ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΡΑΤΟΣ

Archive for Οκτωβρίου 11, 2009

Ο ΓΕΩΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ (ΣΕΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ) ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


. Γενικά στοιχεία

Το Αιγαίο, λόγω του γεωτεκτονικού καθεστώτος από το οποίο διέπεται, αποτελεί ένα ζωντανό γεωλογικό εργαστήρι όπου εξελίσσονται σημαντικά γεωλογικά γεγονότα, με αποτέλεσμα πολλοί γεωεπιστήμονες από όλο τον κόσμο να επισκέπτονται την περιοχή για να παρακολουθήσουν τα ακτουαλιστικά συμβάντα. Ο λόγος για τον οποίο συσσωρεύονται τόσο έντονα γεωτεκτονικά φαινόμενα πρέπει να αναζητηθεί στο ευρύτερο γεωτεκτονικό καθεστώς της περιοχής αλλά και στους γενικούς κανόνες που διέπουν την τεκτονική.

Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στη μεσογειακή-μελανησιακή ζώνη του ηπειρωτικού συστήματος διάρρηξης. Η Ελλάδα ανήκει στο αλπικό σύστημα και πιο συγκεκριμένα στο νότιο κλάδο του ορογενετικού συστήματος της Τηθύος, του ωκεανού που βρισκόταν μεταξύ της Ευρασίας, του ενιαίου ηπειρωτικού χώρου της Ευρώπης και της Ασίας στο βορρά, και της Γκοντβάνα, της ενιαίας ηπείρου που περιλάμβανε την Αφρική, την Ινδία και την Αυστραλία στο νότο.

2. Το ελληνικό τόξο

Βασικό τεκτονικό γνώρισμα του ελληνικού χώρου αποτελεί το ελληνικό τόξο. Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού τόξου είναι τα εξής: έχει μήκος περίπου 1.500 χλμ., αρχίζει με μορφοτεκτονική διεύθυνση ΒΒΔ-ΝΝΑ στην Αλβανία, τη νότια Γιουγκοσλαβία και την ηπειρωτική Ελλάδα, κάμπτεται σε διεύθυνση Δ-Α από τα Κύθηρα στην Κρήτη και στη συνέχεια σε διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ στα Δωδεκάνησα και στη Λυσία της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας ως την Isparta και Antalya. Δηλαδή τα δύο σκέλη του τόξου σχηματίζουν ορθή γωνία μεταξύ τους.

Το ελληνικό τόξο είναι το μόνο τμήμα από ολόκληρο το σύστημα της Τηθύος όπου συνεχίζεται αυτή τη στιγμή η ορογένεση και το οποίο έχει όλα τα γεωδυναμικά χαρακτηριστικά ενός υπό εξέλιξη ορογενετικού τόξου. Αυτό οφείλεται στο ότι η ανατολική Μεσόγειος πάνω στην οποία συνεχίζει να κινείται το ελληνικό τόξο είναι το τελευταίο υπολειμματικό τμήμα της Τηθύος που δεν έχει ακόμη συμμετάσχει στην υπό εξέλιξη αλπική ορογένεση και το οποίο αντιπροσωπεύει τo ακόμη απαραμόρφωτο περιθώριο της αφρικανικής πλάκας. Αντίθετα, σε όλο το υπόλοιπο μήκος του αλπικού συστήματος της Τηθύος, έχει επέλθει η σύγκρουση ανάμεσα στην Ευρασία και τα διάφορα τμήματα της πρώην Γκοντβάνας. Η ιδιαιτερότητα αυτή του ελληνικού τόξου δίνει τη δυνατότητα μελέτης των διαφόρων φαινομένων της ορογένεσης εν τη γενέσει τους και διαμόρφωσης ακτουαλιστικών προτύπων, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να συγκριθούν με τα αντίστοιχα αποτελέσματα από τις έρευνες στα περιειρηνικά ορογενετικά συστήματα και ιδιαίτερα από τις νήσους της Ιαπωνίας.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά τεκτονικής σημασίας σχετιζόμενα με το χώρο του Αιγαίου είναι από τα νότια προς τα βόρεια η μεσογειακή ράχη, το ελληνικό τόξο και η δομή του βόρειου Αιγαίου. Η μεσογειακή ράχη ή ελληνική εξωτερική ράχη είναι ένα κύρτωμα του φλοιού της ανατολικής Μεσογείου παράλληλο προς το ελληνικό τόξο. Μεταξύ της μεσογειακής ράχης και του ελληνικού τόξου υπάρχει ένα σύστημα τάφρων που καλείται ελληνική τάφρος.

3. Οι λιθοσφαιρικές πλάκες και η σεισμικότητα της περιοχής του Αιγαίου

Ο νησιωτικός χώρος του Αιγαίου πελάγους καθώς επίσης και οι γύρω από αυτόν παράκτιες περιοχές της Ελλάδας (και της δυτικής Τουρκίας), αποτελούν μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη με έντονη και ταχύτατη παραμόρφωση. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μεγάλου αριθμού ρηγμάτων. Ο καθορισμός του ενεργού πεδίου των τάσεων βασίζεται κυρίως στους μηχανισμούς γένεσης των μεγάλων σεισμών οι οποίοι έγιναν στον ελληνικό χώρο περίπου κατά τα τελευταία 30 χρόνια. Τα αποτελέσματα των πρόσφατων ερευνών πάνω στους μηχανισμούς γένεσης επιφανειακών σεισμών οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο χώρος του Αιγαίου και των γύρω περιοχών μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλα τμήματα. Στο εξωτερικό τμήμα του τόξου όπου ασκούνται οριζόντιες τάσεις συμπίεσης και συνεπώς δημιουργούνται ανάστροφα ρήγματα, και στο εσωτερικό τμήμα του τόξου όπου ασκούνται οριζόντιες τάσεις εφελκυσμού και δημιουργούνται κανονικά ρήγματα.

Τα σπουδαιότερα γεωτεκτονικά φαινόμενα τα οποία παρατηρούνται στην επιφάνεια της Γης συμβαίνουν πάνω στα δύο κύρια συστήματα ζωνών διάρρηξης του φλοιού της Γης: το σύστημα των μεσοωκεάνιων ράχεων και το ηπειρωτικό σύστημα ζωνών διάρρηξης.

Ο χώρος του Αιγαίου βρίσκεται στην περιοχή σύγκλισης δύο μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών, της αφρικανικής και της ευρασιατικής. Συνεπώς βασική αιτία των σεισμών και των άλλων γεωλογικά πρόσφατων γεωδυναμικών φαινομένων (ηφαιστειακή δράση κτλ.) στο χώρο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί η σύγκρουση των δύο αυτών λιθοσφαιρικών πλακών. Όμως ο χώρος αυτός είναι σεισμοτεκτονικά πιο πολύπλοκος. Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι οι σεισμοί στο χώρο του Αιγαίου και των γύρω περιοχών οφείλονται: α) Σε συμπιεστικές δυνάμεις που ασκούν στα όρια του χώρου αυτού τρεις γειτονικές λιθοσφαιρικές πλάκες κατά την κίνησή τους και β) Σε εφελκυστικές δυνάμεις που ασκούνται μέσα στη λιθόσφαιρα του χώρου αυτού και προκαλούνται από αίτια που βρίσκονται μέσα ή στον πυθμένα της λιθόσφαιρας του Αιγαίου.

3. 1. Τεκτονική συμπεριφορά του εξωτερικού τμήματος του Αιγαίου

Το εξωτερικό τμήμα του χώρου του Αιγαίου παρουσιάζει διαφορετική τεκτονική συμπεριφορά από το εσωτερικό. Στο εξωτερικό τμήμα ασκούνται συμπιεστικές τάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ανάστροφες διαρρήξεις, η λιθόσφαιρα έχει μεγάλο πάχος και παρατηρείται έλλειψη σεισμών ενδιάμεσου βάθους και μαγματικής δραστηριότητας. Στο εσωτερικό τμήμα το πεδίο των τάσεων είναι εφελκυστικό και παρατηρούνται κανονικές διαρρήξεις, η λιθόσφαιρα έχει μικρό πάχος, υπάρχει έντονη σεισμική δραστηριότητα με σεισμούς ενδιάμεσου βάθους και ηφαιστειότητα.

Έτσι οι συμπιεστικές δυνάμεις στη λιθόσφαιρα του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου ασκούνται από τη λιθόσφαιρα της ανατολικής Μεσογείου, από την Απουλία (Αδριατική) λιθοσφαιρική πλάκα και από την τουρκική πλάκα.

Αναλυτικότερα, η σύγκλιση μεταξύ της λιθόσφαιρας της ανατολικής Μεσογείου, που αποτελεί το μπροστινό μέρος της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας, και της λιθόσφαιρας του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου, που αποτελεί το μπροστινό μέρος της ευρασιατικής λιθοσφαιρικής πλάκας, πραγματοποιείται κατά μήκος του γνωστού κυρτού μέρους του ελληνικού τόξου (Ζάκυνθος, νότιες ακτές Κρήτης, νότια Ρόδος), και έχει ως συνέπεια την υποβύθιση της λιθόσφαιρας της Mεσογείου κάτω από την λιθόσφαιρα του Αιγαίου. Σε αυτή την κίνηση οφείλονται η επιφανειακή σεισμική δράση κατά μήκος του ελληνικού τόξου, οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους στο νότιο Αιγαίο και η οριοθέτηση του ηφαιστειακού τόξου (Νίσυρος, Μέθανα, Σαντορίνη, Μήλος).

