% του συνόλου των μεταναστών στο Βόρειο και Νότιο Αιγαίο αντίστοιχα.

Ο συνολικός πληθυσμός του Αιγαίου κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια αυξήθηκε κατά 5,5%, με σύνολο πληθυσμού, κατά την τελευταία απογραφή, τους 508.807 κατοίκους, σημειώνοντας πληθυσμιακή πυκνότητα της τάξης των 54,4 κατοίκων/τ.χλμ. Θετικοί κρίνονται οι δημογραφικοί δείκτες του συνολικού πληθυσμού του Αιγαίου· σημαντικές, ωστόσο, είναι οι διαπεριφερειακές αποκλίσεις των περιφερειών του Αιγαίου. Πιο συγκεκριμένα, ο πληθυσμός του Βόρειου Αιγαίου χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα δυσμενείς τιμές των δεικτών γήρανσης και εξάρτησης, σε αντίθεση με τον πληθυσμό της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, όπου ο πληθυσμός σημειώνει θετικότερες από τις μέσες τιμές σε σύνολο χώρας. Οι τιμές των δεικτών αντικατάστασης αποδεικνύουν ότι αναμένεται περαιτέρω γήρανση του πληθυσμού της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (βρίσκεται κάτω από τη μονάδα, 88,7%), σε αντίθεση με τον πληθυσμό του Νότιου Αιγαίου, όπου η τιμή του αντίστοιχου δείκτη βρίσκεται αρκετά πάνω από τη μονάδα (108,1%).


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


Ο ιστορικός που θα επιχειρήσει να ασχοληθεί με τη μελέτη των πληθυσμών σε παλαιότερες περιόδους θα έρθει αντιμέτωπος με ορισμένα προβλήματα που έχουν να κάνουν κυρίως με την έλλειψη αξιόπιστων πηγών. Ειδικά όσον αφορά την περιοχή που εξετάζεται εδώ, οι αξιόπιστες στατιστικές μαρτυρίες, π.χ. απογραφές του πληθυσμού με σύγχρονες μεθόδους, λείπουν παντελώς πριν από το 19ο αιώνα, ενώ οι όποιες πηγές γίνονται όλο και σπανιότερες όσο προχωράμε βαθύτερα στο παρελθόν. Πολύ συχνά λοιπόν οι διαθέσιμες πηγές μάς παρέχουν περισσότερο εκτιμήσεις σε σχέση με την κίνηση του πληθυσμού και λιγότερο ακριβή ποσοτικά δεδομένα. Άλλωστε, οι συγκεκριμένες πηγές δε δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του σύγχρονου ιστορικού, αλλά τις ανάγκες των εκάστοτε διοικούντων που ήταν σίγουρα διαφορετικές από τις δικές μας.

Παράγοντες που επηρέασαν την κίνηση του πληθυσμού στο Αιγαίο

Η κίνηση του πληθυσμού στην περιοχή του Αιγαίου κατά τους νεότερους χρόνους επηρεάστηκε θετικά ή αρνητικά από μια σειρά παραγόντων που έδρασαν καθ’ όλη τη διάρκεια της προς εξέταση περιόδου.

Πρόκειται καταρχάς για παράγοντες που σχετίζονται λιγότερο ή περισσότερο με τη λειτουργία της φύσης, όπως οι επιδημίες και οι φυσικές καταστροφές. Η κατά τεκμήριο χαμηλή ποιότητα της διατροφής, σε συνδυασμό με τις όχι ιδιαίτερα καλές συνθήκες υγιεινής και το μάλλον χαμηλό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων, καθιστούσαν τον πληθυσμό περισσότερο ευάλωτο σε ασθένειες. Ειδικά για την περιοχή του Αιγαίου θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ακόμη ένας ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας: τα νησιά του Αιγαίου βρίσκονταν πάνω σε εμπορικούς δρόμους και δεν προστατεύονταν από τη σχετική απομόνωση που απολάμβαναν ίσως κάποιες αγροτικές περιοχές. Έτσι η περιοχή του Αιγαίου βρέθηκε πάνω στο ίχνος της διαδρομής που διέγραψαν οι επιδημίες στο πέρασμά τους από την Ανατολή προς τη Δυτική Ευρώπη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα νησιά του Αιγαίου επλήγησαν ιδιαίτερα από την πανώλη κατά τα έτη: 1445, 1456-1457, 1522-1524, 1537, 1641, 1678-1679, 1687-1689, 1716, 1741, 1759-1760, 1781-1783, 1787-1789, 1812-1814 – και αυτές είναι μόνο κάποιες επιδημίες που είχαν μεγαλύτερη διάδοση στο νησιωτικό χώρο του Αιγαίου. Ο συνολικός κατάλογος όλων των επιδημιών που έπληξαν, κάποτε μάλιστα με ιδιαίτερη σφοδρότητα, συγκεκριμένα νησιά είναι κατά πολύ μακρύτερος. Στις απώλειες από τις ασθένειες έρχονται να προστεθούν εκείνες που προκλήθηκαν από τις διάφορες φυσικές καταστροφές, κυρίως σεισμούς και εκρήξεις των ηφαιστείων της Θήρας και της Νισύρου.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τους καθαρά ανθρωπογενείς παράγοντες. Οι πόλεμοι, με κυριότερους τους βενετο-οθωμανικούς (16ος, 17ος, αρχές 18ου αι.), η επέμβαση των Ρώσων στο Αιγαίο (1769-1774), η Επανάσταση του 1821 και τέλος η ταραγμένη περίοδος 1910-1922, πέρα από τις απώλειες που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, προκάλεσαν και εκτεταμένες μετακινήσεις πληθυσμών, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά τη δημογραφική ισορροπία.

Τη σειρά των παραγόντων που επηρέασαν την κίνηση του πληθυσμού συμπληρώνουν και οι κάθε είδους μεταναστεύσεις που ήταν ένα ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο στο χώρο του Αιγαίου.

Η σύνθεση του πληθυσμού

Η σύνθεση του πληθυσμού του Αιγαίου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς περιλαμβάνει έξι διαφορετικές εθνοπολιτισμικές ομάδες. Εκτός από τους ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς, που είναι και η πολυπληθέστερη ομάδα, συναντάμε: 1. Μουσουλμάνους κυρίως στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και σε ορισμένα νησιά των Δωδεκανήσων όπως η Κως και η Ρόδος, 2. Αρβανίτες, κυρίως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στο βορειοανατολικό Αιγαίο και σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων όπως η Άνδρος, η Ίος, η Κέα και η Κύθνος, 3. Εβραίους στη Ρόδο, την Κω και τη Λέσβο, 4. Ολιγομελείς κοινότητες Αρμενίων στη Ρόδο, τη Λέσβο και τη Νάξο και 5. Καθολικούς, κυρίως στις Κυκλάδες, με τις σημαντικότερες κοινότητες να βρίσκονται στη Σύρο, την Τήνο, τη Νάξο, τη Θήρα, τη Μήλο, την Πάρο και τη Σίφνο.

Μετακινήσεις πληθυσμών

Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε στις κάθε είδους μετακινήσεις που επηρέασαν την ιστορία των πληθυσμών αυτών στην πορεία του χρόνου, ξεκινώντας από την εποχή της λατινοκρατίας και φτάνοντας ως τη δεκαετία του 1960.

Μετακινήσεις προσφύγων

Το Αιγαίο υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα το θέατρο πολεμικών συγκρούσεων, οι οποίες, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσαν και σε πληθυσμιακές μετακινήσεις, περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένες. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και των γειτονικών περιοχών, αλλά και άλλων περιοχών, όπως το Ναύπλιο και τα Δωδεκάνησα, από τους Οθωμανούς, μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατευθύνθηκε προς βενετοκρατούμενες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης. Το κενό που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες προσπάθησαν οι νέοι κυρίαρχοι να καλύψουν με εποικισμούς. Η κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς (1669) προκαλεί εκτεταμένη μετακίνηση πληθυσμών προς τις άλλες βενετικές κτήσεις στην Ανατολή, αλλά και σε μικρότερη κλίμακα προς την ίδια τη Βενετία και σε νησιά του Αιγαίου. Η ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς (1715) ώθησε ένα μέρος του πληθυσμού της να καταφύγει στα Ιόνια νησιά και στα νησιά του Αρχιπελάγους. Τέλος, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1769-1774) και η συνακόλουθη ρωσική κατοχή των Κυκλάδων (1770-1774) προκάλεσαν εκτεταμένες μετακινήσεις προσφύγων, κατά κύριο λόγο από την Πελοπόννησο, αρχικά προς τις Κυκλάδες και στη συνέχεια προς τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας.

Η επόμενη μεγάλη πολεμική αναστάτωση στην περιοχή, η Ελληνική Επανάσταση του 1821, προκάλεσε επίσης εκτεταμένες μετακινήσεις προσφύγων. Μικρασιάτες, Χιώτες, Ψαριανοί, Μακεδόνες, Ηπειρώτες, Κρητικοί και Κάσιοι εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους αυτή την περίοδο. Αποτέλεσμα αυτών των μετακινήσεων είναι η δημιουργία νέων οικισμών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ερμούπολη της Σύρου, όπου εγκαταστάθηκαν κατά κύριο λόγο Χιώτες, Ψαριανοί και Μικρασιάτες.

Οι τελευταίες προσφυγικές μετακινήσεις που έλαβαν χώρα στο Αιγαίο χρονολογούνται στην ταραγμένη περίοδο που διήρκεσε από το 1911 ως το 1924. Ο χορός των μετακινήσεων αυτών ξεκίνησε το 1911 και οφειλόταν στη σκλήρυνση της στάσης των Οθωμανών έναντι των ελληνορθόδοξων της Μικράς Ασίας. Τότε π.χ. εγκαταστάθηκαν στη Νάξο πρόσφυγες από το Αϊβαλί, ενώ παράλληλα Ναξιώτες μετανάστες επέστρεψαν από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας στον τόπο καταγωγής τους. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την αναγκαστική φυγή των ελληνορθοδόξων από τις πατρίδες τους, Μικρασιάτες πρόσφυγες περνούν στην Ελλάδα μέσω των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, ενώ σύμφωνα με τις απογραφές του 1923 και του 1928 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ήταν εγκατεστημένοι, εκτός των άλλων, και στους νομούς Ευβοίας, Ηρακλείου, Κυκλάδων, Λασιθίου, Λέσβου, Ρεθύμνου, Σάμου, Χανίων και Χίου.

Εποικισμοί

Οργανωμένοι εποικισμοί παρατηρήθηκαν ήδη από την περίοδο της Φραγκοκρατίας και είχαν στόχο την ενίσχυση του πληθυσμιακού «κεφαλαίου» των περιοχών στις οποίες εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, αφού διαφορετικά ήταν αδύνατη η εφαρμογή της όποιας πολιτικής ή οικονομικής επιδίωξης των κυριάρχων. Έτσι, το 1413 εποικίστηκε η αραιοκατοικημένη Αστυπάλαια με πληθυσμούς προερχόμενους από την Τήνο και τη Μύκονο. Οι εποικισμοί επίσης πολλές φορές έρχονταν να καλύψουν τις ανάγκες που δημιουργούσαν οι διάφοροι πολεμικοί ανταγωνισμοί. Το 1450 και το 1493 εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο δύο ομάδες Χαλκητών με σκοπό να αναλάβουν την κατόπτευση του θαλάσσιου χώρου, δεδομένου του οθωμανικού κινδύνου που προερχόταν από τα απέναντι μικρασιατικά παράλια.

Το πιο γνωστό παράδειγμα εποικισμού που ήταν οργανωμένος από την κεντρική εξουσία είναι η υποχρεωτική μετακίνηση πληθυσμών προερχόμενων από διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με στόχο την ενίσχυση του πληθυσμού της πρόσφατα κατακτημένης Κωνσταντινούπολης, το γνωστό sürgün. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής μετακινήθηκαν προς την πρωτεύουσα, εκτός των άλλων, και πληθυσμοί από νεοκατακτημένα νησιά του Αιγαίου, όπως η Θάσος, η Σαμοθράκη, η Ίμβρος, η Λήμνος και η Λέσβος.

Αντιθέτως, στην πύκνωση του πληθυσμού νησιών του Αιγαίου στόχευε μια σειρά μέτρων που έλαβε η οθωμανική διοίκηση, η οποία γνώριζε ότι η ενίσχυση του αραιού πληθυσμού των νησιών αποτελούσε προϋπόθεση για την εμπέδωση της εξουσίας της. Αυτό συνέβη στη Ρόδο το 1522, δηλαδή μετά την κατάκτηση του νησιού. Το ίδιο έγινε και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), όταν οι Οθωμανοί επιδίωξαν συστηματικά τον ανασυνοικισμό και την πληθυσμιακή ενίσχυση της Σάμου, του Αγίου Ευστρατίου και της Μυκόνου. Την ίδια επίσης περίοδο παρατηρήθηκε σταδιακή ενίσχυση του δημογραφικού κεφαλαίου των Βορείων Σποράδων αλλά και των Ψαρών με πληθυσμιακές εισροές προερχόμενες από τη Θεσσαλία και την Εύβοια.

Θα κλείσουμε το κεφάλαιο των εποικισμών που έλαβαν χώρα στο Αιγαίο με το παράδειγμα των Αρβανιτών. Το 1402, έπειτα από πρόσκληση των εκεί βενετικών αρχών, Αρβανίτες της Αττικής και της Βοιωτίας εγκαθίστανται στη νότια Εύβοια. Το 1418 ο κύριος της Ίου, Μάρκος Κρίσπος Α΄, εγκατέστησε στο νησί Αρβανίτες εποίκους προερχόμενους από την Πελοπόννησο με σκοπό το συνοικισμό του μέχρι τότε μάλλον ακατοίκητου τμήματος του νησιού. Το 1558 όμως το νησί ερήμωσε εκ νέου εξαιτίας επιδρομής μουσουλμάνων πειρατών και χρειάστηκε και νέος εποικισμός, το 1575, πάλι με Αρβανίτες, στο πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας αυτή τη φορά. Την ίδια περίπου εποχή Αρβανίτες από την Αττική και την Πελοπόννησο χρησιμοποιήθηκαν για τον εποικισμό της Κέας και της Κύθνου, των νησιών του Αργοσαρωνικού και τέλος της Σάμου στο πλαίσιο του ανασυνοικισμού του νησιού.

Μετανάστευση

Η μετανάστευση ήταν ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο στο Αιγαίο και εξυπηρετούσε διττό στόχο: αφενός επέτρεπε τον προσπορισμό πρόσθετων εισοδημάτων που έρχονταν να ενισχύσουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό και αφετέρου ελάφρυνε δημογραφικά τις νησιωτικές κοινότητες, διοχετεύοντας αλλού ένα μέρος του πληθυσμού τους. Αυτή ήταν άλλωστε και η μόνιμη αγωνία των τοπικών κοινοτικών αξιωματούχων, τουλάχιστον καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας: να κρατήσουν την ισορροπία μεταξύ μεταναστών και μόνιμων κατοίκων σε ένα επίπεδο που να μη δυσχεραίνει την ομαλή λειτουργία των τοπικών κοινοτήτων.

Οι μετανάστες κατευθύνονταν είτε προς άλλα νησιά –π.χ. κάτοικοι προερχόμενοι από την Ανάφη, τη Νάξο, την Αστυπάλαια, την Κάλυμνο και τη Ρόδο εγκαταστάθηκαν από το 16ο ως το 17ο αιώνα στην Αμοργό- είτε προς την εκατέρωθεν ενδοχώρα του Αιγαίου. Ο χρόνος παραμονής τους στους χώρους υποδοχής ποίκιλλε από μερικούς μήνες, στην περίπτωση των εποχικών μεταναστών, ως και τη μόνιμη εγκατάσταση.

Ένα πολύ συχνό μεταναστευτικό πρότυπο, που διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ού αι., ήταν η μετακίνηση νέων ατόμων και των δύο φύλων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, κυρίως στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Οι μεν άνδρες απασχολούνταν σε διάφορα επαγγέλματα, συχνά μάλιστα εξειδικεύονταν σε κάποιο επάγγελμα με κριτήριο τον τόπο καταγωγής τους. Έτσι π.χ. οι Ναξιώτες που εγκαθίσταντο στα Βουρλά –οικισμός κοντά στη Σμύρνη– γίνονταν βουτσάδες (κατασκευαστές μεγάλων ξύλινων βαρελιών για κρασί), ενώ οι γυναίκες εργάζονταν κατά κύριο λόγο ως υπηρέτριες. Αυτή η πρακτική ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στις Κυκλάδες.

Τα μικρασιατικά παράλια αποτέλεσαν ισχυρό πόλο έλξης και για τους κατοίκους των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Οι επαφές αυτές διευκολύνθηκαν από τη μικρή απόσταση, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού νησιών όπως η Λήμνος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ρόδος, το Καστελόριζο κ.ά. να μεταναστεύει είτε εποχικά είτε για μεγαλύτερα διαστήματα προς μέρη της απέναντι ακτής. Άλλωστε, δεν είναι λίγοι οι οικισμοί που δημιουργήθηκαν εκεί από τέτοιους μετανάστες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι οι πρώτοι οικιστές του Αϊβαλιού, μιας από τις σημαντικότερες πόλεις των μικρασιατικών παραλίων με ελληνορθόδοξο πληθυσμό, είχαν έρθει από την κοντινή Λέσβο.

Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας ενισχύθηκε κατά πολύ στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η ενίσχυση αυτή σχετίζεται αφενός με το ευνοϊκό πολιτικό κλίμα που δημιουργήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων του τανζιμάτ που εφαρμόστηκαν από τη δεκαετία του 1830 και μετά, και αφετέρου με τη μεγάλη ανάπτυξη των αστικών κέντρων των δυτικών παραλίων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Σμύρνη, κυρίως στο β΄ μισό του 19ου αιώνα. Ήταν αυτό το ρεύμα που άλλαξε ριζικά και την πληθυσμιακή σύνθεση των εν λόγω περιοχών προς όφελος των ελληνορθόδοξων.

Η δημιουργία του ελληνικού κράτους και η όλο και μεγαλύτερη ανάπτυξη της Αθήνας και του Πειραιά έφεραν εκεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού της αγροτικής ενδοχώρας, εξέλιξη που επηρέασε και τα νησιά του Αιγαίου. Αυτή η κίνηση έγινε ιδιαίτερα αισθητή από το β΄ μισό του 19ου αιώνα. Δύο άλλοι σημαντικοί χώροι υποδοχής μεταναστών από τα νησιά του Αιγαίου –και όχι μόνο– ήταν η Ερμούπολη της Σύρου, επίσης πολύ σημαντικό λιμάνι μέχρι που ξεπεράστηκε από τον Πειραιά, και η Σέριφος. Η εισροή νεοφερμένων στη Σέριφο συνδέεται με τη λειτουργία των μεταλλείων (1829-1934) που προσέλκυσαν μετανάστες από την Ανάφη, τη Νάξο, την Κρήτη, τη Ρόδο, τη Σάμο, τη Σύρο και τη Χίο, αλλά και από περιοχές της ηπειρωτικής ενδοχώρας, όπως η Πελοπόννησος και η Αθήνα ακόμη.

Από τη δεκαετία του 1830 και μετά, μετανάστες με καταγωγή από το Αιγαίο άρχισαν να κατευθύνονται και προς τόπους εκτός της επικράτειας τόσο του ελληνικού κράτους όσο και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συνηθισμένος προορισμός ήταν η Αίγυπτος, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της διάνοιξης της διώρυγας του Σουέζ (1859-1869) αλλά και αργότερα. Πολλοί νησιώτες κατευθύνθηκαν τότε προς τα εκεί και απασχολήθηκαν ως ανειδίκευτοι εργάτες. Χαρακτηριστικό, σε καμία περίπτωση όμως μοναδικό, παράδειγμα αποτελούν οι Κάσιοι, οι οποίοι μάλιστα μετά το 1898 μετακινήθηκαν προς τη Μοζαμβίκη και απασχολήθηκαν στην κατασκευή του εκεί σιδηροδρομικού δικτύου. Κατά το 19ο αιώνα και ως τις αρχές του 20ού εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο μετανάστες με καταγωγή από Ρόδο, Κάλυμνο, Λέρο, Νίσυρο, Σύμη, Καστελόριζο, Κρήτη, Κύθηρα, Κάρυστο, Σέριφο, Σίφνο, Αμοργό, Ίμβρο, Άγιο Ευστράτιο, Χίο, Σάμο, Ικαρία και Λέσβο. Στο τμήμα της Αφρικής νοτίως της Αιγύπτου κατά την ίδια περίοδο βρίσκουμε εγκαταστημένους Κρητικούς, Δωδεκανήσιους, Σαμιώτες, Λέσβιους και Λημνιούς. Όπως ήταν αναμενόμενο, αρκετοί ήταν και οι νησιώτες που κατευθύνθηκαν προς υπερπόντιους προορισμούς, όπως η Αμερική και η Αυστραλία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Ικαριώτες και τους Κυθήριους.

Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο το μεταναστευτικό ρεύμα που κατευθυνόταν από την αγροτική ενδοχώρα προς τα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Οι νησιώτες προτιμούσαν για την εγκατάστασή τους την Αθήνα και τον Πειραιά. Παράλληλα, συνέχισαν να μεταναστεύουν και προς τους ήδη γνωστούς για αυτούς εξωτερικούς προορισμούς. Το επόμενο, πραγματικά μεγάλο, κύμα εσωτερικής μετανάστευσης, που κατευθύνθηκε επίσης προς τα μεγάλα αστικά κέντρα σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ειδικά όσον αφορά τα νησιά του Αρχιπελάγους, οι πληθυσμιακές εκροές της περιόδου 1956-1961 ξεπέρασαν τις αντίστοιχες εισροές κατά 108%. Το 1960, το 23% του πληθυσμού του πολεοδομικού συγκροτήματος Αθηνών – Πειραιώς προέρχεται από τα νησιά και αναλύεται ως εξής: νησιά Ιονίου 4%, Αρχιπέλαγος 13,9% και Κρήτη 5,3%. Η εξωτερική μετανάστευση συνεχίζεται και αυτή την περίοδο, είναι όμως αισθητά μικρότερη σε σχέση με την εσωτερική: από τα νησιά του Αρχιπελάγους κατάγεται το 6% του συνολικού ποσοστού των μεταναστών που εγκαταλείπουν τη χώρα κατά την περίοδο 1955-1959. Το ποσοστό μειώνεται ελαφρώς κατά την περίοδο 1960-1964. Ακολουθώντας τις γενικότερες τάσεις που ρύθμιζαν τη συμπεριφορά των Ελλήνων μεταναστών αυτή την περίοδο, οι νησιώτες κατευθύνονταν πια κυρίως προς ευρωπαϊκούς και δευτερευόντως προς υπερπόντιους προορισμούς.

Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη περιήγηση με μια επισήμανση. Οι κάθε είδους μετακινήσεις πληθυσμών αποτελούσαν μια συνηθισμένη πρακτική με βαθιές ρίζες στο χώρο του Αιγαίου. Στο πλαίσιο λοιπόν μιας ιδιαίτερα αναπτυγμένης μεταναστευτικής κουλτούρας οι νησιώτες προσπάθησαν, τις περισσότερες φορές με επιτυχία, να διατηρήσουν την επαφή με τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής τους. Σε αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν και οι πολυάριθμες αδελφότητες και οι σύλλογοι που διαχρονικά φρόντιζαν να ιδρύουν στους τόπους υποδοχής τους. Οι θεσμοί αυτοί λειτουργούσαν και λειτουργούν ακόμη ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής και ενίσχυσης της ιδιαίτερης ταυτότητας των μελών τους.


ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΕΞΟΡΙΑΣ


Το Αιγαίο πέλαγος είχε το θλιβερό προνόμιο να χρησιμοποιηθεί ως τόπος εξορίας και φυλακής από την Αρχαιότητα. Ήδη από τα Ρωμαϊκά χρόνια στέλνονταν εξόριστοι στη Γυάρο.

Στα νεότερα χρόνια, το μέτρο της εκτόπισης και της φυλάκισης των πολιτικών αντιπάλων του εκάστοτε καθεστώτος ξεκίνησε με τη θέσπιση μιας σειράς ειδικών νόμων (όπως ο νόμος του 1919 και ο νόμος 4229/1929, γνωστός ως «ιδιώνυμο»). Κατά την προπολεμική περίοδο οι εκτοπίσεις αποσκοπούσαν στην απομόνωση όσων θεωρούνταν επικίνδυνοι για το καθεστώς και στην παρεμπόδιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων τους. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου συστηματοποίησε το θεσμό και πολλαπλασίασε τον αριθμό των εξορίστων που κατά την τετραετία 1936-1940 ξεπέρασε τις 5.000. Ως τόποι εξορίας επιλέχθηκαν τα μικρά άγονα και απομονωμένα νησιά του Αιγαίου, στα οποία οι συνθήκες διαβίωσης ήταν σκληρές, ενώ η δραπέτευση από αυτά εξαιρετικά δύσκολη. Το 1937, με απόφαση του υφυπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας, τα νησιά Άγιος Ευστράτιος (Αϊ-Στράτης), Ανάφη, Σίφνος και Φολέγανδρος ορίζονται «ως τόποι εξορίας των ήσσονος βαθμού σοβαρότητος κομμουνιστών».

Με την έναρξη του Εμφυλίου οι διώξεις παίρνουν μαζικό χαρακτήρα. Στο δίκτυο των νησιών εξορίας προστίθενται η Ικαρία και η Λήμνος, ενώ ιδρύονται οι φυλακές της Γυάρου και τα στρατόπεδα εξορίας στη Μακρόνησο, τη Χίο και το Τρίκερι.

Όταν ο Εμφύλιος πόλεμος έληξε, οι εκτοπίσεις περιορίστηκαν. Οι κυβερνήσεις του 1951-1952 κατάργησαν τα στρατόπεδα της Γυάρου και της Μακρονήσου, και ως το 1967 το μέτρο του εκτοπισμού αδρανοποιήθηκε και τα στρατόπεδα εξορίας διαλύθηκαν. Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας επαναλειτούργησαν τα στρατόπεδα της Γυάρου και ιδρύθηκαν στρατόπεδα στο Παρθένι και το Λακκί της Λέρου, ενώ έγιναν και μεμονωμένες εκτοπίσεις σε ορισμένα νησιά.

Μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 ο θεσμός των εκτοπίσεων, που είχε ήδη καταδικαστεί ηθικά, καταργείται πλέον οριστικά και νομικά.

Κατά την περίοδο που ίσχυε ο θεσμός των εκτοπίσεων, δηλαδή μεταξύ 1928 και 1971, χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 29 νησιά του Αιγαίου ως τόποι εξορίας και φυλακής. Πρόκειται για τα νησιά: Άγιος Ευστράτιος, Αίγινα, Αλόννησος, Αμοργός, Ανάφη, Αντικύθηρα, Αντίπαρος, Γαύδος, Γυάρος, Θήρα, Ικαρία, Ίος, Κίμωλος, Κύθηρα, Λέρος, Λήμνος, Μακρόνησος, Μήλος, Νάξος, Πάρος, Σαμοθράκη, Σέριφος, Σίκινος, Σίφνος, Σκύρος, Τρίκερι, Φολέγανδρος, Φούρνοι, Χίος. Επίσης, για μικρότερο χρονικό διάστημα έχουν φιλοξενήσει μικρό αριθμό εξορίστων τα νησιά Άνδρος, Τήνος, Σύρος, Κύθνος, Μύκονος και Σκιάθος.

Από τα παραπάνω νησιά το μεγαλύτερο πλήθος κρατουμένων δέχτηκαν η Μακρόνησος, η Γυάρος, ο Αϊ-Στράτης, η Ανάφη και η Ικαρία.

Οι πιο σημαντικές περιπτώσεις

Μακρόνησος

Η Μακρόνησος, η οποία δίκαια χαρακτηρίστηκε «κολαστήριο», αποτέλεσε φυλακή για πολιτικούς κρατουμένους σε πρωτοφανή για την ιστορία της Ελλάδας κλίμακα. Χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας για πρώτη φορά το 1947, αρχικά ως στρατιωτική μονάδα για την απομόνωση στρατιωτικών με αριστερά φρονήματα. Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν 1.100 αξιωματικοί του στρατού που είχαν πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Σε αυτούς αργότερα προστέθηκαν απλοί στρατιώτες και πολίτες, άνδρες και γυναίκες. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1947-1950 πέρασαν από τη Μακρόνησο 27.000 οπλίτες, 1.100 έφεδροι αξιωματικοί και 30.000 πολίτες. Η Μακρόνησος αποτέλεσε χώρο ηθικής εξόντωσης των αντιφρονούντων. Επάνω στο νησί λειτούργησαν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (Σ.Φ.Α.), το στρατόπεδο των πολιτικών εξορίστων, τα Α΄, Β΄, και Γ΄ Ειδικά Τάγματα Οπλιτών και το Πρότυπο Κέντρο Διαπαιδαγωγήσεως Ανηλίκων.

Στις 16 Μαΐου 1989, με την απόφαση 1985/252 της υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, η Μακρόνησος ανακηρύχθηκε ιστορικός τόπος.

Άγιος Ευστράτιος (Αϊ-Στράτης)

Το απομονωμένο νησί του Βόρειου Αιγαίου χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας από το 1928 ως το 1962, οπότε με απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας επέστρεψαν και οι τελευταίοι εξόριστοι. Η διαβίωση των εκτοπισμένων γινόταν σε πρόχειρους καταυλισμούς κάτω από εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Ανάμεσα στους εξόριστους της προπολεμικής περιόδου ήταν ο Δημήτρης Γληνός και ο Κώστας Βάρναλης. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου εκτοπίστηκαν στο νησί 3.500 άνδρες και γυναίκες ανάμεσα στους οποίους ο γενικός γραμματέας του Αγροτικού Κόμματος Κώστας Γαβριηλίδης, ο Μάνος Κατράκης, ο Μενέλαος Λουντέμης και ο Γιάννης Ρίτσος.

Ανάφη

Το νησί των Κυκλάδων χρησιμοποιήθηκε για τον εκτοπισμό πολιτικών εξορίστων από το 1923 ως και την Απριλιανή δικτατορία. Ο αριθμός των εξορίστων πολλές φορές έφτανε αυτόν των κατοίκων της Ανάφης. Η διαβίωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και νερού.

Ικαρία

Στο νησί του Ανατολικού Αιγαίου εκτοπίστηκαν την περίοδο 1947-1949 συνολικά 7.283 άνθρωποι. Οι εξόριστοι, που κατανεμήθηκαν στα διάφορα χωριά του νησιού, επιβίωσαν κυρίως χάρη στη συμπαράσταση των κατοίκων της Ικαρίας.


ΤΟ ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Στον αιγαιακό χώρο το εθιμικό δίκαιο έως το πρόσφατο παρελθόν συνιστούσε ισχυρό ρυθμιστικό παράγοντα στη λειτουργία των νησιωτικών κοινωνιών. Οι εθιμικοί κανόνες σε κάποιες περιπτώσεις είχαν αποτυπωθεί γραπτά, είτε με τη μορφή κοινοτικών αποφάσεων που αφορούσαν συγκεκριμένα πρακτικά θέματα της ζωής των κατοίκων είτε –μεταγενέστερα– με τη μορφή λογιότερων κειμένων που ρύθμιζαν με λεπτομέρειες την κοινοτική διοίκηση, τις συναλλαγές και γενικότερα τη λειτουργία των νησιωτικών κοινοτήτων.

Προσπαθώντας κάποιος να ανακαλύψει έναν κοινό παρονομαστή στο Αιγαίο θα εκπλαγεί από την πολυμορφία και την ποικιλία των εθιμικών πρακτικών. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό γραπτών και άγραφων νόμων που προκύπτει από τις παραλλήλως ισχύουσες τάξεις δικαίου (π.χ. του εκκλησιαστικού και του οθωμανικού ή του βενετικού), την τάση επιβολής του καθενός από αυτά εις βάρος των άλλων αλλά και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Νοταριακό σύστημα, κοινότητα και μεταβιβάσεις

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας διατηρούνταν σε αρκετές νησιωτικές κοινότητες οργανωμένο νοταριακό σύστημα, αποτέλεσμα της βενετικής και γενουατικής επιρροής, το οποίο εξυπηρετούσε και τους ιδιώτες και τις κοινότητες των νησιών. Αυτό αφορούσε τη θεσμοθετημένη παράδοση της προσφυγής των κατοίκων των νησιών στον νοτάριο όταν επρόκειτο να κληροδοτήσουν, να μεταβιβάσουν, να πωλήσουν, να δωρίσουν ή να ανταλλάξουν οποιοδήποτε ακίνητο περιουσιακό τους στοιχείο.

Η κοινότητα, από την άλλη πλευρά, έπρεπε να έχει εποπτεία των περιουσιακών στοιχείων των κατοίκων ώστε να κάνει στους φορολογούμενους την τελική κατανομή των φόρων που επέβαλλε η οθωμανική εξουσία. Οι κάτοικοι των νησιών κατοχύρωναν με αυτό τον τρόπο τα περιουσιακά τους στοιχεία και είχαν ένα ισχυρό όπλο στα χέρια τους ώστε να αποκρούσουν πιθανές αμφισβητήσεις ή διεκδικήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό άντρες και γυναίκες εμφανίζονται να πωλούν, να αγοράζουν και γενικά να μεταβιβάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τα ακίνητα που αποτελούν περιουσία τους. Εκτός από τις μεταβιβάσεις που αφορούν προικοδότηση και κληρονομιά, ένα ακίνητο μπορούσε να μεταβιβαστεί μέσω αγοράς ή ανταλλαγής με άλλο ακίνητο ή περιουσιακό στοιχείο.

Ο θεσμός της προτίμησης

Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση και χωροθέτηση των ιδιοκτησιών στο Αιγαίο έπαιξε ο θεσμός της προτίμησης που εφαρμόστηκε με συνέπεια, ενώ επίσημα καταργήθηκε με νόμο του ελληνικού κράτους μόλις το 1856.

Σύμφωνα με το θεσμό της προτίμησης, σε περίπτωση πώλησης ενός ακινήτου η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει ελεύθερα σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αντίθετα, είχαν δικαίωμα να προτιμηθούν, εφόσον το επιθυμούσαν, οι συγγενείς του ιδιοκτήτη του ακινήτου, οι «πρόσιμοι» ή «ειδικοί», και όσοι είχαν ιδιοκτησίες που συνόρευαν με το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, οι «σύμπλιοι». Σε περίπτωση βέβαια που δεν υπήρχε ζήτηση από καμία από αυτές τις πλευρές, ο ιδιοκτήτης μπορούσε να πωλήσει το ακίνητο σε οποιονδήποτε ενδιαφερόταν.

Η προτίμηση ήταν ένα μέσο που εξυπηρετούσε τόσο την αποφυγή του κατακερματισμού περιουσιών όσο και την ενοποίηση των ήδη κατακερματισμένων. Είναι ενδιαφέρον άλλωστε ότι μερικές φορές οι καταγεγραμμένες αγοραπωλησίες και ανταλλαγές συγκαλύπτουν περιουσιακές μεταβιβάσεις σε οικογενειακό πλαίσιο που, κάνοντας χρήση του θεσμού της προτίμησης, αποσκοπούν στην αποφυγή του κατακερματισμού της περιουσίας, ο οποίος, καθώς συχνά όλα τα παιδιά είχαν κληρονομικό δικαίωμα, έτεινε να διασπά τις περιουσίες σε μικρά κομμάτια.

Οικογενειακό δίκαιο

Σε γενικές γραμμές, και χωρίς να αγνοούνται οι σημαντικές διαφοροποιήσεις της κάθε περιοχής, έχουν καταγραφεί για τα νησιά του Αιγαίου τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: η ύπαρξη ενός σαφούς διαχωρισμού μεταξύ της μητρικής και της πατρικής γραμμής συγγένειας, η μεταβίβαση των ονομάτων με τρόπο που να μη θίγεται καμία πλευρά, η ισχύς, σε μεγάλο βαθμό, της μητροτοπικής ή –αργότερα– της νεοτοπικής εγκατάστασης σε συνδυασμό με την τοπική ενδογαμία στο εσωτερικό των διακριτών κοινωνικών ομάδων και την προικοδότηση της γονικής οικίας στην πρωτότοκη ή και τις υπόλοιπες κόρες.

Μεταβίβαση περιουσίας κατά το γάμο

Η ποικιλία των προικοδοτικών συμπεριφορών ήταν στο παρελθόν μια βασική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε κατοίκους διαφορετικών νησιών ή και ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες του ίδιου νησιού. Ο θεσμός της προίκας, αν και δεν είναι πάντα εύκολη η διάκρισή του από τις γενικότερες κληρονομικές στρατηγικές, συνιστούσε τμήμα συγκεκριμένων οικονομικών και κοινωνικών συμφραζομένων σε κοινωνίες του παρελθόντος, ενώ υπάρχουν ιδιομορφίες σημασιοδότησης του όρου από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο.

Σε θέματα προικοδότησης έχουν επισημανθεί τοπικές διαφοροποιήσεις στα νησιά του Αιγαίου. Σε πολλά νησιά, για παράδειγμα, το εθιμικό δίκαιο πρόβλεπε την εκχώρηση προίκας όχι μόνο στα θηλυκά, αλλά και στα αρσενικά παιδιά. Έχει επισημανθεί επίσης και η επιρροή που ασκούσε η Εξάβιβλος, παρά τις τοπικές εθιμικές προσαρμογές και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στις διατάξεις του βυζαντινού και μεταβυζαντινού δικαίου που όριζαν τα σχετικά με τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών, αλλά και στις διατάξεις που αποδέχονταν προνομιακή μεταχείριση ορισμένων παιδιών, σύμφωνα με την επιθυμία των γονέων, εξασφαλίζοντας στα υπόλοιπα παιδιά τη λεγόμενη «νόμιμο μοίρα» (αναγκαστική κληρονομική διαδοχή υπέρ των στενών συγγενών του κληρονομούμενου).

Η προίκα έχει προσδιοριστεί τόσο ως «μεταβίβαση αγαθών από την οικογένεια της νύφης στη νέα συζυγική περιουσία» όσο και ως «επιμεριζόμενη περιουσιακή μεταβίβαση ή τύπος προ-θανάτου κληρονομιάς». Το δεύτερο σκέλος του ορισμού ταιριάζει στην περίπτωση του νησιωτικού πληθυσμού.

Συνήθως μεταβιβάζονταν κατοικίες (στο χωριό ή στην εξοχή), κήποι, κτήματα και αντικείμενα της καθημερινής ζωής (ρουχισμός και οικιακά σκεύη). Δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη η προικοδότηση σε χρήμα, η οποία μαρτυρείται κυρίως κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, ενώ ακόμη και τον 20ό αιώνα θεωρούνταν πως υπονόμευε κληρονομικές πρακτικές που είχαν αποτελεσματικά συμβάλει στη διατήρηση της οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα αυξάνει η ταυτόχρονη συμμετοχή και των δύο γονέων στην προικοδοσία, εξέλιξη που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η εκχώρηση από τη γονική περιουσία του μεριδίου που αναλογούσε στα θηλυκά παιδιά έτεινε όλο και περισσότερο να ολοκληρώνεται τη στιγμή του γάμου τους.

Οι γυναίκες διατηρούσαν την κυριότητα της προίκας μετά το γάμο, εφόσον η προίκα λειτουργούσε ως μέσο εξισορρόπησης του μειονεκτικού ρόλου της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία. Η προίκα δεν μπορούσε να πουληθεί χωρίς τη συναίνεση της συζύγου, αν και την επικαρπία των προικώων αγαθών είχε ο σύζυγος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σε περιπτώσεις όμως κακοδιαχείρισης ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να αποκαταστήσει το «προυκί» της συζύγου του με δικά του αγαθά.

Συχνά, κατ’ αναλογία προς την προίκα, ο σύζυγος έκανε προς τη μέλλουσα σύζυγό του τη λεγόμενη «προγαμιαία δωρεά», η οποία τόσο μετά το γάμο ή ακόμη και σε περίπτωση λύσης του παρέμενε στην κυριότητα και κατοχή της συζύγου. Η προγαμιαία δωρεά, που συναντάται στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή νομοθεσία, όπως και σε πολλά προικοσύμφωνα της Οθωμανικής περιόδου, ήταν λειτουργία αντισταθμιστική προς αυτήν της προίκας (υπό την έννοια ότι προσφερόταν από την οικογένεια του γαμπρού) και τυπικά ήταν ισότιμη με την προίκα.

Η σύνταξη προικοσυμφώνων αποτελούσε αρμοδιότητα της Εκκλησίας. Στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου, παρατηρούμε πως το προικοσύμφωνο, η «εγκλαβή» (από το ρήμα λαμβάνω), συντασσόταν από τον ιερέα της ενορίας ή από τον νοτάριο της δημογεροντίας, ανάλογα με το τοπικό καθεστώς κοινοτικής διοίκησης του εκάστοτε χριστιανικού πληθυσμού. Συχνά μέσω της εγκλαβής προίκιζαν τη νύφη ή το γαμπρό και άλλοι στενοί συγγενείς, εκτός των γονέων, κυρίως τα αδέρφια της. Παράλληλα, με τη σύνταξη της εγκλαβής τακτοποιούνταν και η σύνταξη των γεροντομοιρίων, δηλαδή των μεριδίων με τα οποία θα ζούσαν ως το θάνατό τους οι γονείς. Η μεταβίβαση της οικίας στην πρώτη κόρη διεπόταν από την αρχή της «ισορροπημένης αμοιβαιότητας», καθώς ίσχυαν οι αρχές του κληρονομικού δικαίου και της ανταποδοτικής δωρεάς, η οποία συνιστούσε στρατηγική γηροκόμησης που ακολουθούσαν οι γονείς: η κόρη που λάμβανε το σπίτι είχε υποχρέωση να φροντίσει τους γονείς στα γεράματά τους. Η σύνδεση ανάμεσα στην υποχρέωση γηροκόμησης και στη μεταβίβαση της πατρώας περιουσίας ίσχυε σε μεγάλο μέρος των νησιών του Αιγαίου.

Το φαινόμενο των διευρυμένων οικογενειών δεν ήταν ασυνήθιστο, λόγω της συνοίκησης των ηλικιωμένων γονέων με ένα από τα παντρεμένα παιδιά τους, και κυρίως την κόρη. Οι ηλικιωμένοι γονείς είθισται να διαμένουν στο κατώι, τον ισόγειο δηλαδή χώρο της οικίας, ενώ στον πρώτο όροφο διέμενε η νέα οικογένεια. Το νομικό καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στον κυκλαδικό χώρο, έχει επισημανθεί από πολύ παλιά και μνημονεύεται στο εθιμικό δίκαιο από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας: η στενότητα του χώρου οδήγησε στο ιδιότυπο θεσμικό πλαίσιο της κατ’ όροφο ιδιοκτησίας που αφορούσε τις –κατά κανόνα ξεχωριστές– κατοικίες του ισογείου (κατώι) και του πρώτου ορόφου (ανώι).

Σταδιακά, ιδίως από τις αρχές του 20ού αιώνα και έπειτα, νέες δυνατότητες, κυρίως οικονομικές, αρχίζουν να επιτρέπουν την εφαρμογή όλο και περισσότερο του νεοτοπικού γάμου, με προτίμηση –όπου αυτό ήταν εφικτό– τη μη συγκατοίκηση των δύο γενεών σε ένα κοινό νοικοκυριό.

Κανακαριά

Συχνός ήταν ο κανόνας μεταβίβασης του μητρικού σπιτιού της Χώρας στην πρωτότοκη κόρη και του πατρικού σπιτιού της υπαίθρου στον πρωτότοκο γιο. Η πρωτότοκη κόρη έπαιρνε το οικογενειακό σπίτι με όλα τα έπιπλα και το ένα τρίτο τουλάχιστον της μητρικής περιουσίας. Τα υστερότοκα κορίτσια έπαιρναν μικρότερα μερίδια από την περιουσία της οικογένειας, ενώ φαινόμενο που απαντάται σε μερικά νησιά του αιγαιακού χώρου είναι ο αυτοπροικισμός τους.

Δεν πρέπει όμως να ταυτίσουμε το παραπάνω έθιμο με αυτό της κανακαριάς και του κανακάρη στην Κάρπαθο, κατά το οποίο ο πρωτότοκος κληρονομούσε όλη την πατρική περιουσία και η πρωτότοκη κόρη όλη τη μητρική. Αυτή η πρακτική, που εξέφραζε έναν αμυντικό μηχανισμό συγκέντρωσης και διατήρησης των οικονομικών/περιουσιακών δυνάμεων της οικογένειας, αποδοκιμαζόταν από την Εκκλησία κατά το παρελθόν ως εξοντωτική και άδικη για τα υπόλοιπα παιδιά. Γι’ αυτό και η τελευταία έπαιρνε σχετικά μέτρα με την έκδοση εγκυκλίων και παρενέβαινε στη διευθέτηση κληρονομικών διαφορών, ενώ συχνή ήταν και η ανάμιξη του καδή, του μουσουλμάνου ιεροδικαστή.

Πάντως και στις δύο περιπτώσεις εκφράζεται μια αξιοπρόσεκτη τάση που παρατηρείται στις Κυκλάδες (Νάξο, Μύκονο, Κέα, Πάρο, Σαντορίνη, Σίφνο) και στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου (Κάσο, Κάρπαθο, Τήλο, Νίσυρο), αλλά και στη Λέσβο και τη Σκόπελο, που επισφραγιζόταν και με την παράλληλη ανάλογη ρύθμιση συμβολικού χαρακτήρα, την ονοματοδοσία. Η μεταβίβαση των αγαθών με μια προκαθορισμένη σειρά σε κάθε νεότερη γενιά γινόταν με βάση τον κανόνα της μεταβίβασης των ονομάτων: ο πρωτότοκος γιος έπαιρνε το όνομα του πατρικού παππού και η πρωτότοκη κόρη το όνομα της μητρικής γιαγιάς, στρατηγική που έδινε κοινωνική υπόσταση στη συνέχεια των γενών και από τις δύο πλευρές.

Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων κατά το θάνατο

Η κληρονομική μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων στο Αιγαίο εντοπίζεται, εκτός από τη στιγμή του γάμου, στο θάνατο των γονέων.

Από τη στιγμή που οι κόρες –ή και οι γιοι, όπου αυτό συνηθιζόταν– αποκτούσαν προίκα, έχαναν οποιαδήποτε άλλη αξίωση πάνω στην κληρονομιά των γονέων τους μέσω άλλων τρόπων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, είτε μέσω της διαθήκης που συντασσόταν με την προοπτική του θανάτου του διαθέτη είτε μέσω της «εξ αδιαθέτου» διανομής της περιουσίας, αν δεν υπήρχε διαθήκη.

Στο κληρονομικό δίκαιο που ίσχυε στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες, υπήρχε σημαντικός αριθμός ρυθμίσεων και εξειδικεύσεων που επιδίωκαν να προστατεύσουν την οικογενειακή περιουσία και να περιορίσουν τη διασπορά των ακινήτων ώστε αυτά να παραμείνουν στα μέλη της οικογένειας. Ένα τέτοιο σύστημα κληρονομικής μεταβίβασης δίνει προτεραιότητα στην εξ αίματος συγγένεια, ενώ θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συζυγική σχέση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που δεν υπάρχουν απόγονοι.

Η βασική ρυθμιστική διαδικασία που ίσχυε για τον καταμερισμό των κληροδοτούμενων αγαθών σε νησιά των Δωδεκανήσων όπως η Κως, η Λέρος, η Σύμη, η Χάλκη, η Πάτμος και η Κάρπαθος, με εξαίρεση το νησί της Ρόδου, αλλά και στη Χίο, τη Νάξο και τη Μύκονο στο θηλυκό, το αρσενικό στο αρσενικό». Σύμφωνα με την αρχή αυτή η διάθεση της γονικής περιουσίας, όταν επρόκειτο να κληροδοτηθεί, να προικιστεί ή να δωρηθεί, υπέκειτο σε κάποιους περιορισμούς με σκοπό τα αγαθά να παραμείνουν στη γραμμή –πατρική ή μητρική– από την οποία προέρχονταν. Όταν δεν υπήρχαν παιδιά, αυτά τα αγαθά μετά το θάνατο της συζύγου έπρεπε να επιστρέψουν στην οικογένεια των γονέων της, δηλαδή στους προικοδότες.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί η τριμοιρία, σύμφωνα με την οποία η περιουσία του νεκρού διαιρείται διά τρία. Η αρχή της τριμοιρίας –βυζαντινού θεσμού που ίσχυε ήδη από το 14ο αιώνα– αφορούσε την περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και των παιδιών της οικογένειας. Η περιουσία του νεκρού διαιρούνταν διά τρία, εκ των οποίων το ένα τρίτο κληρονομούσαν οι στενοί (εξ αίματος) συγγενείς του, το άλλο ο επιζών σύζυγος και το τελευταίο κληροδοτούνταν σε «ψυχικά», δηλαδή προσφορές προς την Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Αν και οι γονείς είχαν εν γένει το δικαίωμα διανομής της περιουσίας τους μετά θάνατον μέσω διαθήκης, στην πράξη πουθενά δε συναντούμε ρύθμιση με την οποία να αποκληρώνουν εντελώς τα παιδιά τους για οποιοδήποτε λόγο. Επιπλέον, τα θετά παιδιά δεν είχαν κληρονομικές απαιτήσεις, αν και εθιμικά ήταν συνηθισμένη πρακτική ο θετός πατέρας να εξασφαλίζει ορισμένα περιουσιακά οφέλη στο θετό παιδί είτε με διαθήκη είτε αμέσως μετά την υιοθεσία.

Όποιος άφηνε απογόνους κανονικά δεν μπορούσε να διαθέσει την περιουσία του σε τρίτους με διαθήκη. Το σύνολο της περιουσίας το κληρονομούσαν οι απόγονοί του και ο διαθέτης είχε απλώς το δικαίωμα να κληροδοτήσει ένα μικρό μέρος των περιουσιακών του στοιχείων στην Εκκλησία, για να τον μνημονεύει μετά θάνατον και για να «αφεθούν οι αμαρτίες του». Πλην της Εκκλησίας, αντίστοιχα κληροδοτήματα σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή γενικά σε τρίτους εμφανίζονται κυρίως από το 19ο αιώνα.

Επαγγελματικές συσσωματώσεις

Η έντονη εμπορική δραστηριότητα των ελληνορθοδόξων του αιγαιακού χώρου μετά το 17ο αιώνα δημιούργησε την ανάγκη ρυθμιστικών θεσμών και κανόνων δικαίου. Οι πιο χαρακτηριστικές επαγγελματικές συσσωματώσεις ήταν οι συντεχνίες, γνωστές με την τουρκική ονομασία τους ως «εσνάφια» και «ρουφέτια», καθώς και οι ενώσεις των εμπόρων που ήταν γνωστές με τη βυζαντινή ονομασία «συστήματα».

Οι συντεχνίες και τα συστήματα είχαν χαρακτήρα καθαρά επαγγελματικών ενώσεων, σε κάποιες όμως περιοχές ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες περιέρχονταν μέσω των συντεχνιών στις κοινότητες. Υπήρχαν επίσης και ενώσεις μεικτής φύσης, κοινοτικής και οικονομικής, όπως συνέβαινε λ.χ. στη Χίο μεταξύ των χωρικών που παρήγαγαν μεταξωτά υφάσματα και μαστίχα. Τα Μαστιχοχώρια της Χίου, όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου που οργανώνονταν συντεχνιακά, περιβάλλονταν από προνόμια παραχωρημένα από τους Οθωμανούς και είχαν στα χέρια τους τη μονοπωλιακή παραγωγή των προϊόντων τους έναντι της καταβολής φόρου κατ’ αποκοπή ή σε είδος.

Οι συντεχνίες που είχαν, εκτός από διοικητική και φορολογική, αστυνομική και δικαστική δικαιοδοσία, είχαν αναπτύξει και κωδικοποιήσει ανάλογους κανόνες δικαίου, ένα άγραφο δηλαδή εθιμικό εμπορικό δίκαιο. Αυτές οι κωδικοποιήσεις, ναυτικού ιδίως περιεχομένου, έγιναν κυρίως στα νησιά του Αιγαίου, και ιδιαίτερα στη Θήρα, την Ύδρα και τις Σπέτσες.


ΠΛΟΙΑ ΚΑΙ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πότε ο άνθρωπος βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα· αυτή η ερώτηση δε θα απαντηθεί ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα. Ο μεγάλος ιστιοπλόος και πρωτοπόρος της ναυτικής πειραματικής αρχαιολογίας, Thor Heyerdahl, πολύ ορθά έγραψε: «Ο άνθρωπος έμαθε να χρησιμοποιεί ένα κουπί και ένα πανί προτού καβαλήσει τη ράχη ενός ζώου και κατασκευάσει μια σέλα».

Η περιπέτεια του ανθρώπου πάνω στο νερό ξεκίνησε πιθανότατα 700.000 χρόνια από σήμερα κατά την Πρώιμη Παλαιολιθική περίοδο. Η διάσχιση του συντομότερου θαλάσσιου δρόμου μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης, των Στενών του Γιβραλτάρ, τοποθετείται πλέον 200.000-500.000 χρόνια πριν από τη σημερινή εποχή, ενώ μια ακόμη παλαιότερη χρονολογία έχει προταθεί για το πέρασμα του Βερίγγειου πορθμού.

Είναι πιθανό ότι ένα από τα πρώιμα μέσα μεταφοράς του ανθρώπου που αποκαλούμε “homo erectus” (όρθιος άνθρωπος), κατά τη μετακίνησή του στις λίμνες, τα ποτάμια και στους υδάτινους δρόμους της ξηράς γενικότερα, ήταν κάποιες πρωτόγονες σχεδίες, απλές στην κατασκευή τους. Οτιδήποτε μπορούσε να επιπλεύσει και διέθετε επαρκή πλευστότητα ώστε να κρατήσει τον άνθρωπο πάνω από το νερό ήταν αρκετό για να επανενώσει τα μέλη μιας φυλής που είχαν σκορπιστεί λόγω μιας πλημμύρας. Τέτοια εξελιγμένα πλεούμενα χρησιμοποιούνταν επίσης για το ψάρεμα κατά μήκος των ακτών της θάλασσας και μπορούσαν να κατασκευαστούν με τα πλέον απλούστερα λίθινα εργαλεία που οι άνθρωποι είχαν στη διάθεσή τους.

Παρά την έλλειψη κάποιας προηγμένης τεχνολογίας με τη σημερινή έννοια του όρου, ο άνθρωπος της Πρώιμης Παλαιολιθικής περιόδου ήταν ωστόσο προικισμένος με την ικανότητα της παρατήρησης. Η απλή μίμηση των ζώων όπως οι κάστορες, που είναι ιδιαίτερα ικανοί στην κατασκευή σχεδιών, θα είχε ωθήσει τους μακρινούς μας προγόνους να «καβαλήσουν» έναν ξεριζωμένο κορμό και να χρησιμοποιήσουν τις παλάμες των χεριών τους ως ένα αποτελεσματικό κουπί. Καθώς στέκονταν πάνω στη σχεδία, θα είχαν σίγουρα παρατηρήσει ότι ο άνεμος πρόσφερε μια δύναμη προώθησης και οδηγούσε τη σχεδία μπροστά, κάνοντας το σώμα του ανθρώπου ένα πρωτόγονο πανί. Κρατώντας κλαδιά φοινικιάς (όπως στον ποταμό Κονγκό) ή το τεντωμένο δέρμα ενός ζώου ανάμεσα στα χέρια του θα είχε αυξήσει την αποτελεσματικότητα αυτού του πρώιμου ιστιοφόρου, με την αρχή που εφαρμόζεται και σήμερα στο άθλημα της ιστιοσανίδας (wind surfing). Η «τζαγκάντα», ένα πρωτόγονο σκάφος που χρησιμοποιείται ακόμα στη Βόρεια Βραζιλία για ταξίδια στην ανοιχτή θάλασσα του Ατλαντικού, είναι μια επιβίωση ενός προγόνου της ιστιοσανίδας, παρόμοιου με έναν τύπο σχεδίας που χρησιμοποιείται στα Φίτζι.

Ο όρος «σχεδία» που έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως για να περιγράψει τα πρώτα μεταφορικά μέσα του ανθρώπου στο νερό αναφέρεται σε μια μεγάλη ποικιλία σκαφών. Ας περιγράψουμε μερικούς βασικούς τύπους. Μια σχεδία από καλάμια φτιάχνεται από χοντρές δέσμες καλαμιών δεμένες μεταξύ τους, για μια σχεδία από φλοιό δέντρων χρησιμοποιούνται δεμάτια από φλοιό που δένονται μεταξύ τους, μια «επιπλέουσα» σχεδία αποτελείται από ένα δετό ξύλινο σκελετό, στον οποίο προσδίδεται περισσότερη πλευστότητα από φουσκωμένα δέρματα ζώων, κολοκύθες ή σφραγισμένους αμφορείς, ενώ μια σχεδία από κορμούς κατασκευάζεται από κορμούς δέντρων ή στελέχη μπαμπού που δένονται μαζί με περισσότερο ή λιγότερο πολύπλοκους τρόπους. Οι σχεδίες ποικίλλουν σε μέγεθος από μικροσκοπικές –όχι περισσότερο από ένα μέτρο σε μήκος– που μπορούν να φιλοξενήσουν έναν μόνο επιβάτη, μέχρι σχεδίες με μήκος 8-10 ή και περισσότερα μέτρα με χώρο για αρκετούς επιβάτες που συχνά μεταφέρουν και οικόσιτα ζώα.

Οι όροι «βάρκα» ή «λέμβος» αντιπροσωπεύουν ένα ακόμα βήμα στην ανάπτυξη της τεχνολογίας· χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν διάφορες μεθόδους κατασκευής. Μια βάρκα ενδέχεται να είναι φτιαγμένη από δεμάτια καλαμιών σφιγμένα μεταξύ τους που σχηματίζουν ένα κοίλο πλεούμενο στεγανοποιημένο με κατράμι ή άλλες ουσίες· από ένα ή πολλά κομμάτια φλοιού ραμμένα μεταξύ τους, ενίοτε με έναν εσωτερικό ξύλινο σκελετό· από ένα κλειστό πλεκτό πλαίσιο σαν καλάθι ή μια ανοιχτή ξύλινη κατασκευή, καλυμμένη με υδατοστεγές υλικό όπως δέρμα ή ύφασμα διαποτισμένο με κατράμι ή άλλες ουσίες· να είναι λαξευμένη από ένα κοίλο κορμό (σκαπτό μονόξυλο) ή να έχει κατασκευαστεί από ξύλινες σανίδες ή άλλα στοιχεία που ενώνονται με δεσίματα από φυτικές ίνες ή σχοινί («ραμμένη») ή με ξυλόκαρφα ή μεταλλικούς συνδέσμους.

Όλα ξεκίνησαν με τον άνθρωπο που «καβάλησε» τον κορμό ενός δέντρου που επέπλεε· έπειτα, με το πέρασμα χιλιετηρίδων, ο κορμός καθαρίστηκε από τα κλαδιά του με τη βοήθεια μιας πέτρινης πλάνης. Θερμαινόμενος με φωτιά και με τη βοήθεια ενός μεγάλου θαλάσσιου οστράκου, που χρησιμοποιούνταν σα σκεπάρνι, ο κορμός έγινε κοίλος. Έτσι εφευρέθηκε το σκαπτό μονόξυλο, ο πρόγονος του κανό. Το μονόξυλο ήταν ένας νεωτερισμός, ένα βήμα μπροστά για τη ναυπηγική τεχνολογία. Στην Ελλάδα η λέξη επιβιώνει ακόμα σε διάφορα τοπωνύμια (ένα ακόμα χρησιμοποιείται κοντά στην Παλαιοκαστρίτσα, στη βορειοδυτική Κέρκυρα). Ο γαλλικός όρος monoxyle και ο ιταλικός monossile προέρχονται από την ελληνική λέξη. Πρώιμα προϊστορικά παραδείγματα μολύβδινων ομοιωμάτων μονόξυλων του Αιγαίου προέρχονται από τη Νάξο και βρίσκονται σήμερα στο Ashmolean Museum της Οξφόρδης.

Απλές μέθοδοι, παρόμοιες με αυτές της Εποχής του Λίθου, για την κατασκευή σχεδιών που μπορούσαν να πλεύσουν καλά και να κωπηλατηθούν σε μακρινές αποστάσεις, χρησιμοποιούνταν ακόμα στην Αφρική, την Ωκεανία, τη Βόρεια Αμερική μέχρι πριν από έναν αιώνα και σε μερικές απομακρυσμένες περιοχές χρησιμοποιούνται ακόμα με επιτυχία.

Αντίθετα με άλλα μέρη του κόσμου όπου μόνο η εθνογραφία μας βοηθά να κάνουμε θεωρητικές υποθέσεις για τα πρώιμα βήματα του ανθρώπου στο νερό, η Ανατολική Μεσόγειος, το λίκνο πολλών πολιτισμών, διασώζει μαρτυρίες των πρώτων προσπαθειών του ανθρώπου να μετακινηθεί στους υδάτινους δρόμους της ξηράς και στη θάλασσα. Πολύ πριν από την εφεύρεση της γραφής υπάρχουν απεικονίσεις σκαφών της λίμνης, του ποταμού και της θάλασσας σε βραχογραφίες και χαράγματα. Η ζωγραφική σε κεραμικά αγγεία, τα ανάγλυφα, τα αγάλματα, καθώς και τα τρισδιάστατα ομοιώματα πλοίων ήρθαν αργότερα και μας δίνουν μια πιο ακριβή ιδέα της προόδου της ναυπηγικής και της πρώιμης ναυσιπλοΐας.

Οι πηγές για την κατανόηση του αρχαίου πλοίου

Για την Παλαιολιθική και τη Μεσολιθική περίοδο δεν υπάρχουν γραπτές πηγές ή απεικονίσεις πλοίων, ούτε έχουμε στη διάθεσή μας κάποια αρχαιολογικά ευρήματα που να μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τον τύπο των πλοίων που βρίσκονταν σε χρήση και τις μεθόδους κατασκευής που χρησιμοποιούσαν οι πρωτόγονοι άνθρωποι. Βασιζόμαστε αποκλειστικά σε προσεκτικές εικασίες και έμμεσες πληροφορίες που σχετίζονται με τις μεταναστεύσεις των ανθρώπων, καθώς και σε οποιαδήποτε βοήθεια μπορούμε να έχουμε από την εθνοαρχαιολογία.

Ωστόσο, από την Ύστερη Νεολιθική περίοδο και μετά εμφανίζονται ορισμένες βραχογραφίες και χαράγματα που απεικονίζουν πλοία· αργότερα, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, παραστάσεις πλοίων μπορούν να παρατηρηθούν πάνω σε κεραμικά αγγεία, ενώ υπάρχουν και πήλινα ομοιώματα με το σχήμα πλοίων. Με το πέρασμα των αιώνων ένας μεγάλος αριθμός μαρτυριών έχει φτάσει στα χέρια των μελετητών: τοιχογραφίες, λεπτεπίλεπτες αγγειογραφίες, γλυπτά σε χαμηλό ή υψηλό ανάγλυφο, εικόνες πλοίων σε σφραγίδες, αργότερα και σε νομίσματα· εξαιρετικά ομοιώματα φτιαγμένα από πηλό, ξύλο, μέταλλο και, τέλος, ένας μεγάλος αριθμός γραπτών πηγών παρέχουν μια πληθώρα πληροφοριών για τα πλοία.

Αλλά είναι η ναυτική αρχαιολογία και ακριβέστερα η ενάλια αρχαιολογία που έκανε δυνατή, ξεκινώντας από την αυγή του 20ού αιώνα, την καλύτερη κατανόηση των μεθόδων κατασκευής των αρχαίων πλοίων. Μελετητές της Αναγέννησης είχαν στη διάθεσή τους πλούσιο εικονογραφικό υλικό καθώς και πολλές γραπτές πηγές που περιέγραφαν αρχαία εμπορικά και πολεμικά πλοία, αλλά οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν δει ένα αληθινό αρχαίο πλοίο ή τα λείψανά του και από εκεί ακριβώς προέρχεται η δυσκολία κατανόησης της αρχαίας ναυπηγικής. Μόνο κατά τα τελευταία 60 χρόνια, όταν δηλαδή το ογκώδες καταδυτικό σκάφανδρο που χρησιμοποιούνταν από τους σφουγγαράδες αντικαταστάθηκε από τη συσκευή αυτόνομης κατάδυσης SCUBA (Self-Contained Diving Apparatus), οι αρχαιολόγοι μπόρεσαν να φτάσουν στο βυθό και να αγγίξουν τα υπολείμματα ενός αρχαίου πλοίου και του φορτίου του.

Οι παλαιότερες γνωστές παραστάσεις πλοίων προέρχονται από την Αίγυπτο. Η γη των Φαραώ, που διασχίζεται από τη μεγάλη «εσωτερική θάλασσα» του Νείλου, ανέπτυξε ήδη από τη Νεολιθική εποχή τις δικές της ναυπηγικές τεχνικές. Οι πρώιμες παπυρένιες σχεδίες της Γερζεανής (Νάκαντα) περιόδου που χρονολογούνται στις αρχές της 4ης χιλιετίας π.Χ. έγιναν, κατά την 3η χιλιετία, ευμεγέθη ξύλινα πλοία περίπλοκης κατασκευής η οποία με τη σειρά της απαιτούσε μια σύνθετη ναυπηγική τεχνολογία. Αλλά και οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας που ζούσαν στη γη που απλωνόταν ανάμεσα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη κατασκεύαζαν επίσης μεγάλες καλαμένιες βάρκες χρησιμοποιώντας κατράμι για τη στεγανοποίησή τους ήδη από το 4000 π.Χ. περίπου. Σύντομα, πλοία φτιάχνονταν και στη Συροπαλαιστινιακή ακτή.

Καθώς θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στις ελληνικές θάλασσες και ιδιαίτερα στο Αιγαίο, πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι λαοί της Μεσογείου, μιας κλειστής θάλασσας, αντάλλασσαν και δανείζονταν ναυπηγικές τεχνικές ο ένας από τον άλλο. Έτσι δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τύπος βάρκας ή πλοίου που να ανήκει αποκλειστικά σε μια περιοχή ή σε μια συγκεκριμένη φυλή ή πολιτισμό που να μην έχει παράλληλα και ομοιότητες με κάποιον άλλο. Παρόλα αυτά, οι νεωτερισμοί που εμφανίζονταν σε μια περιοχή της Ανατολής συχνά χρειάζονταν αιώνες μέχρι να γίνουν αποδεκτοί και να εφαρμοστούν σε κάποιο μακρινό μέρος της Δύσης ή το αντίστροφο. Μπορεί κανείς συχνά να σημειώσει ότι μια νεοεισηγμένη τεχνική εφαρμόζεται με την ενσωμάτωσή της σε προϋπάρχουσες μεθόδους. Υπάρχει η συνύπαρξη, ένα αμάλγαμα τεχνικών, αλλά καμία απομονωμένη και μοναδική.

Η πρώιμη μεταφορά του οψιδιανού της Μήλου και η «Παπυρέλλα»

Παρότι η ναυσιπλοΐα ανάγεται με σιγουριά στην αυγή της ιστορίας και μετρά ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ετών, η πρωιμότερη και μοναδική επιστημονική μαρτυρία που έχουμε παγκοσμίως για ένα ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα έχει καταγραφεί στις Κυκλάδες, το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, και τοποθετείται πριν από περίπου 11.000 χρόνια.

Το εν λόγω ταξίδι σχετίζεται με τη μεταφορά του οψιδιανού από το νησί της Μήλου –ένα από τα νοτιότερα νησιά των Κυκλάδων– στο σπήλαιο Φράγχθι στην Ανατολική Πελοπόννησο. Το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι στην Ύστερη Μεσολιθική περίοδο αυτό το ηφαιστειακό ορυκτό –που έφερε επανάσταση στην τεχνολογία κατασκευής των μικρολιθικών εργαλείων– μεταφέρθηκε διαμέσου της ανοιχτής θάλασσας για μια σχετικά μεγάλη απόσταση. Είτε κάλυψε 150 ναυτικά μίλια από τη Μήλο στο σπήλαιο Φράγχθι, όπου βρέθηκε ή μεταφέρθηκε μέσω θαλάσσης σε μια μικρότερη απόσταση 75 ναυτικών μιλίων στις ακτές της Ερμιονίδας (ή στην ίδια απόσταση στη Λαυρεωτική) και από μια από αυτές τις θέσεις μεταφέρθηκε χερσαία στην Αργολίδα. Είναι γεγονός ότι ακόμα και τα 75 ναυτικά μίλια ταξιδιού στην ανοιχτή θάλασσα αντιπροσωπεύουν μια σημαντική απόσταση για τους κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες αυτής της μακρινής εποχής που κατέληξαν να γίνονται περιστασιακοί ναυτικοί.

Δεν είναι περίεργο που ένα τέτοιο ταξίδι πραγματοποιήθηκε στο Αιγαίο και ειδικότερα στις Κυκλάδες. Αυτή η θάλασσα, γεμάτη με εκατοντάδες νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, τα περισσότερα ορατά το ένα από το άλλο, και με μια οδοντωτή ακτή που εναλλάσσει ακρωτήρια και κάβους με κόλπους και όρμους, είναι το ιδανικό σκηνικό για την ανάπτυξη της θαλάσσιας κινητικότητας. Αν προσθέσουμε σε αυτό τα πλεονεκτήματα ενός ήπιου κλίματος και την καθαρότητα της ατμόσφαιρας για μεγάλες περιόδους του χρόνου, μπορούμε τότε να κατανοήσουμε γιατί οι κάτοικοι του νότιου τμήματος του Βαλκανικής χερσονήσου –που αργότερα θα αποκαλούνταν Έλληνες– ικανοποιώντας τις ανάγκες και την περιέργειά τους, μεταπήδησαν από το ένα νησί στο άλλο προς όλες τις κατευθύνσεις, και κατασκεύασαν αρχικά σχεδίες και βάρκες και αργότερα όμορφα και εξαιρετικά αποτελεσματικά πλοία. Αν ανέβει κανείς μια μέρα με αίθριο καιρό στα υψώματα του Κρανιδίου (κοντά στο σπήλαιο Φράγχθι, βόρεια του κόλπου της Κοιλάδας), το νησί της Μήλου είναι ορατό, όπως και τα περισσότερα από τα άλλα νησιά που βρίσκονται ανάμεσα, μέχρι το ακρωτήριο Σούνιο.

Το 1989 πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα ένα πρόγραμμα πειραματικής αρχαιολογίας από Έλληνες μελετητές. Ήταν μια προσπάθεια που στόχευε στην κατανόηση του θαλάσσιου δρόμου –του δρόμου του οψιδιανού– που συνέδεε τη Μήλο με την ελληνική ενδοχώρα ήδη 11.000 χρόνια πριν. Η «Παπυρέλλα» προσπάθησε να απαντήσει στα ερωτήματα που είχε θέσει με την ανασκαφή στο σπήλαιο Φράγχθι ο καθηγητής Tomas Jacobsen: Πώς θα μπορούσε ο οψιδιανός που βρέθηκε σε αυτό το σπήλαιο –με βεβαιωμένη την προέλευσή του από τη Μήλο– να έχει μεταφερθεί από αυτό το νησί των Κυκλάδων στην Πελοπόννησο; Τι τύπος σκάφους θα είχε χρησιμοποιηθεί και πώς ένα τέτοιο σκάφος θα είχε κατασκευαστεί με τα πολύ απλά, στοιχειώδη λίθινα εργαλεία που ήταν τότε διαθέσιμα; Υπήρχε πάπυρος στην αρχαία Ελλάδα; Επιβιώνει μήπως μέχρι τις μέρες μας κάποια παράδοση παπυρένιων σκαφών;

Η αναζήτηση κράτησε αρκετά χρόνια. Αφενός λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούν στις Κυκλάδες όπου η θάλασσα είναι πολύ συχνά ταραγμένη και αφετέρου λόγω των περιορισμών των πρωτόγονων εργαλείων της Μεσολιθικής εποχής, η σχεδία από κορμούς και το μονόξυλο αποκλείστηκαν, καθώς θεωρήθηκαν ανεπαρκή για τη μεταφορά οψιδιανού πριν από 11.000 χρόνια. Η προσοχή συγκεντρώθηκε σε μια σχεδία από δέσμες παπύρου. Η εθνογραφική έρευνα κατάφερε να εντοπίσει ένα πρωτόγονο σκάφος που φτιαχνόταν ακόμα, πιθανότατα για χιλιετίες, στο νησί της Κέρκυρας στο Ιόνιο πέλαγος, και που είχε σχεδόν εκλείψει. Αντιγράφηκε η μέθοδος κατασκευής της κερκυραϊκής «παπυρέλλας» και ένα πειραματικό σκάφος μήκους 6 μ. ταξίδεψε με κουπιά από τη Λαυρεωτική, το πιο νότιο άκρο της Αττικής, στο νησί του οψιδιανού, τη Μήλο, το φθινόπωρο του 1989. Μετακινούμενοι από νησί σε νησί με μέση ταχύτητα 2 κόμβων, κωπηλατώντας την ημέρα και αναπαυόμενοι τη νύχτα, έξι κωπηλάτες έφτασαν στον προορισμό τους σε μία εβδομάδα.

Δε θα γίνει ποτέ γνωστό αν 11.000 χρόνια πριν ο οψιδιανός της Μήλου πραγματικά μεταφέρθηκε σε παπυρένιες σχεδίες, αλλά αυτή η προσπάθεια της πειραματικής αρχαιολογίας είχε στόχο να ερευνήσει αν ένα τέτοιο ταξίδι σε ένα απλό παπυρένιο σκάφος φτιαγμένο με τα στοιχειώδη εργαλεία που ήταν διαθέσιμα εκείνη την περίοδο μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

Τα ελάχιστα στοιχεία της Νεολιθικής περιόδου

Στη Νεολιθική Ελλάδα οι υποτιθέμενες μαρτυρίες σκαφών είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Τα μόνα γνωστά αρχαιολογικά υπολείμματα βρέθηκαν το 1992 στο Δισπηλιό, στη λίμνη της Καστοριάς, στη Μακεδονία. Ένα λιμναίο σκάφος, ένα μονόξυλο μήκους 3,30 μ., που χρονολογείται στις αρχές της Ύστερης Νεολιθικής ή ακόμα και στα τέλη της Μέσης Νεολιθικής εποχής, είχε διατηρηθεί σε σχετικά καλή κατάσταση μέσα στη λάσπη της λίμνης. Ωστόσο, ανάμεσα σε μια πληθώρα αντικειμένων που βρέθηκαν στον οικισμό του Δισπηλιού, τα οποία βρίσκονται ακόμα στη διαδικασία της μελέτης και της χρονολόγησης, βρέθηκαν τουλάχιστον δέκα πήλινα ομοιώματα μονόξυλων – τα περισσότερα σε θραύσματα. Ένα από αυτά είναι σχεδόν ακέραιο, έχει μήκος 20,50 εκατοστά και χρονολογείται επίσης στα τέλη της Μέσης Νεολιθικής εποχής.

Υπάρχουν επίσης δύο βραχογραφίες –βαθιά χαράγματα- από την Κορφή τ’ Αρωνιού, στο κυκλαδικό νησί της Νάξου, που παριστάνουν πλοία. Το πρώτο παρουσιάζει ένα πλοίο πάνω στο οποίο στέκονται δύο ανθρώπινες μορφές, ενώ στο δεύτερο ένα βοοειδές και μια αίγα βρίσκονται σε ένα πλοίο, ενώ μια ανθρώπινη μορφή επιβιβάζεται σε αυτό. Αυτή η παράσταση, της Ύστερης Νεολιθικής εποχής, απεικονίζει ένα καλοφτιαγμένο σκάφος, με υπερυψωμένη πλώρη (ή πρύμνη) και αρκετή σταθερότητα και μέγεθος που να επιτρέπει τη μεταφορά ενός εξημερωμένου ζώου.

Τα εξελιγμένα πλοία των Μινωιτών και η τοιχογραφία του Ακρωτηρίου (Θήρα) κατά την Εποχή του Χαλκού

Με την εξάπλωση της χρήσης των χάλκινων εργαλείων οι ναυπηγοί συνέχισαν να βελτιώνουν τις τεχνικές και την απόδοσή τους και η ανάπτυξη της ναυπηγικής έφτασε στο απόγειό της με τα εκπληκτικά ξύλινα πλοία των Κυκλαδιτών, των Μινωιτών και των Μυκηναίων, που χρονολογούνται από το 16ο μέχρι το 12ο αι. π.Χ.

Οι πρώιμες παραστάσεις των πλοίων της Πρώιμης εποχής του Χαλκού χρονολογούνται στην 3η χιλιετία π.Χ. και προέρχονται από τα νησιά των Κυκλάδων και την Κρήτη. Πολλά μακρά πλοία με μεγάλο αριθμό κουπιών απεικονίζονται χαραγμένα στα λεγόμενα «τηγανόσχημα» σκεύη. Αυτά ήταν πήλινα αγγεία, κυκλικού σχήματος και με χαμηλό χείλος, για τη χρήση των οποίων υπάρχουν ακόμα διαφωνίες μεταξύ των αρχαιολόγων. Χρονολογούνται από το 2800 μέχρι το 2300 π.Χ. Από την ίδια περίπου περίοδο έχουμε στη διάθεσή μας μερικά πήλινα ομοιώματα πλοίων από το Μόχλο, στην Κρήτη, και μια παράσταση πλοίου από τον Ορχομενό της Βοιωτίας.

Ένας μεγάλος αριθμός σφραγίδων και δαχτυλιδιών, ιερού χαρακτήρα, από τη 2η χιλιετία π.Χ., καθώς και πήλινα ομοιώματα πλοίων και τοιχογραφίες από την Κρήτη, ενισχύουν τη θεωρία της μινωικής θαλασσοκρατίας.

Η σημαντικότερη, ωστόσο, αρχαιολογική μαρτυρία που σχετίζεται με τη ναυπηγική της Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο ανακαλύφθηκε το 1971, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στο Ακρωτήρι, στο ηφαιστειογενές νησί της Θήρας (Σαντορίνη). Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στη λεγόμενη «πομπή των πλοίων», στην περίφημη τοιχογραφία της «Δυτικής Οικίας», απεικονίζονται όλα τα μέσα προώθησης: το πανί, τα κουπιά που στηρίζονται σε σκαρμούς και η ελεύθερη κωπηλασία (ταρσοπλοΐα). Η τοιχογραφία χρονολογείται στα μέσα του 16ου αι. π.Χ., λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του ηφαιστείου που κατέστρεψε την πόλη του Ακρωτηρίου και επηρέασε τη γεωμορφολογία όλου σχεδόν του νησιού της Θήρας. Την ίδια στιγμή η ελαφρόπετρα, που προήλθε από την καταστροφή, προστάτεψε τη θέση. Σαν μέσα σε χρονοκάψουλα διατηρήθηκαν άψογα κατοικίες, μεταξύ των οποίων σπίτια που έφταναν τους τρεις ορόφους σε ύψος, μερικά μάλιστα πλούσια διακοσμημένα με τοιχογραφίες, όπως και μια πληθώρα κατασκευών και αντικειμένων της καθημερινής ζωής.

Η σκηνή της πομπής αυτής, αρκετά στιλιζαρισμένη, παρουσιάζει εφτά μεγάλα πλοία, καθώς και τρία μικρότερα και μια λέμβο με κουπιά. Ο στόλος υποτίθεται ότι πλέει από μια πόλη του Αιγαίου προς την ακτή της Αφρικής. Η ύπαρξη τακτικών θαλάσσιων επαφών ανάμεσα στους κατοίκους του Αιγαίου και της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας με την Αίγυπτο μαρτυρείται από πολλά αντικείμενα αιγυπτιακής προέλευσης που έχουν βρεθεί στην Κρήτη και σε άλλα μινωικά και μυκηναϊκά κέντρα, καθώς και από ευρήματα από την ελληνική ενδοχώρα και τα νησιά της που θάφτηκαν στη Χώρα των Φαραώ. Η μινωική παρουσία στο Ελ Ντάμπα (Άβαρις) στο Δέλτα του Νείλου, την εποχή των Υκσώς, επιβεβαιώνει το πυκνό θαλάσσιο εμπόριο μεταξύ των ανθρώπων του Αιγαίου και της Αιγύπτου. Υπήρχαν σημαντικοί θαλάσσιοι δρόμοι και εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ των νησιών του Αιγαίου και των μεσογειακών ακτών της Αιγύπτου.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της τοιχογραφίας του Ακρωτηρίου είναι το μεγάλο πλοίο με τα κουπιά χωρίς σκαρμούς. Δεν υπάρχει άλλη παράσταση στο Αιγαίο κωπηλασίας τέτοιου είδους. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, οι ανάλογοι όροι –paddle και paddling στα αγγλικά, pagaie και pagayer στα γαλλικά– δεν επιβίωσαν στο πλούσιο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας ή μοντέρνας. Ο ανασκαφέας του Ακρωτηρίου, Σπυρίδων Μαρινάτος, χρειάστηκε να ανατρέξει στον ομηρικό όρο «ταρσός», επινοώντας τη λέξη «ταρσοπλοΐα» για να περιγράψει αυτό τον πρωτόγονο τρόπο χρήσης ενός κουπιού που δεν ασφαλίζεται από ένα σκαρμό. Μια προσεκτική ματιά στη μη ρεαλιστική και ουσιαστικά αδύνατη στάση των ταρσοπλόων μπορεί ίσως να δικαιολογήσει αυτό που έχει προταθεί –ότι αυτή είναι μια τελετουργική εφαρμογή μιας μεθόδου προώθησης που δεν είναι πλέον σε χρήση την εποχή που η τοιχογραφία φιλοτεχνήθηκε, εξ ου και η αδυναμία του καλλιτέχνη να απεικονίσει τη σωστή στάση των ταρσοπλόων.

Πρέπει να σημειωθεί ότι παγκοσμίως, οπουδήποτε η ταρσοπλοΐα έχει επιβιώσει, υπήρξε ελάχιστη πρόοδος στη ναυπηγική και τα σκάφη έχουν παραμείνει πρωτόγονα. Στο Αιγαίο, ωστόσο, παρατηρείται μια πραγματική έκρηξη στην κατασκευή πλοίων, που προόδευσε σταθερά κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, καθώς τα νέα εργαλεία συνέβαλαν ιδιαίτερα στην εξέλιξη της τεχνολογίας. Το μέγεθος των πλοίων αυξήθηκε και τα χαρακτηριστικά τους συνεχώς βελτιώνονταν από τη στιγμή που οι λίθινες πλάνες, τα τοξωτά τρυπάνια και τα σκεπάρνια αντικαταστάθηκαν με μεταλλικά εργαλεία.

Δε διαθέτουμε απεικονίσεις πλοίων στο χώρο της Ελλάδας –την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά– πριν από την 3η χιλιετία, πέρα από τις βραχογραφίες της Νάξου και τα ομοιώματα πλοίων του Δισπηλιού που αναφέρθηκαν παραπάνω· ο λόγος μπορεί να είναι ότι η άνοδος της στάθμης της Μεσογείου –που στην περιοχή του σπηλαίου Φράγχθι είναι πάνω από 100 μ. από τη Μεσολιθική εποχή– ίσως κάλυψε ανάλογα στοιχεία. Συνεπώς, απεικονίσεις βαρκών σε βραχογραφίες ή χαράγματα που κάποτε διακοσμούσαν τμήματα σπηλαίων κοντά στις ακτές έχουν ανεπιστρεπτί χαθεί.

Αλλά από τα τέλη της 3ης χιλιετίας και έπειτα διαθέτουμε τη μαρτυρία μιας πληθώρας εξαιρετικών απεικονίσεων πλοίων από την ελληνική ηπειρωτική χώρα και τα νησιά, που επιβεβαιώνει το υψηλό επίπεδο της ναυτικής τέχνης.

Προς το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, τα ευρήματα του Κύνου, στην Κεντρική Ελλάδα (1.220 π.Χ.), επιβεβαιώνουν για πρώτη φορά τη διαφοροποίηση μεταξύ του εμπορικού και του πολεμικού πλοίου. Πριν από αυτή την περίοδο φαίνεται ότι τα εμπορικά πλοία χρησιμοποιούνταν, όταν ήταν απαραίτητο, και στον πόλεμο. Τα πλοία των ομηρικών επών πιθανότατα έμοιαζαν με τα πλοία που απεικονίζονται στα κεραμικά όστρακα που ανακαλύφθηκαν στη θέση του Κύνου (κοντά στην Αταλάντη στις αιγαιακές ακτές της Κεντρικής Ελλάδας).

Μετά την εξαφάνιση του μυκηναϊκού πολιτισμού γύρω στο 1150 π.Χ. και κατά τη διάρκεια των τριών σχεδόν αιώνων που ακολούθησαν, οι οποίοι είναι γνωστοί ως Σκοτεινοί Αιώνες, δε διαθέτουμε κάποια απεικόνιση πλοίου. Αλλά αυτή η έλλειψη στοιχείων δεν πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι τα πλοία και οι θαλασσινές δραστηριότητες εξαφανίστηκαν εντελώς από τον ελληνικό χώρο. Υπάρχουν ενδείξεις μετανάστευσης από την ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αρχιπελάγους στις ακτές της Μικράς Ασίας και στην Κύπρο, και τα πλοία και οι τεχνικές της ναυπηγικής σίγουρα έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη θαλάσσια κινητικότητα προς την Ανατολή.

Όπως κατά τη διάρκεια των Σκοτεινών Αιώνων η έλλειψη γραπτών στοιχείων δε σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν είχαν γλώσσα, έτσι η έλλειψη εικονογραφικών ναυτικών μαρτυριών δεν είναι απόδειξη χάσματος στη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα. Αντιθέτως, τα καλλίγραμμα και μακρόστενα σκαριά που καταγράφονται στην περίοδο που ακολουθεί (8ος αι. π.Χ.) αποτελούν επαρκή απόδειξη της απερίσπαστης πορείας των ελληνικών ναυτικών δραστηριοτήτων. Στο νησί της Κύπρου, την εποχή εκείνη ένα ελληνικό νησί που δε γνώρισε τους Σκοτεινούς Αιώνες, οι απεικονίσεις πλοίων (πήλινα ομοιώματα) είναι αδιάκοπες μέχρι τα μέσα της 1ης χιλιετίας π.Χ.

Τα ομοιώματα πλοίων της Κύπρου

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι τα καλύτερα και πιο περίπλοκα πήλινα ομοιώματα πλοίων της 2ης και της 1ης χιλιετίας π.Χ. βρέθηκαν σε τάφους στο νησί της Κύπρου ή σε μικρό βάθος στο βυθό της θάλασσας. Το νησί, που είχε στενούς δεσμούς με την ηπειρωτική Ελλάδα από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., είχε αποικιστεί στη Μυκηναϊκή εποχή από Έλληνες από την Αρκαδία, τη Σαλαμίνα, το Άργος και την Κυρήνεια (Βόρεια Πελοπόννησος).

Τα κυπριακά πήλινα ομοιώματα πλοίων που έχουν ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια ανασκαφών στη στεριά ή στα δίχτυα των ψαράδων είναι πολύ περισσότερα από το συνολικό αριθμό των ομοιωμάτων πλοίων από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα ελληνικά νησιά και τη Μικρά Ασία μαζί. Πολλά από αυτά τα ομοιώματα είναι μεγάλα σε μέγεθος και, αντίθετα με άλλα παρόμοια αντικείμενα, είναι γεμάτα με ανθρώπινες μορφές. Οι μεγαλύτερες και πιο λεπτομερείς παραστάσεις φέρουν όχι λιγότερες από 9 μορφές πάνω τους. Μερικές από αυτές τις πολυάνθρωπες σκηνές έχουν ερμηνευθεί ως τελετουργικές· άλλες μπορεί απλώς να παριστάνουν τον καπετάνιο και το πλήρωμά του.

Η Εποχή του Σιδήρου και οι πολυήρεις της Γεωμετρικής περιόδου

Από τη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή περίοδο μερικά εξαιρετικά παραδείγματα της αγγειογραφίας με παραστάσεις καλλίγραμμων, κομψών πλοίων έχουν διατηρηθεί. Είναι η περίοδος της ανάπτυξης του μακρού πλοίου το οποίο απεικονίζεται με μια πληθώρα κουπιών και συχνά με πάνω από μια σειρά κωπηλατών. Οι πολυήρεις κάνουν την εμφάνισή τους με μια καινοτομία, το έμβολο, ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο όπλο που αποτελεί στο εξής τμήμα κάθε πλοίου που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο.

Αυτά τα κωπήλατα πολεμικά πλοία που για πρώτη φορά απεικονίζονται τον 8ο αι. π.Χ. θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στη Μεσόγειο για είκοσι τρεις ακόμα αιώνες. Η ναυμαχία της Ναυπάκτου, που έγινε το 1571, μεταξύ του ενωμένου χριστιανικού και του οθωμανικού στόλου –ενισχυμένου με πλοία από την Τυνησία– στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας της πολυήρους στις θάλασσες. Για τα επόμενα διακόσια πενήντα χρόνια (μέχρι την έλευση της ατμοπλοΐας) στον πόλεμο στη θάλασσα θα κυριαρχούν οι τακτικές των μεγάλων ιστιοφόρων.

Οι περισσότερες από τις πρώιμες γεωμετρικές απεικονίσεις πλοίων φιλοτεχνήθηκαν πάνω σε κρατήρες, μεγάλα κεραμικά αγγεία, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχει βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, κυρίως στη Βοιωτία και την Αττική. Οι καλύτερες και μεγαλύτερες πρώιμες γεωμετρικές απεικονίσεις χρονολογούνται στον 8ο αι. π.Χ. Ένα καλό παράδειγμα με βοιωτική προέλευση είναι ένας κρατήρας από τη Θήβα, που χρονολογείται στα 735-710 π.Χ. και βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Δείχνει ένα μεγάλο πλοίο με τρία επίπεδα κωπηλατών: είναι το πρώτο παράδειγμα μιας τριήρους.

Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι αυτή ήταν η περίοδος που ο β΄ ελληνικός αποικισμός έφτασε στο απόγειό του (8ος-6ος αι. π.Χ.) και οι εμπορικοί θαλάσσιοι δρόμοι διέτρεχαν πλέον όλη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα. Τα ελληνικά πλοία έπλεαν τακτικά από τα ελληνικά λιμάνια της ηπειρωτικής χώρας, τα νησιά, τις ακτές της Μικράς Ασίας, στη Μαύρη θάλασσα, τη Μεγάλη Ελλάδα, στις ελληνικές αποικίες της Νότιας Γαλλίας, συνεχίζοντας δυτικά μέχρι τις Στήλες του Ηρακλέους και ακόμα παραπέρα. Έφτασαν επίσης στις Βόρειες Θάλασσες, τις Κασσιτερίδες Νήσους (Βρετανικά νησιά). Τα πλοία αυτά δε μετέφεραν μόνο εμπορεύματα στα αμπάρια τους και επιβάτες στα καταστρώματά τους, αλλά επίσης την κουλτούρα και τα ιδανικά του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Πυθέας, ένας Έλληνας ναυτικός από τη Μασσαλία, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το 330-320 π.Χ., έφτασε πέρα από τις Στήλες του Ηρακλέους, δηλαδή τα Στενά του Γιβραλτάρ, και πραγματοποίησε ένα ταξίδι στη μυθική Θούλη του Βορρά. Τα ταξίδια του αφηγούνται διάφορα βιβλία, δύο από τα οποία σώζονται αποσπασματικά. Ο Πυθέας φυσικά δεν ήταν ο πρώτος στην αναζήτηση προς τη Δύση· ακολούθησε το θαλασσινό δρόμο των παλαιότερων Ελλήνων ναυτικών.