Επίσης η αριστερόστροφη περιστροφή της Απουλίας λιθοσφαιρικής πλάκας έχει ως συνέπεια την εξάσκηση συμπιεστικών δυνάμεων και τη γένεση επιφανειακών σεισμών κατά μήκος των ακτών της Αλβανίας και της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Τέλος στην κίνηση της τουρκικής λιθοσφαιρικής πλάκας προς τα δυτικά οφείλεται το μεγάλο δεξιόστροφο ρήγμα της βόρειας Ανατολίας του οποίου κλάδοι εκτείνονται ως το βόρειο Αιγαίο.

3. 2. Τεκτονική συμπεριφορά του εσωτερικού τμήματος του Αιγαίου

Όσον αφορά τις εφελκυστικές δυνάμεις στο χώρο του Αιγαίου έχουμε τα εξής: Κατά την υποβύθιση της λιθόσφαιρας της ανατολικής Μεσογείου κάτω από τη λιθόσφαιρα του νότιου Αιγαίου, παράγεται θερμότητα στην επάνω επιφάνεια της καταδυόμενης λιθόσφαιρας, λόγω τριβής, με συνέπεια τη δημιουργία ρευμάτων μεταφοράς στο χώρο της ασθενόσφαιρας που βρίσκεται μεταξύ της υποβυθιζόμενης λιθόσφαιρας και της λιθόσφαιρας του Αιγαίου. Έτσι, θερμό υλικό ανεβαίνει προς τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου και όταν φθάνει στον πυθμένα της κινείται οριζόντια, ψύχεται και ξαναβυθίζεται. Το θερμό αυτό υλικό κατέχει τον ασεισμικό χώρο (χωρίς εστίες σεισμών) κάτω από τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου (περιοχή Κυκλάδων). Κατά την οριζόντια κίνησή τους, τα ρεύματα μεταφοράς ασκούν οριζόντιες εφαπτομενικές δυνάμεις στην κάτω επιφάνεια (πυθμένα) της λιθόσφαιρας του Αιγαίου με συνέπεια την ανάπτυξη δυνάμεων εφελκυσμού μέσα σε αυτή (επεκτατικές δυνάμεις) κατά τη διεύθυνση Β-Ν, τη θραύση της και διείσδυση σε αυτή θερμού υλικού της ασθενόσφαιρας. Στη θραύση αυτή οφείλονται οι επιφανειακοί σεισμοί που παρατηρούνται στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου και στη διείσδυση του θερμού υλικού οφείλονται η ηφαιστειακή δράση και οι γεωθερμικές εκδηλώσεις του χώρου αυτού.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο εφελκυστικό πεδίο δράσεων που επικρατεί στο χώρο του Αιγαίου συμβάλλει και το μοντέλο, που έχει προταθεί, της οπισθοχώρησης της ζώνης καταβύθισης. Κατά το μοντέλο αυτό η καταβύθιση ψυχρής και πυκνής λιθόσφαιρας της Μεσογείου προκαλεί έλξη προς το νότο, και διαστολή και προώθηση της αιγαακής πλάκας προς την ίδια διεύθυνση.

4. Η γεωτεκτονική εξέλιξη του Αιγαίου

Το Αιγαίο, κατά τη γεωτεκτονική του εξέλιξη, επηρεάστηκε από διάφορα πεδία τάσεων τα οποία δημιούργησαν και ανάλογα ρήγματα ή επαναδραστηριοποίησαν παλαιότερα.

Από το μέσο Πλειστόκαινο μέχρι σήμερα, δηλαδή εδώ και 1 εκατομμύριο χρόνια, ο αιγαιακός χώρος βρίσκεται σε μια εκτεταμένη εφελκυστική φάση με κύρια διεύθυνση εφελκυσμού Β-Ν, η οποία επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση των μηχανισμών γένεσης επιφανειακών σεισμών.

Το βόρειο Αιγαίο κυριαρχείται από το πεδίο εφελκυσμού Β-Ν.

Οι κύριες τεκτονικές γραμμές στη Λέσβο προσδιορίζονται από ρήγματα βόρειας-βορειοανατολικής – βορειοδυτικής-νοτιοανατολικής διεύθυνσης καθώς επίσης και από ρήγματα που έχουν διεύθυνση περίπου Α-Δ.

Οι τεκτονικές γραμμές που αναφέρονται παραπάνω μπορούν να θεωρηθούν αποτέλεσμα των μεγάλων κινήσεων που έγιναν κατά τη διάρκεια του Νεογενούς (25-2,5 ΜΑ) και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, συνδέονται δε άμεσα με την δημιουργία της αύλακας του βόρειου Αιγαίου. Έχουν χαρακτήρα εφελκυστικό και συμφωνούν με τις αναλύσεις των μηχανισμών γενέσεως σεισμών, που έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται στον ίδιο χώρο, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η παραπάνω τεκτονική δομή είναι ακόμη ενεργή.

Ένα μεγάλο μέρος των ρηγμάτων και των διαρρήξεων που έχουν διεύθυνση ΒΒΑ-ΝΝΔ έχουν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια τεκτονικών κινήσεων εφελκυσμού που ανήκουν χρονολογικά στο Πλειόκαινο, ενώ επαναδραστηριοποιούνται ως ρήγματα δεξιόστροφα οριζόντιας μετατόπισης κατά τη διάρκεια τεκτονικών κινήσεων του τεταρτογενούς. Οι επιφάνειες των ρηγμάτων και διαρρήξεων με διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ δημιουργούνται και αυτές κατά τη διάρκεια των μεγάλων τεκτονικών επεισοδίων του Πλειόκαινου, ενώ κατά το Πλειστόκαινο επαναδραστηριοποιούνται ως ρήγματα αριστερόστροφα οριζόντιας μετατόπισης. Επίσης τα παραπάνω αυτά δεξιόστροφα και αριστερόστροφα ρήγματα χαρακτηρίζονται από οριζόντια συνιστώσα κανονικής μετάπτωσης λόγω του ενεργού εφελκυστικού πεδίου τάσεων Β-Ν του τεταρτογενούς. Τέλος οι επιφάνειες των ρηγμάτων και των διαρρήξεων με διεύθυνση Α-Δ χαρακτηρίζουν ρήγματα εφελκυσμού κανονικής μετάπτωσης, με κλίσεις άλλοτε προς τα βόρεια και άλλοτε προς τα νότια, και οφείλονται στο γνωστό ισχύον πεδίο τάσεων του τεταρτογενούς.

Είναι ενδιαφέρον ότι, αν και τα ρήγματα στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου έχουν διάφορους προσανατολισμούς, οι διευθύνσεις διαρρήξεων πάνω στα ρήγματα αυτά έχουν σχεδόν σταθερό προσανατολισμό κατά τη διεύθυνση Β-Ν, ιδιότητα η οποία βρίσκεται σε συμφωνία με την άποψη ότι η λιθόσφαιρα του Αιγαίου επεκτείνεται (διαστέλλεται) κατά την ίδια διεύθυνση. Εξαίρεση παρατηρείται μόνο στην περιοχή της λεκάνης του βόρειου Αιγαίου και της βόρειας Τουρκίας (ρήγμα Ανατολίας), όπου επικρατεί δεξιόστροφη κίνηση της μεγάλης ρηξιγενούς ζώνης της Ανατολίας που αποτελείται από δεξιόστροφα ρήγματα διεύθυνσης με μικρή κανονική ή ανάστροφη συνιστώσα.

Αν και η σχετική κίνηση του Αιγαίου ως προς την Ευρασία είναι νοτιοδυτική με ταχύτητα περίπου 4 εκ./έτος, η σχετική διαστολή είναι περίπου 1 εκ./έτος. Ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου παραμορφώνεται κατά 3 εκ./έτος στο βόρειο τμήμα του, 1-2 εκ./έτος στην κεντρική ηπειρωτική Ελλάδα και 2 εκ./έτος στο νότιο Αιγαίο κατά μήκος της τάφρου της Ανατολίας-βόρειου Αιγαίου.

Οι μηχανισμοί γένεσης των σεισμών ενδιάμεσου βάθους στο νότιο Αιγαίο δείχνουν ότι οι σεισμοί αυτοί προκαλούνται από ανάστροφα ρήγματα, αποτέλεσμα που βρίσκεται σε συμφωνία με την κατάδυση της λιθόσφαιρας της Μεσογείου κάτω από τη λιθόσφαιρα του Αιγαίου κατά μήκος του ελληνικού τόξου.

Αποτέλεσμα της κατείσδυσης της αφρικανικής πλάκας κάτω από τη μικροπλάκα του Αιγαίου είναι και η δημιουργία πολλών ηφαιστείων ασβεσταλκαλικής σύστασης, τα οποία αποτελούν το ηφαιστειακό τόξο του νότιου Αιγαίου. Τα ηφαίστεια αυτά είναι το Γυαλί, η Νίσυρος, η Κως, η Πάτμος, η Σαντορίνη, η Μήλος, η Αντίπαρος, η Κρομμυωνία, τα Μέθανα, οι Λιχάδες, τα Καμένα Βούρλα, η Ψαθούρα. Τα παλαιότερα από αυτά τα ηφαίστεια είναι ηλικίας 5 εκατ. ετών, και ορισμένα είναι ενεργά και σήμερα.



ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ


. Εισαγωγή

Οι γεωγραφικές συνθήκες και η γεωμορφολογία των νησιών συντελούν στη διαμόρφωση της αγροτικής οικονομίας, της παραγωγής, της αξιοποίησης των πρώτων υλών και των διατροφικών συνηθειών του νησιωτικού χώρου του Αιγαίου. Στις Κυκλάδες η γη είναι σε μεγάλο βαθμό ορεινή και το κλίμα ξηρό. Στα Δωδεκάνησα και στο βορειοανατολικό Αιγαίο ευδοκιμούν προϊόντα που απαντώνται και στην υπόλοιπη Ελλάδα λόγω του υγρότερου κλίματος των νησιών. Εκτός από τους οικονομικούς παράγοντες, στοιχεία μορφοποίησης ιδιαίτερων διατροφικών συνηθειών αποτέλεσαν οι εκάστοτε ιστορικές και πολιτισμικές συγκυρίες.

2. Παραδείγματα διατροφικών παραδόσεων

Ας παρακολουθήσουμε ενδεικτικά κάποιες διατροφικές παραδόσεις των Κυκλάδων όπως διαμορφώθηκαν ιστορικά από την αυγή των Νεότερων χρόνων μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην Ανάφη, τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές φτιάχνουν το «κουφέτο» (γλυκό του γάμου και της χαράς), ενώ την Πρωτοχρονιά ψήνουν στον παραδοσιακό φούρνο το αναφιώτικο ζαφοριστό (με κρόκο) ψωμί. Στη Σύρο, οι καθολικοί την «Καλή Βραδιά» (παραμονή Χριστουγέννων) τρώνε ψάρι και κουνουπίδι. Στην Αμοργό τηρείται το έθιμο του «καπετάνιου» την Κυριακή της Τυρινής . Το εθιμοτυπικό επιβάλλει ότι αυτός που υποδύεται το «Μπαϊραχτάρη» έχει στο πάνω μέρος του κονταριού που καλείται να φέρει τα ακόλουθα σύμβολα: τυρί για την Τυρινή, χταπόδι ή μπακαλιάρο για τη Σαρακοστή που ακολουθεί και ένα καρβέλι. Εκείνος που υποδύεται τον καπετάνιο είναι υποχρεωμένος να αναλάβει όλα τα κεράσματα.

Στη Σίφνο συνηθιζόταν να νηστεύουν τη παραμονή του Κλήδονα. Έτσι, προτού ανοιχτεί ο Κλήδονας, σερβιριζόταν σαρακοστιανό φαγητό (φάβα) στην τράπεζα του πανηγυριού.

Ο απόηχος του Βυζαντίου σφράγισε και τα κυκλαδονήσια, με το έθιμο για τα «χοιροσφάγια» που διατηρείται από εκείνη την εποχή. Τα χοιροσφάγια γίνονταν τον Οκτώβριο που δρόσιζε ο καιρός. Αποτελούσαν κοινωνικό γεγονός, αφού οι προετοιμασίες άρχιζαν από το προηγούμενο βράδυ και από νωρίς το πρωί ξεκινούσε γιορτή με μεζέδες και κρασί, που πλαισιωνόταν από μουσική και χορό.

Όπως είναι αναμενόμενο, το ψάρι αποτελούσε βασική τροφή στο αιγαιοπελαγίτικο τραπέζι. Επίσης το κυνήγι αποτελούσε μια πάγια πρακτική συμπλήρωσης του διαιτολογίου.

3. Προϊόντα

3. 1. Τυριά

Χλωρό: τυρί από κατσικίσιο γάλα με προέλευση τη Σαντορίνη. Η πώλησή του περιορίζεται στα γεωγραφικά όρια του νησιού. Όπως δηλώνει το όνομά του, τρώγεται φρέσκο.

Σαν Μιχάλης: σκληρό, υποκίτρινο τυρί που μοιάζει με το πεκορίνο και παράγεται αποκλειστικά στη Σύρο από συνεταιριστικό εργοστάσιο γάλακτος. Όπως πολλά τυριά των Κυκλάδων, έχει για βάση του το αγελαδινό γάλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση παστεριωμένο. Από το 1996 έχει επίσημα αναγνωριστεί ως Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης. Στις Κυκλάδες υπάρχει μακρά παράδοση αγελαδινού τυριού, που φτάνει πίσω στα χρόνια της ενετικής κατοχής των νησιών, όταν οι καθολικοί κυβερνήτες εισήγαν και τα τρόφιμα και τις μεθόδους παρασκευής τους. Το τυρί «Σαν Μιχάλης» οφείλει το όνομά του σε ένα ύψωμα του νησιού, όπου βρίσκεται και το ομώνυμο χωριό. Η περιεκτικότητά του σε λιπαρά κυμαίνεται στο 30-40%. Αφήνεται να ωριμάσει για τουλάχιστον 3-4, ή και περισσότερους, μήνες και η γεύση του είναι πλούσια και πικάντικη. Συνήθως τρώγεται ως επιτραπέζιο τυρί, σε σαγανάκι ή τριμμένο, αν και ενδείκνυται και για χρήση σε πίτες.

Κοπανιστή: η κοπανιστή έχει αναγνωριστεί επίσημα ως Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης και βρίσκεται σε κάθε νησί των Κυκλάδων, αν και είναι κυρίως γνωστή από την Τήνο, τη Σύρο και τη Μύκονο. Στην ουσία είναι ένα μαλακό τυρί με έντονα πιπεράτη γεύση. Οι τρόποι παρασκευής της ποικίλλουν από νησί σε νησί, αλλά και ανάλογα με το αν το τυρί είναι οικιακής ή εμπορικής παραγωγής. Συνήθως η κοπανιστή παράγεται από νωπό γάλα, αγελαδινό ή μείγμα με πρόβειο ή κατσικίσιο, που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, πήζει με φυσική πυτιά (μαγιά) και στραγγίζει σε τσαντίλες (τρυπητά πανιά). Ωριμάζει σε διάστημα πολλών μηνών, στη διάρκεια των οποίων προστίθεται κρασί και το μείγμα ζυμώνεται πολλές φορές.

Μαλαχτό: το τυρί αυτό έχει τόπο προέλευσης την Άνδρο. Ο τρόπος παρασκευής του συμπεριλαμβάνει διαδικασία πίεσης του φρέσκου τυριού ανάμεσα σε πέτρες, το οποίο στη συνέχεια ζυμώνεται με μικρή ποσότητα αλατιού. Το διατηρούν σκεπάζοντάς το με πανί ποτισμένο σε ρακί.

Βολάκι: κρεμώδες επιτραπέζιο τυρί με τόπο προέλευσης την Τήνο και την Άνδρο. Το φρέσκο τυρί σε σχήμα δίσκου θρυμματίζεται, προστίθεται αλάτι και ξαναπλάθεται σε μπαλάκια στο μέγεθος περίπου μιας γροθιάς. Οι τυροκόμοι βάζουν στη συνέχεια το τυρί μέσα σε τσαντίλες και το κρεμούν σε δροσερούς, σκιερούς χώρους, όπου στραγγίζει και ξεραίνεται. Παραλλαγή αυτού του τυριού είναι το σκλαβοτύρι ή μαλαθούνι της Τήνου.

Γυλωμένο ή Μανούρα: σκληρό τυρί που παρασκευάζεται σχεδόν αποκλειστικά από φρέσκο κατσικίσιο γάλα. Παίρνει το όνομά του από την ντόπια ονομασία για το κατακάθι στον πάτο του κρασοβάρελου, που στη Σίφνο και αλλού λέγεται γύλη. Αφού πήξει το τυρί διατηρείται και ωριμάζει μέσα στο κατακάθι στον πάτο του βαρελιού. Τυριά που μουσκεύουν μέσα σε κρασί απαντώνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας, κυρίως στα νησιά, ενώ στις Κυκλάδες είναι τοπική σπεσιαλιτέ της Σίφνου και της Φολέγανδρου. Πρόκειται για πικάντικο σκληρό τυρί που συνοδεύει τσίπουρο και ούζο.

Nιώτικο: σκληρό κίτρινο τυρί της Ίου από πρόβειο γάλα. Η ωρίμανσή του κρατά τρεις μήνες.

Σκοτύρι: μαλακό τυρί της Ίου που ωριμάζει μέσα σε κατσικοτόμαρα (ασκούς). Παρόμοια τυριά απαντώνται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδιαιτερότητα αυτού του τυριού είναι ότι πλάθεται με θρούμπι προτού τοποθετηθεί στα κατσικοτόμαρα για τη ζύμωση.

3. 2. Αλλαντικά

Λούζα: παρασκευάζεται από χοιρινό κρέας σε Σύρο, Άνδρο, Τήνο και Μύκονο με κάποιες κατά τόπους παραλλαγές. Προέρχεται από το μέρος του ζώου που δίνει το φιλέτο. Στη Σύρο το κρέας μένει στο αλάτι για 24 ώρες, ξεπλένεται και στη συνέχεια καρυκεύεται με κόκκους πιπεριού, μπαχάρι, γαρίφαλα και κανέλα. Έπειτα το τυλίγουν μέσα στα έντερα και μετά σε πετσέτες και το τοποθετούν κάτω από μεγάλο βάρος για μία νύχτα, ώστε να πάρει το χαρακτηριστικό επίπεδο φαρδύ σχήμα. Την επόμενη ημέρα πασπαλίζεται με πιπέρι και κρεμιέται για να ξεραθεί για διάστημα περίπου δύο μηνών.

Στην Τήνο, το φιλέτο μένει στο χοντρό αλάτι για 4-6 μέρες και στη συνέχεια μαρινάρεται σε γλυκό κόκκινο κρασί για αρκετές ημέρες. Αφού βγει από τη μαρινάδα, το αλείφουν ή το καρφώνουν με μαραθόσπορους, πιπέρι, μοσχοκάρφι και μπαχάρι, το τυλίγουν σε έντερα, μετά σε πετσέτες και το τοποθετούν κάτω από βάρος. Έπειτα καπνίζεται για τέσσερις ώρες πάνω από κληματόβεργες. Αφού καπνιστεί, κρεμιέται για να ξεραθεί στον αέρα για περίπου δύο μήνες.