Από τα τέλη του 6ου αι. μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. έχουμε στη διάθεσή μας αριστουργήματα της εικονογραφίας των πλοίων, στην αγγειογραφία, το ανάγλυφο, την αγαλματοποιία, που έχει διασωθεί, παρέχοντας πολύτιμες λεπτομέρειες για την κατασκευή του πλοίου, το σκαρί του, τους μηχανισμούς διεύθυνσης, το κατάρτι, το πανί και την εξάρτηση, καθώς και τη διακόσμησή του. Θα πρέπει να θυμόμαστε επίσης ότι τα αρχαία πλοία ήταν για την εποχή τους το μεγαλύτερο, πιο σύνθετο και περίπλοκο τεχνολογικό επίτευγμα.

Ένα από αυτά τα αριστουργήματα της αγγειογραφίας, που χρονολογείται το 570 π.Χ., είναι η απεικόνιση πλοίου στο λεγόμενο «Αγγείο François», που βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Φλωρεντίας. Απεικονίζεται ο Θησέας καθώς αποβιβάζεται στο νησί της Δήλου από ένα χαμηλό και μακρύ σκάφος, ενώ κάποιοι από τους 17 συντρόφους του παραμένουν στο πλοίο. Τα ονόματα του αγγειογράφου και του κεραμοποιού αυτού του μεγάλου έργου τέχνης γνωστοποιούνται από μια επιγραφή: Κλειτίας και Εγώτιμος. Μια ακόμα περίφημη αγγειογραφία που φιλοτεχνήθηκε το 550-530 είναι η ερυθρόμορφη κύλικα του Εξηκία που φυλάσσεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου. Είναι γνωστή ως «η κύλικα του Διονύσου». Ο Διόνυσος, ένας χαρούμενος θεός, ο θεός του κρασιού, ταξιδεύει μέσα σε ένα πανέμορφο πλοίο· το έμβολο διακρίνεται καθαρά, πρόκειται για ένα πολεμικό σκάφος. Το πανί είναι λευκό και τετράγωνο, ενώ δύο πλάγια κουπιά διεύθυνσης απεικονίζονται με ακρίβεια. Ένα κλήμα, γεμάτο από βαριά τσαμπιά σταφυλιών, τυλίγεται γύρω από το κατάρτι και την αντένα του πλοίου. Δελφίνια παίζουν γύρω του, πηδώντας πάνω από τα νερά του Αιγαίου.

Άλλη μια αγαπητή σκηνή, που συχνά απεικονίζεται αυτή την περίοδο σε διαφορετικούς τύπους αγγείων, δείχνει τον Οδυσσέα δεμένο από τους συντρόφους του στο κατάρτι του πλοίου, λόγω της επιμονής του να γνωρίσει το μελωδικό, αλλά ταυτόχρονα δαιμονικό τραγούδι των Σειρήνων. Η διευθέτηση των κουπιών, ο μηχανισμός διεύθυνσης με εμφανή τα πλατιά κουπιά της πρύμνης, οι «οφθαλμοί», ζωγραφισμένοι ως αποτροπαϊκά σύμβολα στην πλώρη, το μαϊναρισμένο πανί, τα ξάρτια και η εξάρτηση του πλοίου, το εντυπωσιακό έμβολο, η κουπαστή και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία απεικονίζονται με ακρίβεια και ρεαλιστικό τρόπο.

Η αθηναϊκή τριήρης και η ηγεμονία των Αθηνών

Όταν σκεφτόμαστε τις πολυήρεις, δηλαδή τα πλοία με πάνω από μια σειρά κουπιών, μας έρχεται αμέσως στο μυαλό η τριήρης, το πιο διάσημο από αυτά τα πλοία. Η ανωτερότητα αυτού του αθηναϊκού πλοίου –που είχε αναπτυχθεί και τελειοποιηθεί στην Κόρινθο, με τρεις σειρές κουπιών– επιβεβαιώνεται σε αρκετές ναυμαχίες, κυρίως κατά τους Περσικούς πολέμους. Κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ωστόσο, η ύπαρξή τους έγινε θρυλική.

Τη νύχτα της 17ης/18ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. ο στόλος του Ξέρξη, του μεγάλου βασιλέα των Μήδων και των Περσών, κύριου της Συρίας, της Χορασμίας, της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Παρθίας, της Βακτρίας, της Λυδίας, της Ιωνίας και πολλών ακόμα σατραπειών, άφησε το αγκυροβόλιό του στον όρμο του Φαλήρου. Χίλιες τριήρεις, ταχύτατες κωπήλατες γαλέρες με πάνω από 200 άνδρες πλήρωμα η καθεμία, οπλισμένες με χάλκινα έμβολα ικανά να τρυπήσουν τα πλευρά των εχθρικών πλοίων, περιέπλευσαν τη χερσόνησο του Πειραιά προς το νησί της Σαλαμίνας.

Την ίδια στιγμή, σε μια προσεκτικά οργανωμένη ταυτόχρονη επιχείρηση, ένα τμήμα του περσικού στρατού, με δύναμη 30.000 ανδρών, παρατάχθηκε στις βόρειες ακτές του όρμου και αποβίβασε ένα ισχυρό απόσπασμα στρατιωτών στη νησίδα της Ψυτάλλειας. Σκοπός αυτών των στρατιωτών ήταν να εξοντώσουν τους Έλληνες ναυτικούς που θα έβρισκαν καταφύγιο εκεί από τα κατεστραμμένα τους πλοία. Δε θα υπήρχαν αιχμάλωτοι στη μάχη αυτή. Ο μεγάλος βασιλέας στόχευε στην τελική και ολοκληρωτική καταστροφή των θρασέων Αθηναίων και των συμμάχων τους. Στην πραγματικότητα δεν έμεναν και πολλά να κάνει καθώς η ίδια η Ακρόπολη των Αθηνών ήταν πλέον καλυμμένη με ερείπια που κάπνιζαν. Όλοι οι υπόλοιποι επιζώντες είχαν βρει καταφύγιο στη Σαλαμίνα και την Τροιζήνα στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, ενώ η Αττική είχε ερημωθεί και η μόνη ένοπλη δύναμη που μπορούσε να αντιταχθεί στους εισβολείς βρισκόταν πάνω στα πλοία στο λιμάνι της Σαλαμίνας.

Ο Θεμιστοκλής, ο αρχηγός των Αθηναίων, ήταν ο βασικότερος υποστηρικτής της αντίστασης ενάντια στους Πέρσες και είχε κατανοήσει ότι ο πόλεμος στην ξηρά θα ήταν ανώφελος και ότι η μόνη ευκαιρία τους ήταν να σταματήσουν το στόλο του Ξέρξη σε μια αποφασιστική ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Είχε στη διάθεσή του μόνο 180 τριήρεις, το 1/5 της συνολικής δύναμης του στόλου των Περσών, αλλά στηρίχθηκε στις τακτικές μάχης των τριήρεων, που βασίζονταν κυρίως στην ταχύτητα και την ευκινησία. Αν τα βαρύτερα περσικά πλοία μπορούσαν να παγιδευτούν σε ένα περιορισμένο χώρο, όπως τα στενά μεταξύ του νησιού της Σαλαμίνας και της ηπειρωτικής χώρας, αυτή θα ήταν μια ιδανική ευκαιρία για τους Έλληνες να καταστρέψουν το στόλο των εισβολέων ο οποίος μειονεκτούσε σε ευκινησία.

Η τριήρης είχε μήκος περίπου 37 μ. και διέθετε συνολικό πλήρωμα 200 ανδρών, οι 170 από τους οποίους ήταν κωπηλάτες –ελεύθεροι πολίτες και όχι σκλάβοι– μοιρασμένοι σε τρία επίπεδα, το ένα πάνω από το άλλο. Το πλοίο είχε σχεδιαστεί για έναν και μόνο σκοπό: να αχρηστέψει τα εχθρικά πλοία. Όπλο της ήταν το μπρούντζινο έμβολο με τις τρεις λεπίδες· το λεπτό σκαρί σχημάτιζε έτσι ένα γιγαντιαίο δόρυ που κατέληγε σε μια μεταλλική αιχμή –οι περίπου 50 τόνοι του πλοίου που έφτανε την ταχύτητα των 10 κόμβων μπορούσαν να σχίσουν στα δύο το ξύλο και να καταστρέψουν το εξωτερικό κέλυφος οποιουδήποτε εχθρικού πλοίου που αυτό χτυπούσε. Μετά το χτύπημα η σημασία των ελιγμών βοηθούσε στο να απομακρυνθεί η τριήρης και να μην παραμείνει παγιδευμένη με το έμβολό της στα πλευρά του πλοίου του εχθρού, αλλά με μια πλήρη ανάστροφη ώθηση των κωπηλατών να αποδεσμευτεί και να ανακτήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων, αφήνοντας μια τεράστια τρύπα κάτω από την ίσαλο γραμμή του άλλου πλοίου. Εκτός από τη διάτρηση του εχθρικού πλοίου, από τη βίαιη σύγκρουση θα διαλυόταν επίσης ο εσωτερικός σκελετός των νομέων (στραβόξυλα) και το ξύλινο κέλυφος (πέτσωμα), και θα καταστρεφόταν το περίπλοκο σύστημα σύνδεσης του πλοίου με τις εσωτερικές ξύλινες συνδέσεις.

Οι λεπτομέρειες των τακτικών της μάχης που οδήγησαν στην καταστροφή πάνω από 200 περσικών πλοίων είναι γνωστές και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Αλλά ο μεγάλος βασιλέας ήταν πάνω από όλα ρεαλιστής· βλέποντας ότι είχε χάσει αυτό το παιχνίδι, την 21η Σεπτεμβρίου έστειλε τα υπολείμματα του στόλου του στα Δαρδανέλια για να ασφαλίσει την επιστροφή του στρατού του στην Ασία.

Παρότι υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες της περίφημης ναυμαχίας της Σαλαμίνας, που επιτρέπουν την ανασύσταση ολόκληρης της εκστρατείας, ημέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα, γνωρίζουμε ωστόσο ελάχιστα για τα όπλα που καθόρισαν τη νίκη των Ελλήνων. Η τριήρης, γνωστή ως trireme και στους Ρωμαίους, αποτέλεσε ένα αίνιγμα για αιώνες. Καμία τριήρης δεν έχει ποτέ βρεθεί, αφού άλλωστε και κανένα άλλο πολεμικό πλοίο της Μεσογείου δεν έχει επιβιώσει. Οι θέσεις των μεγάλων ναυμαχιών της Αρχαιότητας, τα στενά της Σαλαμίνας, το Ακρωτήριο Αρτεμίσιο, ο βυθός του Ακτίου, για να αναφέρουμε μόνο τις πιο διάσημες, έχουν ερευνηθεί προσεκτικά από δύτες και από σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά κανένα λείψανο των αρχαίων πλοίων δεν έχει εντοπιστεί – ούτε καν ένα μικρό κομμάτι ξύλου δεν έχει επιβιώσει. Ο λόγος είναι ότι σε αντίθεση με τα εμπορικά πλοία, που όταν παθαίνουν κάποια ζημιά βάζουν νερό και βυθίζονται λόγω του βάρους του φορτίου τους και του έρματος, τα πολεμικά πλοία είναι ελαφριά, χωρίς έρμα, ελεύθερα από οποιοδήποτε βαρύ εξοπλισμό –εκτός από το έμβολο. Έτσι, όταν καταστραφεί από τον εμβολισμό ή τη φωτιά, ένα πολεμικό πλοίο θα συνεχίσει να επιπλέει. Ο νικητής θα αφαιρέσει το έμβολό του, θα το πάρει ως τρόπαιο, ενώ τα υπολείμματα του τσακισμένου σκαριού θα συνεχίσουν να επιπλέουν μέχρι να πέσει σε βράχια στα αβαθή και να καταστραφεί.

Ένα παράδειγμα της αφαίρεσης των εμβόλων ύστερα από μια ναυμαχία έχει σωθεί στο γνωστό «μνημείο των εμβόλων» στη Νικόπολη της δυτικής Ελλάδας. Ο νικητής Οκταβιανός, που αργότερα έγινε Αύγουστος, αφιέρωσε ένα μνημείο της νίκης του ενάντια στους στόλους του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας αποκόπτοντας τα έμβολα των εχθρικών πλοίων και ενθέτοντάς τα σε ένα μνημείο· μια μαρτυρία για την αιωνιότητα.

Μια σημαντική απόπειρα στην πειραματική αρχαιολογία πραγματοποιήθηκε με την ανακατασκευή μιας αθηναϊκής τριήρους σε φυσικό μέγεθος. Χρειάστηκαν 40 χρόνια επίπονης έρευνας για το σημαντικότερο μελετητή των αρχαίων κωπήλατων πλοίων, το John Morrison, ο οποίος, βασισμένος σε φιλολογικές πηγές και σε κάποια ελάχιστα εικονογραφικά τεκμήρια (μεταξύ των οποίων το λεγόμενο «μάρμαρο Lenormant), αποφάσισε να φέρει εις πέρας αυτό το έργο. Το «μάρμαρο Lenormant», ένα αποσπασματικό ανάγλυφο που είχε βρεθεί στην Ακρόπολη των Αθηνών στα μέσα του 19ου αιώνα, διασώζει μια σπάνια παράσταση των τριών σειρών κωπηλατών. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται προφανώς για αντίγραφο πρωτότυπου έργου της Κλασικής εποχής και μολονότι φαίνεται ότι ο αντιγραφέας δεν είχε κατανοήσει καλά τη διευθέτηση των κουπιών, προσφέρει αρκετές πληροφορίες και παράλληλα με άλλες αποσπασματικές απεικονίσεις επέτρεψε την κατασκευή μιας τριήρους μήκους 37 μ. Η κατασκευή μιας τριήρους ήταν ένα όνειρο για τους μελετητές από την Αναγέννηση και ο πρώτος που επιχείρησε την κατασκευή μιας ρεπλίκας του μυθικού πλοίου σε φυσικό μέγεθος –που υποτίθεται ότι θα αντέγραφε την αθηναϊκή τριήρη– ήταν ο Ναπολέων Γ΄. Το πλοίο κατασκευάστηκε, αλλά, αφού καθελκύστηκε, κάθε προσπάθεια να το κινήσουν με κουπιά αποδείχτηκε μάταιη.

Η αθηναϊκή τριήρης με το όνομα «Ολυμπιάς», ένα αγγλοελληνικό σχέδιο, καθελκύστηκε με επιτυχία το 1987 και κατόπιν πολλών δοκιμών στη θάλασσα αποδείχτηκε ένα επιτυχημένο σκάφος. Κατά τη διάρκεια των πολλαπλών και μακρόχρονων δοκιμών, κωπηλατούμενη από 170 άνδρες (όσους διέθεταν και τα αρχαία πλοία της ναυμαχίας της Σαλαμίνας) είχε ικανοποιητική απόδοση και έφτασε την ταχύτητα των 9 κόμβων ανά ώρα.

Η Κλασική περίοδος και το Πλοίο της Κερύνειας

Στο Κάστρο των Σταυροφόρων της Κερύνειας στην Κύπρο, εκτίθεται σήμερα ένα αρχαίο εμπορικό πλοίο με τους αμφορείς που αποτελούσαν το φορτίο του. Το πλοίο βρέθηκε το 1967, σε βάθος μόλις 52 μ. έξω από το λιμάνι της Κερύνειας. Ανελκύστηκε, μελετήθηκε, συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκε με τρόπο ώστε να δίνει μια σχεδόν πλήρη εικόνα για τον τρόπο κατασκευής ενός εμπορικού πλοίου τον 4ο αι. π.Χ. Πιστεύεται ότι το πλοίο βυθίστηκε ύστερα από επίθεση πειρατών το 390 π.Χ. Εξαιτίας της καλής κατάστασης διατήρησής του –περίπου 75% του ξύλου του σκαριού διασώθηκε και αποκαταστάθηκε– το πλοίο έχει μοναδική σημασία για τη μελέτη των ναυπηγικών τεχνικών της Αρχαιότητας και έγινε γνωστό στους μελετητές της ναυτικής αρχαιολογίας ως το Πλοίο της Κερύνειας.

Το Ελληνικό Ινστιτούτο για την Προστασία της Ναυτικής Παράδοσης στην Αθήνα, με τη συνεργασία επιστημόνων του Ινστιτούτου Ναυτικής Αρχαιολογίας του Τέξας (που είχε φέρει εις πέρας την ανασκαφή του αρχαίου πλοίου), ολοκλήρωσε ένα πρόγραμμα πειραματικής αρχαιολογίας. Κατά τη διάρκεια αυτού του προγράμματος –από το 1982 μέχρι το 1985– κατασκευάστηκε ένα αντίγραφο σε φυσικό μέγεθος σε ένα παραδοσιακό ναυπηγείο του Περάματος, κοντά στον Πειραιά.

Το αντίγραφο είχε τις ίδιες διαστάσεις, 15 μ. μήκος, όπως και το πρωτότυπο, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και τα ίδια υλικά και εργαλεία ναυπηγικής όπως αυτά στην Αρχαιότητα. Επιλέχτηκαν οι ίδιοι τύποι ξύλου, καθώς και άλλα υλικά παρόμοια ή πανομοιότυπα με αυτά που βρέθηκαν πάνω στο αρχαίο πλοίο. Σε αντίθεση με τη σημερινή τεχνική που κυριαρχεί στην παραδοσιακή ναυπηγική ξύλινων σκαφών, όπου μετά το στήσιμο της καρίνας τοποθετούνται πρώτα οι νομείς, στο «Κερύνεια ΙΙ» εφαρμόστηκε η μέθοδος που χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους ναυπηγούς. Αυτή προέβλεπε τη συναρμογή πρώτα του εξωτερικού κελύφους του σκαριού. Γνωστή ως πρώτα-το-πέτσωμα (shell-first) ή κελυφική, αυτή η μέθοδος είναι, από όσο γνωρίζουμε μέχρι τώρα, η μοναδική μέθοδος που εφαρμοζόταν κατά την Αρχαιότητα.

Τα τμήματα του ναυαγίου που έλειπαν –το κατάρτι, η σκάτσα, το τετράγωνο πανί, η εξάρτηση, τα πηδάλια-κουπιά, η κουπαστή, τα καταστρώματα– συμπληρώθηκαν με βάση την έρευνα σε εικονογραφικά στοιχεία της ίδιας περιόδου.

Για δύο χρόνια, από το 1985 μέχρι το 1987, το «Κερύνεια ΙΙ», με ένα πλήρωμα τεσσάρων ανδρών, συμπεριλαμβανομένου του καπετάνιου –όπως συνέβαινε και στο αρχαίο πλοίο– ταξίδεψε για πάνω από 2.000 ναυτικά μίλια σε μια απόπειρα να κατανοήσουν οι μελετητές πώς ένα πλοίο που είχε κατασκευαστεί με την κελυφική μέθοδο στο τέλος της Κλασικής περιόδου έπλεε τον καιρό του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των επιγόνων του.

Η γνώση μας πάνω στη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα της Αρχαιότητας εμπλουτίστηκε σημαντικά χάρη σε αυτή την προσπάθεια πειραματικής αρχαιολογίας που μέχρι σήμερα παραμένει μοναδική.

Οι γίγαντες των θαλασσών της Ελληνιστικής και της Ελληνορωμαϊκής εποχής

Η Ελληνιστική Εποχή απλώνεται από το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. μέχρι το 30 π.Χ., χρονιά θανάτου της Κλεοπάτρας Ζ΄, που σήμανε το τέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων (μερικοί ιστορικοί, εντούτοις, θεωρούν ότι ο Ελληνιστικός Κόσμος στην Ανατολή συνεχίζεται μέχρι τον 3ο, ακόμα και τον 4ο αι. μ.Χ. και το τέλος της αρχαίας ειδωλολατρίας)· ήταν η εποχή του γιγαντισμού στα εμπορικά και πολεμικά πλοία. Οι πολυήρεις αναπτύχθηκαν και αυξήθηκαν σε μέγεθος και σε αριθμό πάγκων κωπηλατών. Γνωρίζουμε καλά τις διήρεις και τις τριήρεις –μας βοηθούν τα εικονογραφικά στοιχεία και τα κείμενα, καθώς και η πρόσφατη προσπάθεια πειραματικής αρχαιολογίας που έγινε με τη μήκους 37 μ. τριήρη «Ολυμπιάδα»– όταν ωστόσο πρόκειται για μεγαλύτερα πλοία, με περισσότερες σειρές κουπιών, αδυνατούμε να κατανοήσουμε την πολύπλοκη δομή τους. Υπάρχει επίσης η αβεβαιότητα στη σημασία των αριθμών. Τι συνέβαινε με την «τεσσαραντακόντορο» του Πτολεμαίου; Μπορούμε με σοβαρότητα να δεχτούμε ένα πλοίο με 40 σειρές κουπιών; Ήταν η «τεσσαραντακόντορος» πράγματι ένα πλοίο με 40 πάγκους κουπιών; Αυτοί οι γίγαντες των θαλασσών προβλημάτισαν τους μελετητές για αιώνες και πολλά ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί παραμένουν αναπάντητα.

Παρά τις δυσεπίλυτες έρευνες για τις περισσότερες πολυήρεις, είναι γεγονός ότι κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους έχουμε ένα μεγάλο αριθμό απεικονίσεων πλοίων, συμπεριλαμβανομένων πολλών χαραγμάτων, που έχουν βοηθήσει πολύ τους μελετητές του πεδίου να κατανοήσουν την πολύπλοκη μέθοδο της κατασκευής των πλοίων. Μερικά από αυτά ήταν πελώρια και πιθανότατα μπορούσαν να αγκυροβολήσουν μόνο σε πολύ μεγάλα λιμάνια όπως της Αλεξάνδρειας ή των Συρακουσών.

Τα χαράγματα της Δήλου, μια πολύτιμη ανακάλυψη χαραγμένων απεικονίσεων πλοίων στη γύψινη επένδυση των τοίχων των αρχαίων σπιτιών, φτιάχτηκαν τον 1ο αι. μ.Χ., πιθανώς από ναύτες, που όχι μόνο σχεδίαζαν καλά, αλλά μπορούσαν επίσης να αποδώσουν με κάθε λεπτομέρεια το πλοίο που γνώριζαν και αγαπούσαν περισσότερο, δηλ. το δικό τους πλοίο.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ξεκίνησε η κατασκευή του «Κερύνεια ΙΙ» –αυτή η μοναδική απόπειρα να κατασκευαστεί ένα εμπορικό πλοίο της κλασικής Ελλάδας– οι μελετητές βάσισαν την κατασκευή των χαμένων τμημάτων του πλοίου, του εξοπλισμού και των εξαρτημάτων του στην προσεκτική μελέτη των «πλοίων της Δήλου». Αυτά τα χαράγματα υπήρξαν μεγάλη βοήθεια στην κατασκευή του καταρτιού, του πανιού, του εξοπλισμού και του μηχανισμού διεύθυνσης.