Η λούζα της Άνδρου γίνεται από το «κόντρα», γι’ αυτό λέγεται και «βασιλικιά». Το κρέας ξεκοκαλίζεται και τοποθετείται σε χοντρό αλάτι περίπου για 12 ώρες. Ύστερα το κρεμούν στην «κρεβαταριά» (σειρά από καλάμια δεμένα μεταξύ τους), ανάβοντας από κάτω χαμηλή φωτιά από ξύλα κυπαρισσιού και καπνίζοντάς το όλη νύχτα. Το πρωί το ξεκρεμούν, το ξεπλένουν με χλιαρό νερό, το στεγνώνουν και κατόπιν το κόβουν σε κομμάτια περίπου των 150 γραμμ., τα οποία ρίχνουν σε καζάνι με λίπος, όπου βράζει ήδη ο πασπαλάς (λαρδί), και τα καβουρδίζουν. Αφού καβουρδιστούν, τα βγάζουν και τα τοποθετούν σε κιούπι που γεμίζουν με λιωμένο λίπος (γλίνα).

Στη Μύκονο τα φιλέτα μένουν στο αλάτι για 24 ώρες, έχοντας ζυμωθεί με μπόλικο μπαχάρι, πιπέρι, ρίγανη και θρούμπι. Μετά μπαίνουν σε «ματιά» (παχύ έντερο του χοίρου), κρεμιούνται και μένουν στον αέρα για 10-15 ημέρες, ενώ προηγουμένως έχουν ανάψει οι «βουϊδιές» (κοπριά που με τον καπνό της διώχνει τις μύγες).

Η λούζα δε χρειάζεται διατήρηση σε ψυγείο. Οι Μυκονιάτες αγαπούν να τη συνοδεύουν με μαύρο λιαστό κρασί από «κουντούρες» (μαύρα σταφύλια Μυκόνου). Όταν έρθει η ώρα να φαγωθεί, η λούζα κόβεται σε λεπτές φέτες και τα έντερα πετιούνται.

Απόκτι: παστό παρόμοιο με τη λούζα που παρασκευάζεται στη Σαντορίνη.

Λουκάνικα: τα λουκάνικα παρασκευάζονται στις Κυκλάδες αποκλειστικά με χοιρινό κρέας. Καρυκεύονται, ιδίως στη Σύρο και τη Τήνο, με μαραθόσπορο. Η Σύρος και η Τήνος είναι επίσης γνωστές για τα σκορδολουκάνικά τους. Τα λουκάνικα της Μυκόνου καρυκεύονται με θρούμπι, μπαχάρι, αλάτι, ρίγανη και πιπέρι, ξεραίνονται στον αέρα και έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα καθαρού κρέατος. Στην Άνδρο, τα λουκάνικα αποτελούνται από κομμάτια χοιρινού κρέατος που πλάθονται με τοπικό κρασί, ξυσμένο πορτοκάλι, αλάτι, πιπέρι και γλυκάνισο.

Σίγλινα: πρόκειται για μικρά κομμάτια χοιρινού κρέατος που διατηρούνται σε χοιρινό λίπος. Μερικές φορές η λέξη σημαίνει το λίπος που χρησιμοποιείται στην παρασκευή της φουρτάλιας (ομελέτας) σε Άνδρο και Τήνο.

3. 3. Από το μποστάνι

Φάβα Σαντορίνης: η φάβα της Σαντορίνης διακρίνεται από τα υπόλοιπα είδη που καλλιεργούνται σε άλλα μέρη της Ελλάδας και της Μεσογείου, λόγω του ηφαιστειογενούς εδάφους και του ξερού κλίματος, όπως και του άνυδρου εδάφους. Χαρακτηρίζεται από το βαθύ κίτρινο χρώμα και την έντονη γεύση της.

Άνυδρες τομάτες: στη Σαντορίνη αναπτύσσεται μια μοναδική ποικιλία άνυδρης τομάτας. Εξωτερικά μοιάζει με τα ιταλικά pomodori. Ο καρπός είναι μικρός και έχει φρουτώδη γεύση με έντονη σάρκα. Πιθανολογείται ότι οι τομάτες αυτές εισήχθησαν στο νησί από την Ιταλία. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 η καλλιέργεια και κονσερβοποίηση της τομάτας ήταν βασική πηγή της οικονομίας του νησιού.

Κάπαρη: η κάπαρη αποτελεί «στοιχείο ταυτότητας» των Κυκλάδων. Ευδοκιμεί κυρίως σε Σαντορίνη, Τήνο, Άνδρο και Σύρο. Συλλέγεται το διάστημα Μαΐου-Ιουνίου και τοποθετείται σε άλμη όπου πρέπει να μείνει από τρεις εβδομάδες ως έναν μήνα.

Πατάτες Νάξου: οι πατάτες της Νάξου αποτελούν ιδιαίτερη ποικιλία. Για αρκετά χρόνια αποτέλεσαν βασική πηγή πλούτου της αγροτικής οικονομίας του νησιού.

3. 4. Σταφύλια, κρασιά και οινοπνευματώδη

Αξιόλογη παραγωγή κρασιού στις Κυκλάδες σημειώνεται στη Σαντορίνη και στην Πάρο. Η Σαντορίνη θεωρείται δίκαια ένα από τα σημαντικότερα οινοπαραγωγικά νησιά στην Ελλάδα. Σημαντικό ρόλο στην αμπελοκαλλιέργεια παίζει το ηφαιστειογενές έδαφος και το ιδιόμορφο μικροκλίμα του νησιού. Το καλοκαίρι οι υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες ακολουθούνται από αισθητά χαμηλότερες κατά τη νύχτα. Τότε το ηφαιστειογενές έδαφος απορροφά την απαραίτητη για τα κλήματα υγρασία. Τόσο η Σαντορίνη όσο και η Πάρος διαθέτουν οργανωμένες οινοποιΐες. Παραδοσιακά η Πάρος παρήγε ποσότητες για κατανάλωση χύμα κόκκινου κρασιού (Μανδηλάρι ή Μανδηλαριά). Με την έλευση του τουρισμού οι ανάγκες της αγοράς αναδιαμορφώθηκαν.

3. 4. 1. Σταφύλια

Ποικιλίες λευκών σταφυλιών: Αϊδάνι, Ασύρτικο, Αθήρι, Μονεμβασιά ή Μαλβαζιά.

Ποικιλίες κόκκινων σταφυλιών: Μανδηλάρι ή Μανδηλαριά, Ασύρτικο, Αθήρι, Μπλεγλέρι, Μαυρομοσχάτο, Ροδομούσι και Σταυροχιώτη.

3. 4. 2. Κρασιά

Μπρούσκο: τόπος προέλευσής του η Σαντορίνη. Το όνομά του προέρχεται από τα ιταλικά και σημαίνει «τραχύ, απότομο». Πρόκειται για δυνατό κρασί με περιεκτικότητα σε αλκοόλ της τάξης του 16-17%. Παρασκευάζεται από λευκό ασύρτικο, κόκκινο μανδηλάρι, ή με τη μείξη και των δύο (ροζέ).

Νυχτέρι: αντιπροσωπευτικό λευκό ξηρό κρασί της Σαντορίνης. Παίρνει το όνομά του από το γεγονός ότι παραδοσιακά απαιτείται μία ολόκληρη μέρα και μεγάλο μέρος της νύχτας για να γίνει η συγκέντρωση, η επεξεργασία και το πάτημα των σταφυλιών.

Βινσάντο: γλυκό κρασί από τη Σαντορίνη. Το όνομά του έχει ιταλική προέλευση προέρχεται από την ιταλική φράση «vino santo», κρασί της αγίας μετάληψης. Παράγεται από σταφύλια των ποικιλιών ασύρτικο και αϊδάνι, τα οποία απλώνονται στον ήλιο και ξεραίνονται.

3. 4. 3. Οινοπνευματώδη

Ρακί, στροφυλιά, τσικουδιά ή τσίπουρο: παρασκευάζεται από τα «τσάμπουρα» που απομένουν από το πάτημα των σταφυλιών, τα οποία πολτοποιούνται, τοποθετούνται σε πιθάρια για τη ζύμωση και αποστάζονται σε καζάνι. Το πρώτο απόσταγμα (πρωτόρακο) χρησιμοποιείται και ως οινόπνευμα. Η απόσταξη επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, ώσπου προκύπτει το τελευταίο απόσταγμα (σούμα).

Κίτρο: σπεσιαλιτέ της Νάξου που παράγεται από το απόσταγμα φύλλων κιτριάς (σε αντίθεση με άλλες μεσογειακές χώρες, οι οποίες το παρασκευάζουν από τον καρπό). Πίνεται ως απεριτίφ.

3. 5. Γλυκά και ζαχαρωτά

Σουμάδα: αναψυκτικό που γίνεται από πικραμύγδαλο και σερβίρεται παραδοσιακά στους γάμους.

Λυχναράκια Τήνου και μελιτίνια Σαντορίνης: πασχαλιάτικα γλυκά τυροπιτάκια με ιδιαίτερο γιορτινό σχήμα. Γίνονται με φρέσκια, ανάλατη μυζήθρα και αρωματικά (μαστίχα, κανέλα, βανίλια).

Ξερά σύκα: τα ώριμα σύκα αφήνονται στον ήλιο να στεγνώσουν (κουνάλια) και ψήνονται έπειτα στο φούρνο. Σε μερικές περιπτώσεις, προτού στεγνώσουν και ψηθούν τα σύκα, τα ανοίγουν και στην τρυφερή τους σάρκα τοποθετούν μείγμα καρυδιού ή αμυγδάλου, σουσαμιού και κανέλας.

Γλυκό κουφέτο: γλυκό που φτιάχνεται στη Σαντορίνη από ασπρισμένα αμύγδαλα βρασμένα στο σιρόπι και ντόπιο μέλι. Παραδοσιακό γλυκό του γάμου.

Γλυκά του κουταλιού από λεμονανθό: γλυκά του κουταλιού υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα. Στις Κυκλάδες, η Άνδρος παράγει γλυκό του κουταλιού από λεμονανθό.

Λουκούμια: ζαχαρωτό που παράγεται σε πολυάριθμα μικρά εργαστήρια στη Σύρο. Η προέλευσή του είναι από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη και την τέχνη της παρασκευής του την έφεραν στο νησί πρόσφυγες από τη Χίο. Τα βασικά συστατικά του είναι απλά (νερό, άμυλο και ζάχαρη). Η παρασκευή του ωστόσο απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και πείρα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες γεύσης: μαστίχα, περγαμόντο, ροδοζάχαρη, μανταρίνι, ινδική καρύδα, αμύγδαλο, φιστίκι, καρύδι, σοκολάτα κ.ά.

Χαλβαδόπιτες: σπεσιαλιτέ της Σύρου. Έχουν το σχήμα λεπτής λευκής πίτας (όστια) και το εσωτερικό τους αποτελείται από γέμιση φτιαγμένη με ντόπιο μέλι, φρεσκοψημένα αμύγδαλα και μια ρίζα αφρικανικής προέλευσης που βοηθάει στο πήξιμο του υλικού.

4. Δύο χαρακτηριστικές συνταγές

4. 1. Ψευτοκεφτέδες

Υλικά για 4-6 άτομα:
1-1½ φλιτζάνι ψιλοκομμένες τομάτες (κατά προτίμηση άνυδρα κυκλαδίτικα τοματάκια)
½ φλιτζάνι ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι
1 σκελίδα ψιλοκομμένο σκόρδο
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένος μαϊντανός
2 κουταλιές σούπας ψιλοκομμένος δυόσμος
ή μια πρέζα ρίγανη
αλάτι
πιπέρι
1 φλιτζάνι αλεύρι ή λίγο περισσότερο
(ανάλογα με το πόσο ζουμερές είναι οι τομάτες)
1 κουταλιά τσαγιού μπέικιν πάουντερ
λάδι για το τηγάνισμα

Εκτέλεση:
Σε ένα μπολ ανακατεύετε τις τομάτες, τα κρεμμυδάκια, το σκόρδο, τα μυρωδικά και τα μπαχαρικά. Αναμειγνύετε το αλεύρι με το μπέικιν παόυντερ. Τα ρίχνετε σε μικρές ποσότητες κάθε φορά στο μείγμα με τις τομάτες που ετοιμάσατε. Ανακατεύετε συνέχεια μέχρι να φτιάξετε ένα ομοιογενές μείγμα και το πλάθετε σε κεφτέδες.

Ζεσταίνετε αρκετό λάδι σε ένα τηγάνι ή σε κατσαρόλα. Παίρνετε έναν κεφτέ και τον ρίχνετε στο καυτό λάδι. Συνεχίζετε έτσι και τηγανίζετε όλους τους κεφτέδες. Όταν ροδίσουν, τους βγάζετε με τρυπητή κουτάλα και τους αφήνετε πάνω σε χαρτί κουζίνας για να απορροφηθεί το λίπος τους.

4. 2. Μελόπιτα

Υλικά για 6-8 άτομα:
2½ φλιτζάνια αλεύρι για όλες τις χρήσεις
½ φλιτζάνι ζάχαρη άχνη
½ κουταλιά τσαγιού μπέικιν παόυντερ
1 φλιτζάνι βούτυρο ανάλατο κομμένο σε κύβους
2 μεγάλα αυγά
¼ φλιτζάνι μπράντι

Για τη γέμιση:
750 γραμμάρια μυζήθρα
1 φλιτζάνι μέλι
2 αυγά χτυπημένα
4-5 κουταλιές σούπας αλεύρι
1 κουταλιά τσαγιού κανέλα

Εκτέλεση:
Σε ένα μεγάλο μπολ αναμειγνύετε το αλεύρι, τη ζάχαρη και το μπέικιν πάουντερ. Ρίχνετε το βούτυρο και το αναμειγνύετε με το αλεύρι, δουλεύοντάς το με τα δάχτυλα. Προσθέτετε τα αυγά και το μπράντι και ζυμώνετε μέχρι να γίνει το μείγμα μια ομοιογενής ζύμη. Χωρίζετε τη ζύμη στα δύο και σχηματίζετε δύο μπάλες. Τις πιέζετε με τις παλάμες και σχηματίζετε δύο στρογγυλά φύλλα. Τα τυλίγετε χωριστά σε αλουμινόχαρτο και τα αφήνετε για μισή ώρα στο ψυγείο.

Σε ένα μπολ ανακατεύετε το τυρί και το μέλι, προσθέτετε τα αυγά και την κανέλα και ανακατεύετε το μείγμα.

Σε ένα ταψί 24×36 εκ. απλώνετε μια λαδόκολλα και τη βουτυρώνετε.
Αλευρώνετε τον πάγκο εργασίας και ανοίγετε με τον πλάστη το πρώτο φύλλο ζύμης. Σχηματίζετε έτσι ένα λεπτότερο φύλλο και υπολογίζετε να έχει διάμετρο λίγο μεγαλύτερη από τη διάμετρο του ταψιού. Τοποθετείτε το φύλλο μέσα στο ταψί. Αφήνετε τις άκρες που περισσεύουν να πέφτουν έξω από το ταψί. Στρώνετε τη γέμιση πάνω στο φύλλο. Ανοίγετε και το δεύτερο φύλλο ζύμης και το τοποθετείτε πάνω στη γέμιση. Γυρίζετε τις άκρες του πρώτου φύλλου που περισσεύουν έξω από το ταψί, τις ενώνετε, τις πλάθετε με το δεύτερο φύλλο και σχηματίζετε έτσι έναν κόθρο (στεφάνι) στην περίμετρο της πίτας.

Ψήνετε την πίτα σε προθερμασμένο φούρνο για 40 λεπτά περίπου μέχρι να ροδίσει η επιφάνειά της και να βεβαιωθείτε ότι έχει ψηθεί σε βάθος.

Την πασπαλίζετε με κανέλα και τη σερβίρετε ζεστή.



Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


Εισαγωγή

Η γλυπτική δημιουργία στο Αιγαίο συνδέεται αναμφίβολα με την ύπαρξη λατομείων μαρμάρου σε αρκετά νησιά, αλλά είναι αποτέλεσμα ενός πιο σύνθετου κοινωνικο-πολιτισμικού φαινομένου. Οι αιγαιακές κοινωνίες της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου ενσωμάτωσαν επιρροές από την Αίγυπτο, την Εγγύς Ανατολή, τη Μικρά Ασία και την Κρήτη, τις συνδύασαν με τις λατρευτικές πρακτικές και τα ταφικά τους έθιμα, αλλά και την ανερχόμενη θέση του ατόμου στον κόσμο, και συνέβαλαν καθοριστικά στη γέννηση της μνημειακής ελληνικής γλυπτικής. Αν και στους επόμενους αιώνες (Κλασική και Ελληνιστική εποχή) τα σπουδαία πολιτικά και καλλιτεχνικά κέντρα βρίσκονταν αλλού, τα νησιά του Αιγαίου δεν έπαψαν να επωφελούνται από την προνομιακή τους θέση στην καρδιά του ελληνικού κόσμου και στο σταυροδρόμι των εμπορικών αλλά και καλλιτεχνικών ανταλλαγών.

1.1. Σχολές και τεχνοτροπίες

Η μελέτη της γλυπτικής στο Αιγαίο σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας υπόκειται σε συμβάσεις και παραδοχές που δεν πρέπει να αγνοούμε. Όταν μιλάμε για «σχολές» γλυπτικής δεν εννοούμε αυστηρά δομημένους κύκλους με προγραμματική δράση, όπως ίσως φαντάζεται κανείς σε αναλογία με την αναγεννησιακή και νεότερη ιστορία της τέχνης. Σε κάποιες περιπτώσεις πρόκειται για μεμονωμένα εργαστήρια, άλλοτε πάλι για μια παράδοση που εκτείνεται σε περισσότερες γενιές. Συχνά οι διακρίσεις είναι ασαφείς (όπως ανάμεσα στη Σάμο και τη Μίλητο) ή ο ακριβής εντοπισμός των εργαστηρίων αδύνατος (νησιωτικά ανάγλυφα στη Μακεδονία και τη Θράκη). Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται σύγκλιση διαφορετικών τεχνοτροπικών ρευμάτων και διήθηση των επιρροών. Τόσο τα ίδια τα γλυπτά όσο και οι γλύπτες ταξίδευαν, λιγότερο στην Αρχαϊκή περίοδο και περισσότερο αργότερα. Ο τόπος εύρεσής τους δε σχετίζεται πάντα με την προέλευσή τους, καθώς τα έργα των αιγαιακών εργαστηρίων έφτασαν ως αφιερώματα σε μεγάλα πανελλήνια ιερά (Δήλος, Δελφοί, Ολυμπία), μακριά από τον τόπο κατασκευής τους ή τον τόπο καταγωγής του δημιουργού τους. Οι χημικές και πετρογραφικές αναλύσεις συνέβαλαν τα τελευταία χρόνια σε ορθότερες αποδόσεις προέλευσης του μαρμάρου, αλλά δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ζητήματα ύφους και τεχνοτροπίας. Παράλληλα, πολλά και σημαντικά νέα ευρήματα, αλλά και νέες μελέτες για έργα γνωστά από παλιά, τροποποιούν ή διορθώνουν τις γνώσεις μας για τα επιμέρους εργαστήρια (αρχαϊκή Γοργώ στην Πάρο, δαιδαλικές κόρες στη Θήρα και το Δεσποτικό, επιτύμβια κλασικά ανάγλυφα στη Ρόδο κλπ.).