Τεράστια εμπορικά και πολεμικά σκάφη των Ελληνιστικών χρόνων δεν έχουν επιβιώσει ή, ας πούμε καλύτερα, δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα. Υπάρχει όμως η ελπίδα ότι με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας, η οποία επιτρέπει την έρευνα σε πολύ βαθιά νερά –με ROV (Remotely Operated Vehicle-Οχήματα Απομακρυσμένου Χειρισμού είναι δυνατές έρευνες σε βάθος 1.500-2.000 μ., ένα τέτοιο πλοίο θα έρθει στο φως. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι το μήκος τους έφτανε ή ακόμα και ξεπερνούσε τα 80 μ. Μερικοί τεράστιοι μολύβδινοι στύποι και δακτύλιοι συναρμογής σύνθετων αγκυρών που έχουν βρεθεί στη Μεσόγειο θάλασσα πρέπει να ανήκαν σε αυτά τα τεράστια πλοία. Γνωρίζουμε ότι τόσο μεγάλα φορτηγά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά σιτηρών.

Ήταν συνηθισμένο για κάποια πλοία της Ελληνορωμαϊκής εποχής να φτάνουν σε μήκος τα 50 και τα 60 μ. Τα χρόνια που ακολούθησαν τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας τα νερά της Μεσογείου έγιναν μάρτυρες της συνέχισης του γιγαντισμού των Ελληνιστικών χρόνων και τα πελώρια φορτηγά που είχαν κάνει την πρώτη εμφάνισή τους έναν ή δύο αιώνες πριν συνέχισαν να κατασκευάζονται ακολουθώντας τις ανάγκες της ρωμαϊκής επέκτασης.

Τα δύο πλοία της λίμνης Νέμι, παρότι χρησιμοποιούνταν για τελετές και όχι για εμπόριο, είχαν μήκος περίπου 70 μ. Μετά την ανέλκυσή και αποκατάστασή τους μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η παρουσία τους στη Νέμι, κοντά στη Ρώμη, ήταν μια μαρτυρία της ύπαρξης αυτών των κολοσσιαίων πλωτών κατασκευών (η τραγική απώλεια και των δύο πλοίων ήταν συνέπεια των μαχών που έγιναν στην περιοχή το 1944, κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Υπάρχουν όμως σημαντικά έργα γλυπτικής που μαρτυρούν την παρουσία αυτών των μεγάλων επιτευγμάτων της ναυπηγικής. Αρκεί να αναφέρουμε δύο από τα πιο γνωστά: το αριστούργημα της ελληνικής γλυπτικής που είναι γνωστό ως Νίκη της Σαμοθράκης, σήμερα στο Λούβρο, απεικονίζει τη Νίκη να στέκει στην πλώρη ενός μεγάλου πολεμικού πλοίου και ήταν ένα αφιέρωμα των Ροδίων στο ιερό της Σαμοθράκης. Επίσης, ένας Ρόδιος γλύπτης, ο Πυθόκριτος, σμίλεψε στο βράχο της Ακρόπολης της Λίνδου μια τεράστια τριήρη που διατηρείται καλά και διασώζει πολλές κατασκευαστικές λεπτομέρειες.

Είναι όμως και στα ελληνιστικά νομίσματα που βρίσκουμε πολύτιμες μικρογραφίες μιας μεγάλης ποικιλίας πλοίων ή τμημάτων πλοίων. Τα πολεμικά πλοία ήταν ένα ιδιαίτερα αγαπητό θέμα για αυτά τα αντικείμενα.

Κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής περιόδου, παρότι τα μεγάλα κέντρα της ναυπηγικής μεταφέρθηκαν δυτικά, στην ιταλική χερσόνησο, συνέχισαν να κατασκευάζονται πλοία στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά, καθώς και στις ακτές της Ιωνίας και σε άλλα ελληνικά παράκτια κέντρα της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. η Pax Romana (Ρωμαϊκή Ειρήνη) παγιώνεται και η Μεσόγειος γίνεται μια ρωμαϊκή θάλασσα (mare nostrum).

Οι τεχνικές ναυπηγικής εν συντομία

Η ανάλυση των λεπτομερειών κατασκευής των αρχαίων πλοίων μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο επιφανειακά και με περιληπτικό τρόπο μέσα στους περιορισμούς αυτού του κειμένου. Ας πούμε για αρχή ότι όλα τα πλοία της Μεσογείου –μικρά και μεγάλα– φτιάχνονταν με την κελυφική τεχνική. Η τεχνική αυτή μαρτυρείται σε όλα τα πλοία που έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο, στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, στην Ελλάδα και γενικότερα την Ανατολική και Δυτική Μεσόγειο, καθώς και στη Μαύρη θάλασσα. Η μέθοδος συνίσταται στο αρχικό στήσιμο της καρίνας, του πλωριού και του πρυμνιού ποδοστήματος· έπειτα ακολουθεί η συναρμογή των σανίδων του πετσώματος, δηλαδή του κελύφους του σκαριού. Με τη χρήση της μεθόδου εντορμίας-και-τένοντα στήνεται το σκαρί του πλοίου (σε μερικές περιπτώσεις, όπως στα ελληνικά πλοία της Μασσαλίας του 6ου αι. π.Χ., δετά στοιχεία χρησιμοποιούνταν παράλληλα με τους συνδέσμους εντορμίας-και-τένοντα). Όταν πια όλο το «κέλυφος» ήταν σταθερό στη θέση του, τότε ο ναυπηγός προσέθετε τους νομείς, ως αντιστήριγμα στη δύναμη της θάλασσας. Μόνο στην ύστερη Ρωμαϊκή και την Πρώιμη Βυζαντινή εποχή (5ος-7ος αιώνας), αναπτύχθηκε σταδιακά η σκελετική μέθοδος και αργότερα τα πλαϊνά πηδάλια αντικαταστάθηκαν από το κεντρικό πηδάλιο της πρύμνης. Η αργή αυτή διαδικασία ολοκληρώθηκε μόλις τον 11ο αιώνα. Μετά την περίοδο αυτή δεν υπάρχουν άλλα λείψανα πλοίων φτιαγμένων με την κελυφική μέθοδο, καθώς επικρατεί πια η σκελετική.

Το τριγωνικό πανί (λατίνι) έκανε την εμφάνισή του γύρω στον 4ο-5ο αι. μ.Χ. και αργότερα ο πλαϊνός μηχανισμός διεύθυνσης σταδιακά αντικαταστάθηκε από το κεντρικό πηδάλιο και τη μονή λαγουδέρα. Η καμπύλη καρίνα που ήταν απαραίτητη για τα πλαϊνά πηδάλια και ιδανική για την κελυφική μέθοδο γίνεται πλέον ίσια. Ένας ακόμα νεωτερισμός είναι τα ξύλινα βαρέλια που σταδιακά αντικαθιστούν τους πήλινους αμφορείς και τα μεγάλα πήλινα dolia ως δοχεία μεταφοράς του φορτίου των πλοίων.

Η κελυφική μέθοδος κατασκευής πλοίων ήταν παντοδύναμη σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα από την αυγή της ιστορίας. Μαρτυρείται στις νεκρικές λέμφους της Γκίζας, γνωστές ως «πλοία του Χέοπα», στα πλοία του Ντασχούρ, καθώς και στο πλοίο της Μυκηναϊκής εποχής (5ος αι. π.Χ.) που βρέθηκε στο βυθό του Ulu Burun κοντά στο Kaş. Διατηρείται επίσης και στο «Πλοίο της Κερύνειας» του 4ου αι. π.Χ., καθώς και στο εμπορικό πλοίο που βυθίστηκε τον 1ο αι. π.Χ. στα Αντικύθηρα. Τα τεράστια πλοία της λίμνης Νέμι, σύγχρονα του Τιβέριου και του Καλιγούλα, είχαν επίσης φτιαχτεί με την ίδια τεχνική, όπως και κάθε άλλο πλοίο που βρέθηκε στην Ανατολική ή Δυτική Μεσόγειο.

Δετά, ραμμένα, συναρμολογημένα με συνδέσμους εντορμίας-και-τένοντα, όλα τα πλοία της ελληνικής αρχαιότητας φτιάχτηκαν με την κελυφική μέθοδο. Αυτό που επέβαλε την αλλαγή στη μέθοδο συναρμογής ήταν η ανάγκη μείωσης του κόστους. Το ξύλο είχε γίνει σπανιότερο και τα ικανά χέρια των βοηθών του ναυπηγού ακριβότερα. Η κελυφική μέθοδος είναι εξαιρετικά δαπανηρή σε ξύλο που πετιέται και σε ώρες εργασίας. Το πλάνισμα των σανίδων του σκαριού στο επιθυμητό σχήμα σημαίνει την απώλεια τουλάχιστον των 2/5 του ξύλου σε σχέση με το κόψιμο ίσιων σανίδων με ένα πριόνι και το κάρφωμά τους σε έναν προκατασκευασμένο σκελετό, ενώ και ο αριθμός των ωρών εργασίας είναι τουλάχιστον διπλάσιος.

Ανάμεσα στον 7ο και το 10ο αιώνα, η κελυφική μέθοδος συνέχιζε να συνυπάρχει με τη σκελετική και μόνο τότε εξαφανίστηκε. Η σκελετική μέθοδος κυριάρχησε κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών χρόνων.

Μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου

Η ναυτιλία των Ελλήνων είχε συνέχεια κατά τη διάρκεια των χρόνων του Μεσαίωνα· ζώντας στην ηπειρωτική χώρα, αλλά και πάνω σε μεγάλα και μικρά νησιά, η ναυπηγική και η ναυσιπλοΐα ήταν πάντα μια απόλυτη ανάγκη. Μερικά από τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου είναι τόσο άγονα ώστε οι κάτοικοί τους μόνο χάρη στην ενασχόλησή τους με τη θάλασσα μπορούσαν να επιβιώνουν.

Στο τέλος του αρχαίου κόσμου, όταν πια η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε Δυτική και Ανατολική, η Ελλάδα αποτέλεσε τμήμα του ανατολικού μισού. Η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη, ήταν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ο όρος Βυζάντιο είναι επινόηση του 19ου αιώνα).

Στους αιώνες που ακολούθησαν συνέχισαν να φτιάχνονται πλοία στην Ελλάδα με τη σκελετική μέθοδο, που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, σε ένα μικρό πλέον αριθμό παραδοσιακών ταρσανάδων διασκορπισμένων στην Ελλάδα.

Γνωρίζουμε τα πλοία της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής περιόδου χάρη στις διάφορες απεικονίσεις τους, στα εικονογραφημένα χειρόγραφα, τα μωσαϊκά, την εφυαλωμένη κεραμική, τις αφηγήσεις των ξένων ταξιδιωτών και τις εικονογραφήσεις των ταξιδιών τους.

Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου που διήρκεσε από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, η Ελλάδα, παρότι έχασε μεγάλο μέρος της ισχύος της, παρέμεινε δραστήρια στο θαλάσσιο εμπόριο και συνέχισε να κατασκευάζει πλοία μικρού και μεσαίου μεγέθους. Καθώς δε διέθεταν κάποια δική τους ναυτική παράδοση οι Τούρκοι απασχολούσαν μεγάλο αριθμό Ελλήνων ναυτικών στους πολεμικούς και εμπορικούς τους στόλους.

Στα τέλη του 18ου αιώνα το θαλάσσιο εμπόριο είχε κάνει κάποια ελληνικά νησιά πλούσια. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, παρότι νησιά μικρά και άγονα, είχαν ήδη επωφεληθεί από τις ναυτικές ικανότητες των κατοίκων τους και είχαν κατασκευάσει σημαντικούς στόλους. Μεγάλα πλοία παραγγέλνονταν από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από τα γαλλικά ναυπηγεία, ενώ μικρότερα συνέχιζαν να φτιάχνονται στους τοπικούς ταρσανάδες. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι και ο αποκλεισμός των γαλλικών λιμανιών από το αγγλικό ναυτικό συνέβαλε σε μια σημαντική στροφή στη σύγχρονη ελληνική ναυτιλία. Τολμηροί καπετάνιοι από αυτά τα περίφημα ναυτικά κέντρα επανειλημμένα έσπαζαν τον αγγλικό αποκλεισμό και ως αποτέλεσμα αυτού μεγάλος πλούτος συσσωρεύτηκε στις πατρίδες τους. Αυτό με τη σειρά του διευκόλυνε την κατασκευή ολοένα περισσότερων πλοίων.

Η συνεισφορά των εμπορικών στόλων της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών στον αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821 ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία ήταν αποφασιστικός. Από τα 700 ελληνικά πλοία που έπλεαν στην αρχή της εξέγερσης, μόνο 150 είδαν το τέλος των εχθροπραξιών.

Μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1832, οι Έλληνες ναυτικοί ήταν ανυπόμονοι να υιοθετήσουν τις μοντέρνες τεχνολογίες· πρώτα την ατμοκίνηση, έπειτα την κατασκευή σκαριών όχι πια από ξύλο αλλά από ενωμένες σιδερένιες πλάκες. Οι πλοιοκτήτες, που συχνά ήταν και οι καπετάνιοι των πλοίων τους, από νησιά όπως η Χίος, οι Οινούσσες, η Άνδρος και η Σύρος, εμπορεύονταν σε όλο τον κόσμο ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αλλά οι νησιώτες ασχολούνταν και με άλλες ναυτικές δραστηριότητες· εκτός της αλιείας, ένα παράδειγμα επικερδούς απασχόλησης ήταν η σπογγαλιεία, που για ένα σχεδόν αιώνα ήταν η αποκλειστική δραστηριότητα για τους Καλύμνιους, τους Σύμιους και σε μικρότερη κλίμακα τους Υδραίους και τους άλλους νησιώτες.

Το γεγονός ότι σήμερα ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας (υπό ελληνική ή άλλη σημαία) διαθέτει τη μεγαλύτερη χωρητικότητα στον κόσμο δεν οφείλεται μόνο στην ικανότητα των Ελλήνων πλοιοκτητών, αλλά είναι κυρίως το αποτέλεσμα μιας μακράς ναυτικής παράδοσης –αυτής της αναπόσπαστης αλυσίδας, που ανάγεται στην αυγή της ιστορίας– της ναυσιπλοΐας των Ελλήνων.


Η ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Το Αιγαίο πέλαγος δεν μπορεί να νοηθεί ως ένα ενιαίο όλον. Δέχθηκε κατά καιρούς όχι μόνο διαφορετικούς κυριάρχους, αλλά και την οικονομική διείσδυση διαφορετικών δυνάμεων. Εντούτοις, εντοπίζονται κοινοί τόποι, κυρίως όσον αφορά τον τρόπο του επιχειρείν, στη ναυτιλία της εκτεταμένης θαλάσσιας περιοχής με τα εξής όρια: την Κωνσταντινούπολη στα βόρεια, τις μικρασιατικές ακτές και την Κύπρο στα ανατολικά και νοτιοανατολικά αντίστοιχα, την Κρήτη στα νότια και τα νησιά του «προκεχωρημένου» Αργοσαρωνικού κόλπου στα δυτικά.

Τμήμα της εσωτερικής θάλασσας (mare nostrum) των Ρωμαίων, το Αιγαίο έγινε ο κύριος πυρήνας της «βυζαντινής λίμνης» και αργότερα του Λεβάντε, της εκτεταμένης γεωγραφικής περιοχής στην οποία επέκτειναν την κυριαρχία τους οι δυτικές ναυτικές δυνάμεις. Θαλάσσιοι δρόμοι ζωτικής σημασίας διασταυρώνονταν επίσης στα νερά του κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας αλλά και μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Το αιγαιοπελαγίτικο νησιωτικό σύμπλεγμα με τα ηπειρωτικά του εξαρτήματα ήταν πάντα μείζον τμήμα της «διάσπαρτης πόλης», όπως έχει χαρακτηρίσει ο Σπύρος Ασδραχάς τον κατοικημένο θαλάσσιο χώρο που περιβάλλει τον ηπειρωτικό κορμό της Ελλάδας και της δυτικής Μικράς Ασίας.

Βυζαντινή Aυτοκρατορία

Κατά τους Πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους (4ος-7ος αι. μ.Χ.), όταν η αυτοκρατορία κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, τα νησιά του Αιγαίου αποτελούσαν μέρος της αλυσίδας που συναρθρωνόταν από την Κρήτη, την Κύπρο, τη Σικελία, τη Μάλτα και τη Σαρδηνία, και εξασφάλιζε την ενότητα στις θαλάσσιες επικοινωνίες του.

Το θέμα του Αιγαίου, ως διοικητική περιφέρεια του βυζαντινού κράτους η οποία, λόγω της έκτασης των παραλίων και της γεωγραφικής της θέσης, δικαιολογούσε την ύπαρξη αυτοτελούς αμυντικού στόλου, περιλάμβανε τις Κυκλάδες και τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου πελάγους, καθώς και τον Ελλήσποντο και την ασιατική ακτή της Προποντίδας μέχρι την Προκόννησο.

Όλοι οι ναυτικοί δρόμοι της αυτοκρατορίας οδηγούσαν στην Κωνσταντινούπολη και εξυπηρετούσαν την αγορά της. Καθώς η Πόλη εξελισσόταν στο βασικό κέντρο εμπορίου, δεν άλλαζαν μόνο οι ρότες, αλλά και οι τύποι των πλοίων. Τα καράβια, τα οποία μετέφεραν τα σιτηρά που χρειαζόταν η πρωτεύουσα, κινούνταν από την Αλεξάνδρεια προς αυτή διαμέσου των νησιών του Αιγαίου και των Στενών του Βοσπόρου. Χρειαζόταν λοιπόν να είναι μικρότερα και περισσότερο ευέλικτα. Οι νέες ανάγκες δημιούργησαν το ελαφρύ, ευέλικτο και ταχύ φορτηγό, το «δόρκωνα», χωρητικότητας 130-140 τόνων με τριγωνικά πανιά (λατίνια), ενώ ο «δρόμων», που εμφανίστηκε τον 6ο αιώνα και χρησιμοποιούνταν ως εμπορικό μακρινών αποστάσεων, ήταν κυρίως πολεμικό πλοίο.

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο λειτουργούσαν αποδοτικά τα επαρχιακά εργαστήρια ναυπηγικής της Σάμου, της Ρόδου, της Κρήτης, της Λήμνου και της Εύβοιας, βασιζόμενα στο φυσικό πλούτο ξυλείας που διέθεταν τα νησιά αυτά. Στο πλαίσιο της οργάνωσης της ναυτιλίας, από τις αρχές του 8ου αιώνα εφαρμόστηκε ο «Νόμος Ροδίων Ναυτικών», συλλογή των ναυτικών εθίμων που ίσχυαν στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου με χαρακτηριστικό στοιχείο την εισαγωγή της «αβαρίας», θεσμού που ίσχυσε σχεδόν αμετάβλητος και στους Νεότερους χρόνους.

Από τον 11ο αιώνα, η πειρατεία άρχισε να αποτελεί απειλή για τα θαλάσσια ταξίδια στο Αιγαίο αλλά η παρακμή του βυζαντινού εμπορικού στόλου δεν έγινε σαφής παρά από το 12 αιώνα και εξής, για να επιτρέψει την αύξηση του ρόλου άλλων δυνάμεων στο εμπόριο και τη ναυτιλία της περιοχής.

Οι δυτικές ναυτικές δημοκρατίες στο Levante

Τα προνόμια που παραχωρήθηκαν από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες προς τις δυτικές ναυτικές δημοκρατίες στο Λεβάντε (Βενετία, Γένοβα, Πίζα, κλπ.) άνοιξαν για αυτές τους θαλάσσιους δρόμους του και προετοίμασαν την κυριαρχία τους στις ρότες του Αιγαίου πελάγους. Με την κατανομή εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (partitio imperii Romaniae) που ακολούθησε την Δ΄ Σταυροφορία (1204 μ.Χ.), τα νησιά του Αιγαίου περιήλθαν στη δικαιοδοσία είτε του Λατίνου αυτοκράτορα είτε των Σταυροφόρων. Αλλά καθώς οι κάτοχοι αυτών των μεριδίων δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν την κατάκτηση, το δικαίωμα παραχωρήθηκε σε υποτελείς των κυριάρχων. Ο Μάρκος Σανούδος, επικεφαλής ενός στόλου που κατέλαβε πολλά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, συγκρότησε το Δουκάτο του Αιγαίου (που καταλύθηκε το 1537 μ.Χ. από τον Οθωμανό Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα) με κέντρο τη Νάξο, ενώ σύντροφοί του σε εκείνη την αποστολή έλαβαν από τον ίδιο άλλα νησιά ως φέουδα.

Παρότι το βάρος του δικτύου του διαμετακομιστικού εμπορίου που συγκρότησε η Βενετία στην Ανατολή ήταν τα Ιόνια Νησιά, η Κρήτη και η Κύπρος, αρκετά από τα νησιά του Αιγαίου χρησίμευσαν ως σημεία ελέγχου στο χάρτη αυτού του δικτύου και γνώρισαν βενετική κυριαρχία. Η Γαληνοτάτη οργάνωσε, από το α΄ μισό του 14ου αιώνα, ένα δίκτυο εμπορικών γαλέρων (galere de marcato), οι οποίες δρομολογούνταν με κρατική προστασία για τη μεταφορά συγκεκριμένων εμπορευμάτων σε καθορισμένες περιόδους σε μια μεγάλη θαλάσσια ζώνη που περιλάμβανε το Αιγαίο, καθώς βόρειο άκρο της –και κατάληξη μιας βασικής οδού του βενετικού εμπορίου που περνούσε από την Κωνσταντινούπολη– ήταν η Μαύρη Θάλασσα. Στις θαλάσσιες διαδρομές του εμπορίου ταξίδευαν επίσης ιδιωτικά στρογγυλά ιστιοφόρα (navi tonde ή disarmate), όπως οι «κόκκες» και οι «καράκες».

Οι Άγγλοι και οι Ολλανδοί, που απέσπασαν από την Υψηλή Πύλη το προνόμιο να φορτώνουν εμπορεύματα στα λιμάνια της οθωμανικής Ανατολής, αμφισβήτησαν την εμπορική πρωτοκαθεδρία της Βενετίας. Η στροφή της Βενετίας στην ενίσχυση του πολεμικού της ναυτικού, οι φθορές του εμπορικού της στόλου, η ανάγκη της να διατηρεί πλήρεις τις αποθήκες της σε ζωτικά αγαθά, όπως και η βαρύτερη φορολογία των βενετικών πλοίων σε οθωμανικά λιμάνια, ήταν μεταξύ των προϋποθέσεων που επέτρεψαν –από το 16ο αιώνα– σε Έλληνες καραβοκύρηδες να οδηγούν στο λιμάνι της Γαληνοτάτης «καραμουσάλια» και «σκιράτζα» (μικρής και μέσης χωρητικότητας πλοία) προερχόμενα και από τα νησιά του Αιγαίου, κυρίως από την Πάτμο και τη Μυτιλήνη, αλλά και από τη Λίνδο και τη Σκύρο. Την ίδια περίοδο, τα ναυπηγεία της Κρήτης είχαν εξελιχθεί αρκετά ώστε να θεωρούνται τα καλύτερα στις θάλασσες του Αιγαίου.