1.2. Τύποι γλυπτών

Αξίζει να σημειώσουμε ότι μιλώντας για γλυπτική (στο Αιγαίο όπως και γενικότερα) εννοούμε μια πλειάδα έργων διαφορετικών τύπων και με διαφορετικό προορισμό. Περιλαμβάνονται κυρίως μαρμάρινα ολόγλυφα αγάλματα και ανάγλυφα που μπορεί να ήταν λατρευτικά, αναθηματικά ή επιτύμβια, καθώς και όλα τα αρχιτεκτονικά γλυπτά (ακρωτήρια, εναέτια γλυπτά, μετόπες, ζωφόροι κλπ.). Τα έργα μεγάλης χαλκοπλαστικής σώθηκαν μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Κάποτε μάλιστα οι γνώσεις για τη γλυπτική ενός τόπου, μιας εποχής ή ενός ρεύματος, είναι τόσο πενιχρές ώστε οι αρχαιολόγοι στρέφονται προς τις αντανακλάσεις της σε άλλες τέχνες, τις οποίες γνωρίζουν καλύτερα. Οι συγκρίσεις με τα μικρού μεγέθους χάλκινα και πήλινα ειδώλια, με παραστάσεις σε κοσμήματα, αγγεία και νομίσματα, και με τα λιγοστά ξύλινα και ελεφαντοστέινα ευρήματα, αποδεικνύονται συχνά ιδιαίτερα διαφωτιστικές.

1.3. Υλικά

Από την Αρχαιότητα ήταν ήδη γνωστά στο Αιγαίο πολλά λατομεία μαρμάρου. Ωστόσο δεν είναι όλα τα μάρμαρα κατάλληλα για γλυπτική και τα περισσότερα χρησιμοποιήθηκαν μόνο στην αρχιτεκτονική. Οι αρχαίοι Έλληνες εκτιμούσαν ιδιαίτερα το λευκό μάρμαρο στη γλυπτική, ίσως και γιατί ήταν καταλληλότερο για διακόσμηση με χρώματα. Το καλύτερο λευκό μάρμαρο ήταν ο λεγόμενος λυχνίτης της Πάρου, με λεπτόκοκκη κρυσταλλική δομή. Από το ίδιο νησί προερχόταν και ένας άλλος, κατώτερης ποιότητας, τύπος μαρμάρου που επίσης χρησιμοποιήθηκε για γλυπτά. Τα παριανά λατομεία πρέπει να λειτούργησαν περίπου από το 600 π.Χ., μαζί με εκείνα της Εφέσου.

Στη Νάξο λατομούνταν επίσης λευκό μάρμαρο και τα λατομεία της φαίνεται να ήταν τα πρώτα που λειτούργησαν στον αιγαιακό χώρο κατά την Αρχαϊκή περίοδο, λίγο πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., συγχρόνως με εκείνα της Σάμου. Το μάρμαρο της Σάμου εντούτοις, αν και λεπτόκοκκο, διατρέχεται από λεπτές γκρίζες φλέβες που το καθιστούν λιγότερο κατάλληλο για γλυπτά. Στη Ρόδο δεν υπάρχει μάρμαρο, παρά μόνο ένα είδος κρυσταλλικού ασβεστόλιθου, από τον οποίο στην Ελληνιστική περίοδο σκαλίστηκε η πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία πατά η Νίκη της Σαμοθράκης.

Από τον 4ο αι. π.Χ. και έπειτα άρχισε να διαδίδεται και το μάρμαρο της Θάσου, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα των μικρασιατικών παραλίων και των παρακείμενων νησιών, από την Προκόννησο ως την Αλικαρνασσό. Το μάρμαρο της Πάρου βέβαια ήταν εκείνο που εξαγόταν περισσότερο σε όλες τις εποχές (από την Αρχαϊκή ως τη Ρωμαϊκή) και έφτασε ως τη Μακεδονία, τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Βόρεια Αφρική.

Σε γενικές γραμμές παρατηρείται ραγδαία ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής στα Αρχαϊκά χρόνια στα νησιά που διέθεταν λατομεία (Νάξος, Πάρος, Σάμος) και αντίστοιχη απουσία της σε άλλα χωρίς λατομεία (Ρόδος). Με την απουσία μαρμάρου έχει συνδεθεί και η ανάπτυξη της χαλκοπλαστικής, ιδιαίτερα στα Ελληνιστικά χρόνια, στη Ρόδο. Για τη χαλκοπλαστική όμως τα στοιχεία είναι πολύ πιο ισχνά. Χαλκός από την Εύβοια, την Κύπρο και ίσως τη Μικρά Ασία, και κασσίτερος από μακρινές περιοχές, όπως η Ιβηρική και η Ουαλία, ήταν οι πρώτες ύλες σε όλες τις εποχές. Επειδή όμως τα μέταλλα ξαναλιώνουν και μπορούν να αναμειχθούν, δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα από τις αναλύσεις τους.

2. «Δαιδαλικά» γλυπτά

Με τον όρο «δαιδαλική» αποκαλείται η γλυπτική του 7ου αι. π.Χ. Πρόκειται κυρίως για αγάλματα ανδρικών και γυναικείων όρθιων μετωπικών μορφών. Οι ανδρικές μορφές είναι γυμνές και φορούν συνήθως μια φαρδιά ζώνη. Οι γυναικείες φορούν μακρύ ένδυμα, επίσης ζωσμένο στη μέση. Και στις δύο περιπτώσεις τα σώματα είναι επίπεδα και πολύ σχηματοποιημένα. Στα πρόσωπα τα χαρακτηριστικά (μάτια, μύτη, στόμα) είναι αφύσικα μεγάλα σε βάρος του μετώπου και των παρειών. Οι ρίζες αυτής της τεχνοτροπίας ανάγονται στην Κρήτη, αν και η διάδοσή της καλύπτει τις περισσότερες δωρικές περιοχές. Το σημαντικότερο, μέχρι πρόσφατα, δαιδαλικό έργο στο Αιγαίο βρέθηκε στη Δήλο και πρόκειται για μια κόρη, τη λεγόμενη Νικάνδρα. Το 2000 αποκαλύφθηκε μια κόρη στο Δεσποτικό και το 2001 ακόμη μία στο νεκροταφείο της αρχαίας Θήρας. Η τελευταία σώζεται σε καλύτερη κατάσταση και έχει ύψος 2,3 μ. Και οι τρεις θεωρούνται έργα της ναξιακής σχολής και η πρόσφατη μελέτη τους κατέδειξε τις διαφορές από τα αντίστοιχα κρητικά. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους αποτελεί η κόμμωση, με 4 πλεξίδες δεξιά και αριστερά του κεφαλιού να πέφτουν μπροστά, πάνω στο στήθος. Χρονολογούνται από το γ΄ τέταρτο ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Συγγενικές, αλλά όχι ακριβώς δαιδαλικές, είναι και οι γυναικείες μορφές που στηρίζουν μεγάλες μαρμάρινες λεκάνες, τα λεγόμενα περιρραντήρια. Έχουν βρεθεί ένα στη Σάμο και ένα τη Ρόδο, αλλά οι αναλύσεις δείχνουν ότι το μάρμαρο είναι λακωνικό. Στο β΄ μισό του 7ου αι. π.Χ. η δαιδαλική τεχνοτροπία εμφανίζεται και στη μικροτεχνία των νησιών, όπως σε κοσμήματα της Ρόδου και σε πήλινα ειδώλια της Θήρας και του Δεσποτικού.

3. Γλυπτική του 6ου αι. π.Χ.

3.1. Νάξος

Τα ευρήματα από την ίδια τη Νάξο, τη Δήλο και τους Δελφούς φανερώνουν πως η ναξιακή σχολή διατήρησε το δυναμισμό της για μεγάλο μέρος του 6ου αι. π.Χ. Οι κούροι από τη Νάξο και τη Δήλο, καθώς και ο κολοσσικός ναξιακός Απόλλων της Δήλου (ύψος 8,5 μ.), έχουν ακόμα την ακαμψία και τη σχηματοποίηση του κορμιού που χαρακτηρίζει τα δαιδαλικά έργα. Ένα άλλο ναξιακό αφιέρωμα στη Δήλο ήταν 16 λιοντάρια σε παράταξη κατά τα αιγυπτιακά πρότυπα (γύρω στο 600 π.Χ.). Αν και η φθορά της επιφάνειάς τους είναι μεγάλη (πρόσφατα αντικαταστάθηκαν με εκμαγεία και φυλάσσονται στο μουσείο της Δήλου), διακρίνεται η νατουραλιστική απόδοση του αιλουροειδούς και η ζωντάνια της πόζας. Δεν ισχύει το ίδιο για τη σφίγγα των Ναξίων στους Δελφούς (περίπου 570 π.Χ.). Το αρχικά στημένο σε κίονα 10,2 μ. μυθολογικό τέρας δυσκολεύεται να συνδυάσει το νατουραλισμό του γυναικείου προσώπου με το σχηματοποιημένο και γραμμικά αποδομένο σώμα. Τέλος, δύο από τις πιο πρώιμες κόρες της Ακρόπολης (γύρω στο 550 π.Χ.) φαίνεται να οφείλουν στη Νάξο, εκτός από το μάρμαρό τους, και αρκετά από τα τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά.

Η παρακμή της ναξιακής σχολής έχει κατά καιρούς συνδυαστεί με την κατάληψη της εξουσίας στη Νάξο από τον τύραννο Λύγδαμι, γύρω στο 540 π.Χ. Τα ευρήματα ωστόσο δείχνουν πως η γλυπτική δημιουργία συνεχίστηκε, αν και σε μικρότερη έκταση, μέχρι τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Τέλος μερικοί κούροι από το Πτώο της Βοιωτίας συνδέονται με τη ναξιακή σχολή, είτε είναι έργα Ναξίων τεχνιτών είτε πρόκειται για επιρροές.

3.2. Πάρος

Η Πάρος ανέπτυξε τη δική της αρχαϊκή σχολή γλυπτικής, ήδη από το 580 π.Χ. περίπου, αν και η ακμή της τοποθετείται στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., καθώς η ανταγωνίστρια Νάξος υποχωρούσε. Κούροι και κόρες της Πάρου έχουν βρεθεί, εκτός από το ίδιο το νησί, στη Δήλο, τους Δελφούς, τον Ορχομενό, τη Θάσο και την Κυρήνη. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παριανή σχολή αρχικά βρισκόταν υπό σαμιακή επιρροή, αλλά σχετικά νωρίς ανέπτυξε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι κούροι της είναι περισσότερο μυώδεις από τους ναξιακούς, με γεμάτο στήθος και έμφαση στις καθέτους του σώματος. Οι κόρες φορούν χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο συχνά έχει διακοσμητική διάταξη, όπως στην περίπτωση μιας κολοσσικής Αρτέμιδος και μιας ένθρονης θεάς (αρχές του 5ου αι. π.Χ. αλλά ακόμα αρχαϊκής τεχνοτροπίας). Στην παριανή σχολή αποδίδονται και έξι μορφές από «σύναξη θεών» που βρέθηκαν στη Δήλο και χρονολογούνται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Παριανές επιρροές, περισσότερο ή λιγότερο άμεσες, αναγνωρίζονται σε γλυπτά από τη Ρόδο, τη Σάμο, τη Σικελία, ακόμα και σε ορισμένες αττικές κόρες. Εξάλλου ο Αριστίων, ο γλύπτης της περίφημης κόρης Φρασίκλειας που βρέθηκε στη Μερέντα της Αττικής και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ήταν από την Πάρο.

Από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά της Πάρου είναι γνωστό ένα ακρωτήριο με τη μορφή της Γοργούς (μέσα του 6ου αι. π.Χ.), και δύο ανάγλυφα, το ένα με παράσταση συμποσίου (την πιο πρώιμη του είδους) και το άλλο με παράσταση λιονταριού που κατασπαράζει ταύρο (περίπου 500 π.Χ.). Θεωρείται ότι όλα προέρχονται από διάφορες φάσεις του αρχαϊκού ηρώου του ποιητή Αρχιλόχου.

3.3. Σάμος

Η σαμιακή σχολή γλυπτικής εμφανίζεται ήδη πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ., αλλά γνωρίζουμε ελάχιστα τις δημιουργίες της κατά το α΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. Τα παλαιότερα από τα έργα αυτής της σχολής έχουν βρεθεί εκτός Σάμου: το άνω τμήμα μιας χάλκινης σφυρήλατης φτερωτής μορφής στην Ολυμπία και μια μαρμάρινη γυναικεία μορφή στο Ρέντη της Αττικής (580-570 π.Χ.). Οι χαρακτηριστικότεροι τύποι είναι οι κόρες, ντυμένες με χιτώνα, ιμάτιο και επίβλημα, οι ιματιοφόρες ανδρικές μορφές και οι κούροι. Οι κόρες εμφανίζουν σχεδόν κυλινδρικό το κάτω τμήμα του κορμού και λεπτομερή, αν και διακοσμητική, απόδοση των πτυχώσεων των ρούχων. Οι κεφαλές των ανδρικών μορφών είναι αφύσικα διογκωμένες προς το πάνω και πίσω μέρος του κρανίου. Η κόμμωσή τους είναι απλή, με παράλληλους βοστρύχους που ξεκινούν από το χαμηλό μέτωπο και καταλήγουν πίσω στην πλάτη. Δύο αναθηματικά συντάγματα από το Ηραίο, γνωστά με τα ονόματα του αναθέτη και του γλύπτη τους –Χεραμύης και Γενέλεως αντίστοιχα–, εικονογραφούν αυτές τις ιδιαιτερότητες. Από τους κούρους των μέσων του 6ου αι. π.Χ. ξεχωρίζουν δύο κολοσσικές μορφές. Η κεφαλή του ενός φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη (σωζόμενο ύψος 70 εκ.) ενώ ο άλλος, σχεδόν ακέραιος, αποκαλύφθηκε σε τμήματα στη δεκαετία του 1980 και είχε αρχικό ύψος 5,5 μέτρα. Το 2005 αποκαλύφθηκε ένας εξαιρετικής εργασίας σαμιακός κούρος της ίδιας περιόδου στο Δεσποτικό. Οι σαμιακοί κούροι είναι σαφώς πιο σαρκώδεις από τους ναξιακούς, αλλά χωρίς προσπάθεια ανάδειξης της μυϊκής διάπλασης, όπως συμβαίνει στην Πάρο, και οπωσδήποτε λιγότερο γυμνασμένοι από τους κούρους της Πελοποννήσου. Πιστεύεται πως αποδίδουν την τρυφηλή ζωή της ιωνικής αριστοκρατίας, οι νέοι της οποίας δεν έκαναν το γυμνάσιο κέντρο της ζωής τους. Στην κατανόηση της σαμιακής γλυπτικής και των στενών σχέσεών της με τη γλυπτική της γειτονικής Μιλήτου συνέβαλε αποφασιστικά και η μελέτη των μικρών χάλκινων και πήλινων ειδωλίων του νησιού. Η μεγάλη χαλκοπλαστική, από την οποία τίποτα δε σώθηκε, φαίνεται πως είχε στη Σάμο μεγάλη παράδοση, αφού σύμφωνα με τις πηγές ήταν οι Σάμιοι αρχιτέκτονες και γλύπτες Θεόδωρος και Ροίκος, οι οποίοι έφεραν από την Αίγυπτο στην Ελλάδα την τεχνική της χύτευσης κούφιων αγαλμάτων γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ.

3.4. Χίος

Στη Χίο φαίνεται πως αναπτύχθηκε μια σχολή γλυπτικής περίπου από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Το επιβεβαιώνουν οι αρχαίες πηγές με αναφορές στους γλύπτες Μικκιάδη και Άρχερμο (πατέρας και γιος). Με τον Άρχερμο έχει συνδεθεί μια Νίκη από τη Δήλο (περίπου 550 π.Χ.). Ωστόσο τα ευρήματα στη Χίο είναι φτωχά: λίγοι κορμοί κούρων και κορών, μία από τις οποίες φέρει ένα ιδιαίτερο τρόπο πτύχωσης του χιτώνα. Οι πτυχώσεις αυτές εμφανίζονται και σε δύο Νίκες και μία κόρη από την Ακρόπολη (520-510 π.Χ.), γεγονός που σε συνδυασμό με το νησιωτικό μάρμαρό τους καθώς και επιγραφές που αναφέρουν τον Άρχερμο, οδήγησε στην απόδοσή τους στη σχολή της Χίου. Ξεχωρίζουν για την κυματιστή γραμμή της κόμμωσης πάνω από το μέτωπο, τα πεταχτά μήλα και τα σαρκώδη χείλη. Τα στοιχεία αυτά απαντούν και σε δύο «καρυάτιδες» της ίδιας εποχής από τους Δελφούς. Η μία ανήκει στο θησαυρό των Σιφνίων και η άλλη στο λεγόμενο κάποτε «των Κνιδίων». Ελλείψει ασφαλέστερων συγκριτικών στοιχείων οι περισσότεροι ερευνητές τις αποδίδουν στη Χίο.

3.5. Άλλα νησιά

Στα περισσότερα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου έχουν αποκαλυφθεί λίγα μόνο γλυπτά της Αρχαϊκής περιόδου, κάποτε με τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά συνήθως με έντονες επιρροές κάποιας από τις σημαντικές νησιωτικές σχολές.

Από τη Μήλο προέρχεται ένας καλοδιατηρημένος κούρος με ολοφάνερες ναξιακές επιδράσεις (περίπου 550 π.Χ.). Από τη Θήρα προέρχονται τέσσερις πολύ κατεστραμμένοι, μάλλον ναξιακοί, κορμοί ανδρικών μορφών που βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα από το δαιδαλικό τύπο προς τον κούρο και χρονολογούνται γύρω στο 600 π.Χ.

Ένας κούρος από την Ανάφη, που φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο, μια κεφαλή κούρου και μια ερμαϊκή στήλη από τη Σίφνο βρίσκονται μάλλον στη σφαίρα της παριανής επιρροής. Από την Κω προέρχεται ένα ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου, χρονολογούμενο γύρω στο 500 π.Χ. Δύο κορμοί και τρεις κεφαλές κούρων από την Κάμειρο της Ρόδου φανερώνουν σαμιακές επιδράσεις (550-520 π.Χ.).

Από την Άνδρο προέρχονται ένας ναξιακός κούρος του 550-540 π.Χ., μία παριανή κόρη και ένα γλυπτό σύμπλεγμα του μυθικού φτερωτού αλόγου Πήγασου με τον αναβάτη του Βελλερεφόντη. Ήταν ακρωτήριο κάποιου ναού και χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.