Υπό οθωμανική κυριαρχία

Ο κούρσος

Η «Άσπρη Θάλασσα», όπως ονόμαζαν οι Οθωμανοί το Αιγαίο, ήταν ένας επικίνδυνος χώρος από το 16ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα. Στα νερά του δρούσαν μουσουλμάνοι αλλά και χριστιανοί πειρατές και κουρσάροι. Οι δεύτεροι βρίσκονταν στην υπηρεσία μιας εμπόλεμης δύναμης που ενδιαφερόταν για τη φθορά της ναυτιλίας και του εμπορίου του εχθρού και ήταν συχνά εφοδιασμένοι από αυτή με «διπλώματα καταδρομής» (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αργότερα αυτό του Λάμπρου Κατσώνη). Στήνοντας ενέδρες στους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής, κουρσάροι με το έμβλημα της ημισελήνου χρησιμοποιούσαν τα νησιά του Αιγαίου είτε για να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις των δυτικών εμπορικών πλοίων ή των βενετικών γαλέρων είτε ως σταθμούς ανεφοδιασμού.

Και των δύο ομάδων η δράση απέβαινε επιζήμια για τα διερχόμενα καράβια –δύσκολα αποτυπώνονται οι περιπέτειες αυτές στα χαρτιά του πλοίου ή στα επίσημα αρχεία– αλλά και για τους ντόπιους πληθυσμούς, με την αναγκαστική «αγορά» ή την παράδοση σιτηρών ή ζώων ή με τη μορφή αγγαρειών, όταν χρειάζονταν πληρώματα. Νησιά όπως η Ίος το 1528, η Σάμος για πολλές δεκαετίες, αλλά και η Σκιάθος, η Σκόπελος και τα Κύθηρα το 1570, γνώρισαν την ερήμωση ως αποτέλεσμα αυτής της δράσης.

Καθώς η εποπτεία της περιοχής από την ηπειρωτική ακτή ήταν δύσκολη εξαιτίας των πολυάριθμων φυσικών καταφυγίων, για να την ελέγξει κανείς χρειαζόταν να έχει την κυριαρχία στη θάλασσα. Και αυτήν έβαλαν τα δυνατά τους να αποκτήσουν οι Βενετοί, οι Οθωμανοί και οι δυτικοί (Γάλλοι και Άγγλοι), με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Ο οθωμανικός στόλος περιοριζόταν στην ετήσια εαρινή του έξοδο από την Κωνσταντινούπολη προς την Αλεξάνδρεια για τη μεταφορά εμπορευμάτων και τη συλλογή των φόρων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί από τη μια απολάμβαναν έτσι ένα βαθμό αυτονομίας και από την άλλη πλήρωναν την απουσία αστυνόμευσης του Αιγαίου εκ μέρους των Οθωμανών και την ελλιπή προστασία των πληθυσμών.

Καραβοκύρηδες και ναυτικοί άρχισαν να εφοδιάζουν τα πλοία τους με κανόνια. Τα εμπορικά νησιά του Αρχιπελάγους μοιράζονταν τα έξοδα για να συντηρούνται αντιπειρατικές «γαλεότες» ή «τράτες». Άλλοι από τους νησιώτες στρατολογούνταν στα κουρσάρικα καράβια, πουλούσαν τις ναυτικές τους δεξιότητες ή τη γλωσσομάθειά τους, κάποιοι μετείχαν στα οικονομικά δίκτυα που γεννούσε ο κούρσος, γίνονταν προμηθευτές τροφίμων ή εξοπλισμού ή εμπορεύονταν, στα όρια του λαθρεμπορίου, σε βάρος του οθωμανικού ταμείου. Νησιά όπως η Ύδρα, τα Ψαρά, η Σκύρος και η Πάτμος ήταν διαμετακομιστικοί σταθμοί ιδίως για το λαθρεμπόριο των σιτηρών που φορτώνονταν στα λιμάνια της Θεσσαλίας, της Μικράς Ασίας και του Μοριά. Το 18ο αιώνα στην πειρατεία εμπλέκονταν, μεταξύ άλλων, Υδραίοι, Μήλιοι, Σκοπελίτες, Μυκονιάτες, Σπετσιώτες, Τήνιοι και Ψαριανοί.

Η συμμετοχή των νησιών του Αιγαίου στον οικονομικό βίο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Πρακτικές, όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, επέτρεψαν στο ελληνικό στοιχείο να συσσωρεύσει ένα αρχικό κεφάλαιο και να αποκτήσει μια θέση στα εμπορικά δίκτυα του μεσογειακού κόσμου. Το γενικό αίσθημα ανασφάλειας που επικρατούσε όμως στο Αιγαίο δεν επέτρεψε την ανάπτυξη θαλάσσιων και εμπορικών δραστηριοτήτων και την ενίσχυση μιας τάξης μεσαίων εμπόρων που θα υιοθετούσαν νόμιμη εμπορική δράση. Όταν η πειρατεία περιορίστηκε, από τα μέσα του 18ου αιώνα, η νησιωτική κοινωνία του Αιγαίου ανοίχθηκε περισσότερο στη θάλασσα και συγκρότησε εμπορικούς στόλους.

Παρόλο που το καθεστώς των νησιών δεν ήταν ομοιόμορφο σε όλο το Αιγαίο, ένας σημαντικός αριθμός τους αποτέλεσε από τα μέσα του 17ου αιώνα διοικητική ενότητα υπό τον αντιναύαρχο του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) και τον άμεσο βοηθό του, Φαναριώτη συνήθως αξιωματούχο, δραγουμάνο του στόλου. Τα νησιά εποικίστηκαν για να αποδίδουν φορολογικά έσοδα για το οθωμανικό ταμείο, παρείχαν ανάλογα με τον πληθυσμό τους τεχνίτες για τα ναυπηγεία και πληρώματα για το στόλο και η οθωμανική διοίκηση τους επέτρεψε σημαντικό βαθμό αυτονομίας με σειρά προνομιακών ορισμών. Αυτοί, μαζί με τη λεγόμενη “οθωμανική ειρήνη” (pax ottomana), συμπλήρωσαν τους αναγκαίους όρους για την ανάπτυξη εμποροναυτιλιακών δραστηριοτήτων από τους νησιώτες και για τη συμμετοχή του Αιγαίου στον οικονομικό βίο της Αυτοκρατορίας.

Η Χίος, η Μυτιλήνη, η Πάτμος και η Σάμος βρίσκονταν στη ρότα του οθωμανικού στόλου από την Κωνσταντινούπολη προς την Αλεξάνδρεια, και κοντά στα λιμάνια της Καραμανίας και της Σμύρνης, κύριων εξαγωγικών χώρων προς τη δυτική Ευρώπη. Οι Κυκλάδες ήταν κομβικό σημείο των εμπορικών δρόμων που διέσχιζαν το Αιγαίο. Διαθέτοντας εμπειρική μόνο ναυτική γνώση, οι Αιγαιοπελαγίτες έμποροι και ναυτικοί εργάζονταν σε οικογενειακή βάση και σε στενή σχέση με παροικίες Ελλήνων στο εξωτερικό και εμπορικούς οίκους που είχαν ιδρυθεί εκεί, ως εξαρτήματα καλά συναρθρωμένων δικτύων που βασίζονταν στη συγγένεια και στην κοινή καταγωγή.

Δυτικά προξενεία στα νησιά τόνωναν τη διασύνδεσή τους με το διεθνές εμπόριο. Γύρω στο 1740 οι Γάλλοι πρόξενοι στη Σμύρνη ανησυχούσαν από την εμφάνιση τοπικών στόλων στο Αιγαίο και συγκεκριμένα πλοίων που έφεραν τη σημαία της Μινόρκας, πολλά από τα οποία ανήκαν στην ελληνική κοινότητα που είχε ιδρυθεί εκεί με αγγλική υποστήριξη. Η Τήνος, η Σίφνος, η Κέα, η Μύκονος και η Πάτμος είχαν καράβια που εμπορεύονταν στη Σενιγάλια στην Ιταλία από τη δεκαετία του 1730, την Τεργέστη και τη Μαύρη Θάλασσα μετά το 1780. Ιδιαίτερη μνεία γινεται στους πλοηγούς της Μήλου και Κιμώλου. Ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος του 1768-1774 δημιούργησε μια νέα ευνοϊκή συγκυρία. Η Μαύρη θάλασσα άνοιξε για τους νησιώτες. Πουλούσαν στα λιμάνια της τοπικά προϊόντα για να φορτώσουν από αυτά δημητριακά για το Αιγαίο, την Αγκόνα και το Λιβόρνο. Γύρω στα 1780, η Ύδρα εμφανίζεται να έχει περισσότερα από εκατό πλοία, αρκετά μεγάλα ώστε να επιχειρούν ταξίδια έως το Λιβόρνο και τη Βενετία. Οι Σπέτσες και τα Ψαρά την ακολουθούν ως προς το μέγεθος του στόλου τους.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, σύμφωνα με υπολογισμούς, τα νησιά του Αιγαίου κατοικούνταν από περίπου 200.000 ανθρώπους που δεν περιορίζονταν στην καλλιέργεια της εν πολλοίς άγονης γης που διέθεταν. Μεγαλύτερη μάλιστα ναυτιλιακή δραστηριότητα εμφάνισαν οι κάτοικοι των πλέον άγονων νησιών. Οι ναυτικές δραστηριότητες (εντατική αλιεία, σπογγαλιεία, ακτοπλοΐα, διαμετακομιστικό εμπόριο μικρής εμβέλειας αλλά και υπερπόντιο θαλάσσιο εμπόριο) συνέτειναν στη διεύρυνση ή ακόμη και στη μεταστροφή της νησιωτικής οικονομίας. Η γεωργία και η κτηνοτροφία, βέβαια, στις μικρές και κατακερματισμένες κατά κανόνα ιδιοκτησίες, συνυπάρχουν, και μάλιστα σε ζωτικούς πυρήνες, μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η ναυτιλία όμως αποδείχθηκε προνομιακό πεδίο δράσης που επέτρεψε την υπέρβαση της ανισορροπίας μεταξύ έγγειων ιδιοκτησιών, αγροτικής παραγωγής και διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού. Οι γαιοκτήμονες αντικαταστάθηκαν ως τοπική ελίτ από την ανερχόμενη τάξη των εμπόρων, των μεταπρατών και των ναυτικών/εφοπλιστών. Συγκροτήθηκαν μάλιστα νησιωτικοί οικισμοί με αστικά χαρακτηριστικά. Οι Χώρες των νησιών και τα χωριά των καπεταναίων εμπλουτίστηκαν, όσον αφορά τον υλικό πολιτισμό, με επιδράσεις από τα γύρω παράλια και τους μακρινότερους προορισμούς, στους οποίους κατέληγαν οι ρότες των καραβιών τους.

Πλοία και ταξίδια

Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι Αιγαιοπελαγίτες ταξίδευαν ακόμη με το παραδοσιακό καράβι του Αρχιπελάγους, το «σαχτούρι», μικρό πλοίο 15-20 τόνων, με σταυρώσεις. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε το «λατινάδικο», χωρητικότητας 40-50 τόνων. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ναυπηγεία υπήρχαν, εκτός από τις Σπέτσες, την Ύδρα και τα Ψαρά, στη Σκιάθο και την Κάσο. Τα εργαστήρια αυτά κάλυπταν κυρίως τις τοπικές ανάγκες, ενώ η πρώτη ύλη αναζητούνταν στη μικρασιατική ακτή ή στις δασώδεις περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Σε αυτά κατασκευάζονταν «λατίνια» και «σακολέβες» (καΐκια για τη μεταφορά εμπορευμάτων σε μικρές αποστάσεις), ενώ «μπρίκια», «μπρατσέρες», «ταρτάνες», καθώς και μια μακρά σειρά τύπων πλοίων, προορίζονταν για μεγάλα ταξίδια.

Τα εμπορικά πλοία της εποχής ήταν κατά κανόνα συμπλοιοκτησία περισσότερων επενδυτών («παρτζινέβελοι»), προκειμένου να μειώνεται κατά το δυνατόν ο επιχειρηματικός κίνδυνος του θαλάσσιου ταξιδιού. Τα πλοία μετέφεραν εμπορεύματα των ιδιοκτητών τους που δρούσαν έτσι ως έμποροι και πλοιοκτήτες ταυτόχρονα και αποκόμιζαν όλο το κέρδος που προέκυπτε από την εμπορική πράξη. Για την πραγματοποίηση του εμπορικού ταξιδιού τα ποσά, με τα οποία συμμετείχε ο καθένας από τους μετέχοντες του συνεταιρισμού, συγκροτούσαν τη «σερμαγιά». Η εκκαθάριση του κέρδους που προέκυπτε μεταξύ των εταίρων γινόταν ανάλογα με το ποσοστό τους σε αυτό το εταιρικό κεφάλαιο. Κάποτε αναζητούνταν και άλλοι χρηματοδότες του ταξιδιού, πέραν των μετόχων του καραβιού, ενώ διαχειριστής της όλης επιχείρησης ήταν ο καπετάνιος του πλοίου, ο οποίος συγκροτούσε και το πλήρωμα του πλοίου, κατά κανόνα από το νησί καταγωγής του ίδιου.

Για κοντινά ταξίδια, όπως αυτά εντός του Αιγαίου, αρκούσε η «ραγιάδικη» σημαία και κάθε νησί μπορούσε να έχει τη δική του. Πέραν των λιμανιών της αυτοκρατορίας όμως καμία τέτοια σημαία δεν προστάτευε τους ναυτικούς και απαιτούνταν η οθωμανική ή η σημαία κάποιας ξένης δύναμης, όπως της Μάλτας. Μυστική εμπορική σύμβαση προσαρτημένη στη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που υπογράφηκε στα 1774 μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έδινε το δικαίωμα στα ελληνόκτητα πλοία να υψώνουν τη ρωσική σημαία, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη σημαντικού εμπορικού στόλου. Στη συγκυρία που δημιούργησαν οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι, ελληνικά «σιταράδικα» διασπούσαν τον αγγλικό αποκλεισμό των γαλλικών παραλίων αποκομίζοντας σημαντικότατα κέρδη.

Ο μακρύς 19ος αιώνας

Το 19ο αιώνα η Μεσόγειος βρισκόταν στο προσκήνιο των διεθνών ανταλλαγών. Τα πλοία έπλεαν από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Δύση με χύδην φορτία (σιτηρά, μαλλί, βαμβάκι, λιναρόσπορο και ζωικό λίπος) και επέστρεφαν από εκεί φορτωμένα με κάρβουνο και βιομηχανικά προϊόντα. Η Μαύρη Θάλασσα ήταν ο σιτοβολώνας της Ευρώπης το 19ο αιώνα και τα σιτηρά το κύριο φορτίο στα αμπάρια των ελληνόκτητων πλοίων.

Σημαντικό μέρος αυτού του στόλου, εξοπλισμένο κατάλληλα, αντιμετώπισε στη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας τον οθωμανικό πολεμικό στόλο καταφέροντάς του σημαντικά πλήγματα. Πολλές από τις παραδοσιακές οικογένειες καραβοκύρηδων στους ναυτότοπους του Αιγαίου διαθέτουν μεταξύ των κειμηλίων τους διπλώματα με την υπογραφή του υπουργού των Ναυτικών Κωνσταντίνου Κανάρη για την παραχώρηση πλοίων τους για τις ανάγκες του Αγώνα στη θάλασσα.

Μετά το τέλος της Επανάστασης του 1821, ο εμπορικός στόλος ανανεώθηκε με πλοία που χτίστηκαν στο Γαλαξίδι, την Ύδρα και τις Σπέτσες αλλά και την Άνδρο, την Κάσο, τη Σάμο. Πολύ γρήγορα ο μεγαλύτερος όγκος του συγκεντρώθηκε στη Σύρο, όπου συνέρευσαν πρόσφυγες κυρίως από τη Χίο, τα Ψαρά και την Κάσο, ενώ σημαντικά λιμάνια όπως της Κάσου, της Χίου, της Μυτιλήνης και της Λήμνου παρέμειναν για σημαντικό ακόμη διάστημα εκτός των ορίων του ελληνικού εθνικού κράτους.

Από στοιχεία που αφορούν τις νηολογήσεις πλοίων καταδεικνύεται ότι ο αιγαιοπελαγίτικος στόλος διογκώθηκε θεαματικά μεταξύ 1840 και 1845 για να ακολουθήσει έκτοτε αύξουσα πορεία. Την περίοδο 1830-1939 οι Κυκλάδες εμφανίζονται να κατέχουν το 32% των νηολογημένων πλοίων, τα νησιά του νοτιοδυτικού Αιγαίου –οι παραδοσιακοί ναυτότοποι του 1821– το 10%, ενώ οι Σποράδες και η Εύβοια, που δέχθηκε πολλούς Ψαριανούς πρόσφυγες, είναι οργανικά μέρη της «θεσσαλικής ναυτιλίας», η οποία κατέχει το 5% του συνόλου. Με όμοιο ποσοστό καταγράφονται τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα, ενώ η Κρήτη είχε το 19ο αιώνα ελάχιστα ιστιοφόρα.

Τα νησιά του Αιγαίου λειτούργησαν σε σύνολα αμιγώς νησιωτικά, όπως οι Κυκλάδες, ή σε σύνολα που περιέκλειαν τα ηπειρωτικά τους εξαρτήματα, όπως η Χίος ή η Μυτιλήνη με τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, και οι Σποράδες με τη βόρεια Εύβοια και τη χερσόνησο του Πηλίου. Στο ανατολικό Αιγαίο οι πρωτεύουσες των νησιών ήταν ανέκαθεν στραμμένες προς τα μικρασιτιακά παράλια. Τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου εξελίχθηκαν σε άμεση εξάρτηση από τα παράλια αυτά, τη Σμύρνη αλλά και την Κωνσταντινούπολη. Οι Σποράδες αποτελούν κρίκους της αλυσίδας που συνδέει τις θάλασσες του βορειοδυτικού Αιγαίου, από το Θερμαϊκό κόλπο έως το βόρειο Ευβοϊκό. Οι ναυτότοποι της περιοχής εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της ηπειρωτικής ενδοχώρας, της μακεδονικής πεδιάδας αλλά και του θεσσαλικού κάμπου. Στο νοτιοδυτικό Αιγαίο, η Ύδρα και οι Σπέτσες, που προηγήθηκαν σε ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου τους, δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τη ναυτική τους δύναμη σε ατμοκίνητη, συγκαταλεγόμενα έτσι μεταξύ των παραδοσιακών ναυτοτόπων, που έδωσαν στη νέα εποχή κυρίως καπετάνιους.

Η Σύρος, ναυτιλιακό κέντρο του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου

Το δυναμικό νησιών που γνώρισαν σημαντική έως ολοκληρωτική καταστροφή στη διάρκεια του Αγώνα του 1821 δε χάθηκε. Σημειώθηκε μετακίνηση ανθρώπων, αλλά ήταν κυρίως η τεχνογνωσία που μετακενώθηκε εκεί όπου οι συνθήκες, πολιτικές και οικονομικές, ήταν ευνοϊκότερες για το θαλάσσιο εμπόριο και τη ναυτιλία.

Ένα σύνολο τέτοιων συνθηκών πληρούνταν στη Σύρο και ήταν εκεί που συγκεντρώθηκε για πολλές δεκαετίες το κύριο βάρος της ναυτιλιακής δραστηριότητας του Αιγαίου. Η Ερμούπολη έγινε ένας ιδιαίτερα σημαντικός κόμβος για το διαμετακομιστικό εμπόριο των σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας αλλά και των αγαθών που εισάγονταν μέσω Σύρου στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από το 1827 έως το 1834 ναυπηγήθηκαν στη Σύρο περισσότερα από 260 πλοία, ενώ υπολογίζεται ότι στο τοπικό νηολόγιο γράφτηκαν στην επόμενη πεντηκονταετία γύρω στις 5.500 πλοία. Το 1835 ο Ιωάννης Α. Ράλλης, Χιώτης έμπορος εγκατεστημένος στη Σύρο, ναύλωσε το ψαριανό πλοίο «Αλέξανδρος», το οποίο άφησε το συριανό λιμάνι με φορτίο κρασί, λάδι και κορινθιακή σταφίδα για να φθάσει, αρκετές εβδομάδες αργότερα, στη Βοστόνη και να καταγραφεί ως το πρώτο πλοίο που έφθασε στην Αμερική μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, φέροντας την ελληνική σημαία. Με έδρα την Ερμούπολη της Σύρου και κύρια δραστηριότητα την ατμοπλοϊκή σύνδεση των νησιών και των παράλιων πόλεων της Ελλάδας ιδρύθηκε από το ελληνικό δημόσιο το 1856 η πρώτη εταιρεία τακτικών γραμμών, η «Ελληνική Ατμοπλοΐα», και το 1861 η πρώτη μονάδα συντήρησης ατμοπλοίων.

Η Σύρος κατέστη η οικονομική πρωτεύουσα του Αιγαίου αλλά και του νεοπαγούς ελληνικού κράτους το 19ο αιώνα, τη στιγμή που αποτελούσε βασικό κόμβο των θαλάσσιων δρόμων που ένωναν τη Μαύρη Θάλασσα με τη δυτική Μεσόγειο διανύοντας το Αιγαίο. Το πλεόνασμα που συγκεντρώθηκε από τη ναυτιλία και το εμπόριο επενδύθηκε στη βιομηχανία. Όταν όμως ο καπνός άρχισε να κινεί τα πλοία και να τους δίνει τη δυνατότητα για μακρινότερα ταξίδια, ενώ ο τηλέγραφος επέτρεψε αμεσότερη επικοινωνία και εκατέρωθεν πληροφόρηση μεταξύ ναυλωτών και εφοπλιστών, παρήλθε και η ανάγκη ενδιάμεσου διαμετακομιστικού σταθμού. Οι συνθήκες αυτές, συνδυαζόμενες με άλλες όπως η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, σήμαναν το τέλος του κεντρικού ρόλου της Σύρου όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Το επιχειρησιακό κέντρο της ελληνόκτητης ναυτιλίας εντός των εθνικών συνόρων μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον Πειραιά.

Η ελληνόκτητη ναυτιλία στο σύνολό της αντιμετώπισε με αρκετή επιτυχία την πρόκληση της μετάβασης από το ιστίο στον ατμό και παρακολούθησε τη ναυτιλιακή συγκυρία, όπως αυτή διαμορφωνόταν διεθνώς: νέοι τύποι πλοίων, νέες μέθοδοι ναυσιπλοΐας αλλά και εγκατάσταση εταιρειών ή πρακτόρευσή τους στα αναδεικνυόμενα κατά καιρούς μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα του κόσμου. Στη σύγχρονη πραγματικότητα της ναυτιλίας, η τεχνολογία και οι θαλάσσιοι δρόμοι δεν τοποθετούν το Αιγαίο στο κέντρο των εξελίξεων της ελληνόκτητης ναυτιλίας. Η παράδοση στήριξε τη ναυτιλιακή και εφοπλιστική δράση των Αιγαιοπελαγιτών – τα εθνοτοπικά δίκτυα συνεργασίας αποδεικνύονται ακόμη ενεργά -, αλλά τα κέντρα λήψης αποφάσεων βρίσκονται εδώ και πολλές δεκαετίες εκτός των νησιών του Αιγαίου.


ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Η ασφάλεια που επικρατούσε στη θάλασσα του Αιγαίου κατά τους πρώτους αιώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν κατέστησε αναγκαία την οχύρωση των νησιωτικών οικισμών. Ενώ στα τέλη του 4ου αιώνα ο ηπειρωτικός ελλαδικός χώρος δοκιμαζόταν από τους Γότθους του Αλάριχου, η κυριαρχία των βυζαντινών δυνάμεων στη θάλασσα παρέμενε σχεδόν ακλόνητη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο βιβλίο Περί κτισμάτων του Προκοπίου, όπου απαριθμούνται τα φρούρια που ανήγειρε στην αυτοκρατορία ο Ιουστινιανός (527-565), δεν υπάρχει καμία αναφορά για κατασκευή οχυρώσεων στα νησιά.

Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε με την εμφάνιση των Αράβων και την έναρξη των ναυτικών επιδρομών τους, με αφετηρία την κατάληψη της Ρόδου το 654. Ο νέος αυτός παράγοντας εξανάγκασε τους κατοίκους να αναπροσαρμόσουν τον τρόπο ζωής τους προκειμένου να επιβιώσουν. Οι Αιγαιοπελαγίτες εγκατέλειψαν τους παράλιους οικισμούς και κατέφυγαν στην ενδοχώρα των νησιών τους, για να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστασία από τους επιδρομείς. Στο εσωτερικό πολλών νησιών δημιουργούνται από αυτή την περίδοδο οχυρωμένοι οικισμοί και κάστρα, ορισμένα από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Εκεί προσέφυγαν και κάτοικοι από την ηπειρωτική Ελλάδα, η οποία είχε παραλύσει από την κάθοδο των σλαβικών φύλων.

Ιστορικό οχύρωσης

Κοινό χαρακτηριστικό σε πολλές από αυτές τις οχυρώσεις είναι η πρόχειρη κατασκευή, που προδίδει τη βιασύνη με την οποία χτίστηκαν, κάτω από την αραβική απειλή. Τέτοια παραδείγματα είναι το κάστρο του Λαζάρου στη Σάμο και το οχυρό στο Εμπορειό της Χίου. Το ίδιο στοιχείο δείχνει επίσης ότι τα κάστρα αυτά δεν ήσαν προϊόν οργανωμένων ενεργειών και σχεδιασμού από την κεντρική διοίκηση, αλλά αποτελούσαν έργο των τοπικών κοινωνιών. Αναπόφευκτα, μέσα στα στενά όρια των περιτειχισμένων οικισμών, ο παλαιός αστικός τρόπος ζωής τερματίστηκε.

Η ανασφάλεια επιτάθηκε κατά τον 9ο αιώνα, με την έξαρση των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών, που χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριό τους την αραβοκρατούμενη Κρήτη. Ιδιαίτερα υπέφεραν τα νησιά των Κυκλάδων, λόγω της άμεσης γειτνίασής τους με την Κρήτη. Στη Νάξο, η οποία για ένα διάστημα κατέβαλε φορολογία στους Άραβες της Κρήτης, η πρωτεύουσα του νησιού μεταφέρθηκε στη δυσπρόσιτη ενδοχώρα, στο Κάστρο του Απαλίρου, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1207.

Με την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο μετά το 961, λήφθηκε μέριμνα για την οχύρωση σημαντικών λιμανιών και άλλων στρατιωτικά επίκαιρων σημείων. Οχυρωματικά έργα πραγματοποιήθηκαν στη Μύρινα της Λήμνου, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, στο Κάστρο της πόλης της Χίου και στη Βολισσό στο ίδιο νησί, στη Μήθυμνα (Μόλυβος) της Λέσβου, στην Κάλυμνο, στo Πυλί της Κω, στη Λέρο, στην πόλη και σε θέσεις της υπαίθρου της Ρόδου και αλλού. Τα βυζαντινά αυτά κάστρα του Αιγαίου είναι πολύ λίγο γνωστά, διότι σχεδόν όλα υπέστησαν ριζικές μετασκευές και προσθήκες κατά τους επόμενους αιώνες, από τους Λατίνους και τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις λίγα μόνο στοιχεία να σώζονται από την αρχική μορφή τους.

Η κατάλυση του βυζαντινού κράτους από την Δ΄ Σταυροφορία το 1204 επέφερε την πολιτική διάσπαση του Αιγαίου και σήμανε την έναρξη μιας μακράς περιόδου συνεχών αλλαγών και συγκρούσεων. Οι αυτόνομες μικρές νησιωτικές επικράτειες των Λατίνων, οι ενετικές και γενουατικές κτήσεις και τα βυζαντινά εδάφη βρίσκονταν σε σχεδόν αδιάκοπες διαμάχες μεταξύ τους. Παράλληλα, η πειρατεία γνώρισε μεγάλη έξαρση, ενώ από τα μέσα του 14ου αιώνα άρχισαν οι επιδρομές των Οθωμανών, που εντάθηκαν τον επόμενο αιώνα. Επιδρομές και πειρατεία προκάλεσαν ενίοτε την ερήμωση ολόκληρων νησιών, με την αιχμαλωσία και την πώληση των κατοίκων στα σκλαβοπάζαρα.

Κατά συνέπεια, η οχύρωση των οικισμών και των στρατηγικών θέσεων προσέλαβε ζωτική σημασία τόσο για την επιβίωση των κατοίκων όσο και για την εξασφάλιση των πολιτικών και εμπορικών συμφερόντων των Λατίνων και κυρίως των δύο ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο του Αρχιπελάγους, της Βενετίας και της Γένουας. Οι κυρίαρχοι των νησιών ανέπτυξαν εντατική δραστηριότητα στην οικοδόμηση κάστρων και άλλων οχυρωματικών έργων. Τα παλαιά βυζαντινά κάστρα στις περισσότερες περιπτώσεις ανανεώθηκαν με ριζικές επισκευές και νέες προσθήκες. Τα πολυάριθμα νέα φρούρια που χτίστηκαν κατά τη Λατινοκρατία αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των σωζόμενων σήμερα μεσαιωνικών κάστρων του Αιγαίου.

Τα περισσότερα από τα νέα κάστρα των Λατίνων ανεγέρθηκαν αμέσως μετά τη σύσταση των νησιωτικών κρατιδίων και περιφερειών, αλλά η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίστηκε και αργότερα. Στην οικοδόμησή τους χρησιμοποιήθηκαν τα υλικά που διέθετε ο κάθε τόπος, που σε ορισμένες περιπτώσεις αντλήθηκαν από αρχαία ερείπια, όπως στο Κάστρο της Παροικιάς της Πάρου. Συχνά τα ανεγειρόμενα τείχη δεν ήταν παρά συμπλήρωση της φυσικής οχύρωσης επίκαιρων θέσεων – κατασκευή δηλαδή επάλξεων και πύργων σε απόκρημνα υψώματα. Μεγάλης κλίμακας οχυρωματικά έργα δεν ήταν συχνά στο πρώτο διάστημα της Λατινοκρατίας, καθώς τα μικρά φεουδαρχικά κρατίδια δε διέθεταν τους απαραίτητους πόρους.

Η έξαρση των οθωμανικών επιδρομών και της πειρατείας υποχρέωσε τους Λατίνους να αναλάβουν πιο συστηματικά μέτρα, καθώς τα νησιά ερήμωναν το ένα μετά το άλλο από τον παραγωγικό πληθυσμό τους. Ξεχωριστή είναι η περίπτωση της Αντιπάρου, όπου το 1440 οικοδομήθηκε ένα νέο κάστρο και εγκαταστάθηκαν εκεί κάτοικοι για να καλλιεργήσουν το νησί. Το κάστρο χτίστηκε με βάση σχέδιο που συνδύαζε την ασφάλεια και την εξοικονόμηση χώρου. Τα τείχη του σχηματίζονταν από τους πίσω τοίχους συνεχόμενων τριώροφων κατοικιών, σε διάταξη τετραγώνου. Στο εσωτερικό αναπτυσσόταν ο πυκνοδομημένος οικισμός, στο κέντρο του οποίου υπήρχε πύργος που λειτουργούσε ως τελευταίο καταφύγιο σε ώρες ανάγκης. Οι κάτοικοι έβγαιναν από τη μοναδική πύλη κάθε πρωί, αφού διαβεβαιώνονταν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, και επέστρεφαν συγκεκριμένη ώρα, προτού κλείσει για το βράδυ. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε και πάλι αργότερα, τον 16ο αιώνα, στην Κίμωλο και στα Μαστιχοχώρια της Χίου.

Τα πλέον εκτεταμένα και συστηματικά οχυρωματικά έργα πραγματοποιήθηκαν στα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Οι Γατελούζοι, γενουάτικη οικογένεια που είχαν την κυριαρχία της Λέσβου από το 1355 μέχρι το 1462, επέκτειναν και αναμόρφωσαν το κάστρο της πόλης της Χίου και το μεγάλο κάστρο της Μυτιλήνης. Οι εντυπωσιακότερες οχυρώσεις βρίσκονται στη Ρόδο και οφείλονται στους Ιωαννίτες ιππότες, που επέδειξαν διαρκή και μεθοδική μέριμνα για την άμυνα της επικράτειάς τους. Το συγκρότημα των τειχών της πόλης της Ρόδου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του είδους στη Μεσόγειο. Οι ίδιοι ανέγειραν κάστρα σε αρκετές στρατηγικές για την ασφάλεια του νησιού θέσεις. Έργο των Ιωαννιτών είναι επίσης τα κάστρα της Νερατζιάς και της Αντιμάχειας στην Κω και πολλά ακόμη φρούρια των Δωδεκανήσων.

Οι νέες εξελίξεις στη στρατιωτική τεχνολογία από το 15ο αιώνα, με την εισαγωγή της πυρίτιδας και την ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων, είχαν σημαντική επίδραση στην οχυρωματική αρχιτεκτονική. Τα ήδη υφιστάμενα κάστρα που βρίσκονταν σε θέσεις οι οποίες μπορούσαν να προσβληθούν με κανόνια κατέστησαν ευάλωτα και χρειάστηκε να ενισχυθούν με σκάρπες –συμπαγή επικλινή αντερείσματα– και νέους προμαχώνες, όπου μπορούσαν να τοποθετηθούν κανόνια. Όταν το 17ο αιώνα κορυφώθηκαν οι ενετοτουρκικοί πόλεμοι, στην περιφέρεια του Αιγαίου ανεγέρθηκαν δείγματα των πιο εξελιγμένων για την εποχή οχυρώσεων. Αλλά το Αρχιπέλαγος είχε ήδη τότε υποκύψει σχεδόν ολοκληρωτικά στους Οθωμανούς.

(Γεώργιος Πάλλης)

Μορφολογία και τυπολογία των οχυρώσεων στο Αιγαίο

Γενικά

Στο Αρχιπέλαγος συναντά κανείς πολυάριθμα οχυρωματικά έργα που παρουσιάζουν διαφορές ως προς τη μορφολογία τους: πύργους, οχυρά, οχυρωμένους οικισμούς και μοναστήρια, φρούρια, κάστρα, καστέλια, φυλάκια, προμαχώνες κ.ά. που εντοπίζονται στην ενδοχώρα των νησιών, σε απόκρημνα μέρη, αλλά και στη παράκτια ζώνη, ακόμα και σε ξερονήσια μέσα στη θάλασσα. Το μεγάλο οχυρωματικό μωσαϊκό αποτυπώνει αφενός την περίπλοκη πολιτική ιστορία του Αιγαίου Πελάγους κατά τους Μέσους Χρόνους, στο οποίο κυριάρχησαν Βυζαντινοί, Άραβες, Φράγκοι, Βενετοί, Γενουάτες, Ιωαννίτες Ιππότες και Οθωμανοί, αφετέρου αποτελεί ένα εύγλωττο παράδειγμα διαφόρων πολιτισμικών παραδόσεων και πρωτότυπων οχυρωματικών και αμυντικών λύσεων.

Οχυρωματική παράδοση και βυζαντινά κάστρα

Τα βυζαντινά κάστρα κτίζονταν κατά κανόνα σε λόφους και φυσικά οχυρωμένες θέσεις και χρησίμευαν ως φρούρια και καταφύγια για τον πληθυσμό, πχ. το Κάστρο στη Μύρινα (Λήμνου). Προορίζονται για την άμυνα από όπλα με μικρή κρουστική δύναμη και ακολουθούν παλαιές, εμπειρικές τεχνικές χάραξης. Διαθέτουν συνήθως δύο οχυρωματικούς περιβόλους, και στις μεταγενέστερες περιόδους περιλαμβάνουν και ένα τρίτο, ευρύτερο οχυρωματικό περίβολο, όπως στην Παλαιόχωρα της Αίγινας, στο Μυστρά και στην Αθήνα. Τα τείχη διαμορφώνονται με προεξέχοντες πύργους, επάλξεις, μικρά ανοίγματα και καταχύστρες. Στα χρόνια της βυζαντινής κυριαρχίας στο Αιγαίο (10ος – 12ος) καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για την οχύρωση πολλών στρατηγικών θέσεων. Από το 12ο αι., λόγω της ανασφάλειας από τις επιθέσεις των πειρατών και των διαφόρων εισβολέων, οι οικισμοί μετακινούνται προς την ενδοχώρα των νησιών και σε δυσπρόσιτα μέρη χτίζονται οχυρά και κάστρα, όπως το θρυλικό κάστρο του Κοσκινά (Ικαρία), το Κάστρο της Βολισσού (Χίος) κ.ά. Ξεχωριστή κατηγόρια «κάστρων» αποτελούν τα οχυρωμένα μοναστήρια με εξέχον παράδειγμα τη Μονή της Πάτμου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας τα βυζαντινά οχυρά χρησιμοποιήθηκαν από τους νέους κυριάρχους με επισκευές και τροποποιήσεις, που δεν άλλαζαν συνήθως τη γραμμή χάραξης.

Οχυρωματικά συστήματα κατά την Φραγκοκρατία

Πύργοι

Μετά τον 12ο αι. στον αιγαιακό χώρο παρατηρείται αυξημένη δραστηριότητα στον τομέα των οχυρώσεων που σχετίζεται με τη δράση των Δυτικών. Κατά την περίοδο της πρώιμης κυρίως Φραγκοκρατίας (13-14 αι.) τόσο στην Ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στα νησιά του Αρχιπελάγους συναντάμε ένα νέο αμυντικό και οχυρωματικό είδος, τον τετράγωνο πύργο. Πρόκειται για μία απλή τετράγωνη κατασκευή που ερμηνεύεται γενικά ως καταφύγιο ασφαλείας ωστόσο φαίνεται να είχε ποικίλη κατά περιόδους και τόπους χρήση. Οι πύργοι απαντούν σε πολλά σημαντικά νησιά, όπως στη Νάξο, Ρόδο, Σαμοθράκη, Εύβοια κ.ά. Η ύπαρξη τους σε αγροτικές περιοχές όπως στη Νάξο μαρτυρεί τη σχετική ευμάρεια του τόπου, καθώς προορίζονται για την προστασία του πληθυσμού και της παραγωγής. Οι πύργοι που βρίσκονται σε παράκτιες και στρατηγικές θέσεις όπως στη Γενουατική τότε Σαμοθράκη και τη Ρόδο των Ιπποτών σχετίζονται με την οργάνωση του αμυντικού δικτύου, στο οποίο λειτουργούσαν και ως βίγλες που ειδοποιούσαν με οπτικά σήματα για την εμφάνιση εχθρικών πλοίων. Αρκετές φορές, ειδικά στην ενδοχώρα, οι πύργοι, πχ. ο πύργος του Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνού στο Πύθιο, χρησίμευαν περισσότερο ως σύμβολα κοινωνικής και πολιτικής ισχύος και δεν είχαν ιδιαίτερο αμυντικό ρόλο. Στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας οι πύργοι καμιά φορά προσέφεραν ασφάλεια στον πληθυσμό. Σχετικά με την ανέγερση των πύργων δεν διασώζονται πηγές. Ως προς τη κατασκευή τους οι πύργοι στο ελληνικό χώρο παρουσιάζουν αξιοσημείωτη συγγένεια με τους αντίστοιχους στη Δυτική Ευρώπη.

Οχυρωμένοι οικισμοί

Από τα μέσα του 14ου αι. η ασφάλεια στο Αιγαίο επιδεινώνεται και δημιουργούνται περισσότερες οχυρωμένες θέσεις και οχυρωμένοι οικισμοί. Παράλληλα υπάρχουν και περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στην έντονη οχυρωματική δραστηριότητα.

Ξεχωριστή ενότητα αποτελούν οι οχυρωμένοι οικισμοί, ιδίως στις Κυκλάδες. Οι οικισμοί αυτοί χρονολογούνται στο 14ο και 15ο αι. και αποδίδονται σε Φράγκους ηγεμόνες, κυρίως σε Βενετούς και Γενουάτες, που κατείχαν τα νησιά μέχρι το 16ο αι. Οι διάσπαρτοι οικισμοί ονομάζονται συχνά «κάστρα» και διατηρούν ονομασίες σχετικά με τη χρήση τους, Κάστρο, Πυργί κλπ. Δεν έχουν αμιγώς αμυντικό χαρακτήρα με εξαίρεση τους μεσαιωνικούς οικισμούς στα Μαστιχοχώρια της νότιας Χίου, που διαθέτουν πύργους και ειδική αμυντική χάραξη.

Οι τειχισμένοι οικισμοί διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες ως προς τη σχέση μεταξύ του οικισμού και της οχύρωσης: α) οικισμοί που αναπτύχθηκαν σε προϋπάρχοντα αμυντικό περίβολο, β) οικισμοί που οχυρώθηκαν εκ των υστέρων και γ) κλασική περίπτωση της δημιουργίας νέων οχυρωμένων οικισμών (πχ. το κάστρο της Αντιπάρου). Γενικά χαρακτηρίζονται για τη διάταξη των σπιτιών που χτίζονται σε συνεχή σειρά με περιμετρική διάταξη σχηματίζοντας με τον πίσω τοίχο του συμπαγή οχυρωματικό περίβολο. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι το κάστρο της Αστυπάλαιας (αρχ. 15ου αι), το Κάστρο του Πύργου Καλλίστης στη Σαντορίνη (τέλη 15ου- αρχ.16ου) κ.ά. Οι περισσότεροι τειχισμένοι οικισμοί ανήκουν στις Κυκλάδες: Πάρος (Παροικιά και Νάουσα), Σαντορίνη (Πύργος), και τα αντίστοιχα κάστρα σε Σίφνο, Νάξο, Μύκονο, Κίμωλο, Τήνο. Αρκετοί οχυρωμένοι οικισμοί από την εποχή των Γενουατών υπάρχουν στη Χίο: Πυργί, Μεστά, Ολύμποι, Καλαμωτή, Αυγώνυμα, το μοναδικό καστροχώρι Ανάβατος κ.ά.

Οχυρώσεις των λιμανιών

Κατά τη διάρκεια τη Φραγκοκρατίας μεγάλη σημασία δόθηκε στην οχύρωση των λιμανιών. Κατά κανόνα εκτός από τα τείχη τα λιμάνια διέθεταν προκυμαίες και βραχίονες που περιόριζαν το άνοιγμα που ελεγχόταν από ένα ή δύο πύργους. Τα λιμάνια που βρίσκονται υπό την κυριαρχία των Βενετών οχυρώθηκαν με μεγάλη φροντίδα και διέθεταν τα πλέον προηγμένα οχυρωματικά συστήματα.

Προμαχώνες

Οι προμαχώνες εμφανίστηκαν μετά τα μέσα του 15ου αι. Αποτελούν ειδικές οχυρώσεις προσαρμοσμένες στις νέες τεχνικές πολέμου. Αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα από τους Βενετούς, κυρίως στη Κρήτη, τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου, τα Ιόνια νησιά και σε μεμονωμένες περιπτώσεις στο Αιγαίο. Το προμαχωνικό σύστημα οχύρωσης, «Fronte Bastionato», είναι ριζικά διαφορετικό σε σχέση με τα παραδοσιακά κάστρα και στηρίχτηκε σε συστηματικές μελέτες επιφανών ιταλών μηχανικών και αρχιτεκτόνων όπως τον Michele Sanmicheli, τον Antonio da Sangallo και τον Giulio Savorgnano. Βασικός σκοπός της χάραξης ήταν να αποφευχθεί η δημιουργία απυρόβλητων ζωνών. Τα τείχη είναι χαμηλά, με μεγάλο πάχος, με ελαφρά κλίση και ειδικά διαμορφωμένες γωνίες ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη προστασία από τα εχθρικά πυρά και πυροβόλα όπλα με μεγάλη κρουστική δύναμη. Εμφανίζονται διάφοροι σύνθετοι τύποι, πχ. καρδιόσχημοι προμαχώνες με πλατιά τάφρο κατά μήκος. Η νέα μορφή των οχυρών σχετίζεται με τον βασικό τρόπο άμυνας, τα πλευρικά πυρά με τα πυροβόλα. Οι προμαχώνες που κατασκευάσθηκαν στο ευρύτερο αιγαιακό χώρο από τους Βενετούς ήταν από τους πρώτους στην ιστορία της φρουριακής αρχιτεκτονικής και αποτελούν σταθμό στην εξέλιξή της.

Επιθαλάσσια κάστρα

Πρόκειται για μεμονωμένα οχυρά στη θάλασσα, γνωστά με τον όρο «Castel da Mare». Τα επιθαλάσσια κάστρα, στην πλειονότητά τους βενετικά, ως προς τη λειτουργία τους αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των παραθαλάσσιων φρουρίων. Συνέβαλαν σημαντικά στην άμυνα από τη θάλασσα ως προωθημένοι προμαχώνες. Απαντώνται μετά τον 14ο αι. και κατασκευάζονταν για την προστασία των εμπορικών λιμανιών και των ναύσταθμων πάνω σε φυσικούς βράχους (Μεθώνη) και σε ειδικά διαμορφωμένες νησίδες (Μπούρτζι στο Ναύπλιο).

Οχυρωματικά δίκτυα

Στο Αιγαιακό χώρο οι εκάστοτε κυρίαρχοι επιχείρησαν να συγκροτήσουν δίκτυα οχυρώσεων για την καλύτερη άμυνα και προστασία των θαλάσσιων οδών που ήλεγχαν. Ιδιαίτερα αποτελεσματικοί υπήρξαν οι Βενετοί που δραστηριοποιήθηκαν στο κεντρικό και το νότιο Αιγαίο. Συνήθως χρησιμοποίησαν παλαιές θέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις οχύρωσαν θέσεις-κλειδιά στις θαλάσσιες επικοινωνίες. Αξιόλογες ήταν οι προσπάθειες των Γενουατών στο βόρειο και το ανατολικό Αιγαίο που κατήρτισαν δίκτυο ισχυρών κάστρων και πύργων. Ξεχωριστή δραστηριότητα ανέπτυξαν οι Ιωαννίτες Ιππότες στα Δωδεκάνησα. Στο σχετικά μικρό χώρο που κυριαρχούσαν οργάνωσαν ένα πολύ καλό αμυντικό σύστημα για την προστασία του πληθυσμού και τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων. Στα 10 ιπποτοκρατούμενα νησιά είναι γνωστά 56 κάστρα, συμπεριλαμβανομένων και των οχυρωμένων μονών. Ξεχωρίζουν οι οχυρώσεις στη Ρόδο, Κω, Κάλυμνο, Λέρο, Καστελόριζο κ.ά. Οι Οθωμανοί, στην προέλαση τους στο Αιγαίο, περιορίστηκαν στην επιδιόρθωση και την ενίσχυση των φρουρίων που κατακτούσαν.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 34 other followers