Από τη Λήμνο δεν είναι γνωστή μεγάλου μεγέθους γλυπτική. Εντούτοις μερικά ευμεγέθη πήλινα ειδώλια σειρήνων φανερώνουν στα πρόσωπα και τις κομμώσεις μια τεχνοτροπία ολότελα διαφορετική από αυτές που απαντούν στο υπόλοιπο Αιγαίο. Φαίνεται πως αυτή η ιδιαιτερότητα συνδέεται με την ειδική σχέση που διατηρούσε η αρχαϊκή Λήμνος με τους Ετρούσκους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολυσυζητημένη ζωφόρος του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς (530-525 π.Χ.) είναι κατά το ήμισυ (βόρεια και ανατολική πλευρά) έργο νησιωτικού εργαστηρίου. Η παράσταση γιγαντομαχίας που την κοσμεί θεωρείται το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό της Αρχαϊκής περιόδου, αν και οι απόψεις των ερευνητών διχάζονται ανάμεσα στην παριανή και τη χιώτικη προέλευση των δημιουργών της.

4. Κλασική γλυπτική

4.1. Πάρος

Η σχολή της Πάρου απέκτησε ακόμη εντονότερη παρουσία με την απαρχή της κλασικής γλυπτικής και ιδίως με τα ανάγλυφα του αυστηρού ρυθμού (480-450 π.Χ.). Το χαρακτηριστικό τους ήταν η απόδοση βάθους και λεπτομερειών σε πολύ χαμηλό ανάγλυφο. Τρεις εξαιρετικής ποιότητας επιτύμβιες στήλες νεαρών κοριτσιών που φορούν πέπλο –δύο από την Πάρο και μία από τη Μακεδονία– φαίνεται να προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο (460-440 π.Χ.). Οι μορφές τους προεικάζουν τις κόρες της ζωφόρου του Παρθενώνα. Ένα άλλο ανάγλυφο από την Ικαρία (περίπου 460 π.Χ.) παραμένει αινιγματικό ως προς τον προορισμό και την επιγραφή του. Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι πρόκειται για έργο Πάριου γλύπτη. Στην Πάρο αποδίδεται επίσης και ένα σπάνιο –κυκλικής μορφής– ανάγλυφο από τη Μήλο με γυναικείο κεφάλι σε προφίλ. Τέλος μια σειρά ανθεμωτών στηλών που παλιότερα αποκαλούνταν «σαμιακές» αποδίδονται τώρα στην Πάρο. Έξοχα δείγματα του είδους, εκτός από το ίδιο το νησί, προέρχονται από τη Σάμο, το Τηγάνι, την Αμοργό και την Κάλυμνο.

Η ακτινοβολία των παριανών αναγλύφων εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το Αιγαίο και έργα υπό την άμεση ή έμμεση επιρροή τους απαντούν από τη Θάσο και τη Μεσημβρία της Θράκης ως τη Νίσυρο και την Ξάνθο της Λυκίας.

Ανάλογη φαίνεται πως ήταν και η δημιουργία ελεύθερων γλυπτών, αν και τα ευρήματα είναι ελάχιστα. Το σημαντικότερο είναι μια ακέφαλη Νίκη που μοιάζει έτοιμη να πετάξει (470-460 π.Χ.). Οι πτυχώσεις του πέπλου της και η κίνηση του σώματος βρίσκουν το αντίστοιχό τους στη μικρή χάλκινη γυναικεία μορφή που συγκρατεί στο κεφάλι της θυμιατήριο, η οποία βρέθηκε στους Δελφούς. Πρόκειται για το μοναδικό έργο της μικρής χαλκοπλαστικής που μπορεί να αναγνωριστεί ως παριανό (460-450 π.Χ.).

Στο Ηρώο της Ξάνθου της Μικράς Ασίας εμφανίζεται μια γυναικεία μορφή σε παριανό πρότυπο. Αλλά και στο ναό του Δία της Ολυμπίας φαίνεται πως η μία από τις δύο ομάδες που δούλεψαν τα γλυπτά του ήταν από την Πάρο. Τέλος δύο πρώιμα κλασικά αετωματικά σύνολα που μεταφέρθηκαν αργότερα στη Ρώμη (Αμαζονομαχία και Νιοβίδες) φαίνεται να έχουν τις ρίζες τους στον αιγαιακό χώρο.

Στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. η ακτινοβολία του Παρθενώνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι τοπικές σχολές έχασαν το ιδιότυπο της τεχνοτροπίας τους. Και οι καλύτεροι Πάριοι γλύπτες, όπως ο Αγοράκριτος, δούλευαν πια στην Αθήνα και σε αττικά πρότυπα. Η παράδοση του νησιού εντούτοις διατηρήθηκε και έδωσε στην ελληνική τέχνη έναν ακόμα περιώνυμο γλύπτη της Ύστερης Κλασικής εποχής, το Σκόπα.

4.2. Άλλα νησιά

Στα υπόλοιπα νησιά οι επιρροές της Πάρου είναι ακόμα διακριτές ως το τέλος περίπου του 5ου αι. π.Χ., εποχή που αντικαταστάθηκαν σχεδόν παντού από αττικές.

Από τη Ρόδο προέρχεται μια γυναικεία κεφαλή αυστηρού ρυθμού (470 π.Χ.) και ένα σπουδαίο ανάγλυφο έργο, η στήλη της Κριτώς και της Τιμαρίστας (περίπου 410 π.Χ.) με αποχαιρετισμό μάνας και κόρης. Πρόκειται για τοπικό έργο, που συνθέτει κατά τον καλύτερο τρόπο την παριανή παράδοση με τα επιτεύγματα της αττικής γλυπτικής. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί και το τμήμα στήλης με νέο μπροστά σε γυναίκα από τη Σάμο (περίπου 420 π.Χ.).

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. χρονολογείται και ένα σύμπλεγμα του Βορρέα που αρπάζει την Αθηναία πριγκίπισσα Ωρείθυια. Ήταν το κεντρικό ακρωτήριο του ναού των Αθηναίων στη Δήλο. Στη Δήλο βρέθηκε εξάλλου ένα ρωμαϊκό αντίγραφο του Απόλλωνα Λυκείου του Πραξιτέλη, ενώ ο λεγόμενος «Ερμής της Άνδρου» είναι επίσης αντίγραφο έργου του μεγάλου Αθηναίου γλύπτη.

Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα έργα του 4ου αι. π.Χ. συγκαταλέγονται μια επιτύμβια στήλη από την Τήνο και ένας κορμός Ποσειδώνα από τη Σύρο με επιδράσεις από τη σχολή του Λυσίππου, ένα άγαλμα ιματιοφόρου από την Κω (ο λεγόμενος «Ιπποκράτης») και ένα αναθηματικό ανάγλυφο από τη Μυτιλήνη με παράσταση θεϊκού ζεύγους σε νεκρόδειπνο. Ανθεμωτές και ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες αττικής κατασκευής ή έμπνευσης εμφανίζονται κατά τον 4ο αι. π.Χ. στα περισσότερα νησιά.

5. Ελληνιστική γλυπτική

5.1. Ρόδος

Η Ρόδος στα Ελληνιστικά χρόνια αποτέλεσε το μεγάλο κέντρο της γλυπτικής στο Αιγαίο. Αν και είναι δύσκολο να θεωρηθεί «σχολή» με την έννοια της ενιαίας τεχνοτροπίας, της έχουν κατά καιρούς αποδοθεί μερικά από τα σημαντικότερα γλυπτά από την εποχή μετά τον Αλέξανδρο ως την εποχή του Αυγούστου (τέλος 4ου αι. π.Χ. – αρχές 1ου αι. μ.Χ.).

Ένα από τα δημοφιλέστερα έργα που βρέθηκαν στη Ρόδο και ανήκουν στην παράδοση του Λυσίππου είναι ο λεγόμενος «δεόμενος του Βερολίνου». Πρόκειται για μια μορφή γυμνού νέου που θεωρήθηκε Γανυμήδης ή αυτοστεφανούμενος αθλητής. Χρονολογείται γύρω στο 300 π.Χ. και τα χέρια του από την αρχή των μπράτσων και πέρα είναι νεότερη αυθαίρετη αποκατάσταση.

Μαθητής του Λυσίππου ήταν και ο Χάρης, ο χαλκουργός του κολοσσού της Ρόδου, που κατασκευάστηκε την ίδια εποχή. Άλλωστε στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. χρονολογούνται και οι πολυάριθμοι φούρνοι χύτευσης ορειχάλκου που βρέθηκαν γύρω από την αρχαία πόλη της Ρόδου. Ροδιακό εύρημα και δημιουργία είναι επίσης ένας χάλκινος κοιμώμενος Έρωτας στη Νέα Υόρκη (β΄ μισό του 2ου αι. π.Χ.).

Από τα μαρμάρινα γλυπτά ξεχωρίζουν μια κεφαλή του θεού Ήλιου (250-160 π.Χ.), χαρακτηριστική του ελληνιστικού μπαρόκ, και ορισμένα μικρογραφικά αντίγραφα γνωστών έργων: του Ασκληπιού, του Δία της Περγάμου, της λουομένης Αφροδίτης του Δοιδάλσα, και μερικών νυμφών.

Η εμβληματική Νίκη της Σαμοθράκης έχει αποδοθεί στη Ρόδο, όχι μόνο εξαιτίας του ροδιακού λίθου της βάσης της, αλλά και του δυναμισμού που αποπνέει το έργο. Φαίνεται πως αφιερώθηκε περίπου το 190 π.Χ. με αφορμή κάποια ναυτική νίκη των Ροδίων στον πόλεμο με τον Αντίοχο Γ΄.

Από τα μεγάλα συμπλέγματα με πολλές μορφές αξίζει να αναφέρουμε εκείνο της τιμωρίας της Δίρκης από το Ζήθο και τον Αμφίωνα, που η φιλολογική παράδοση αποδίδει στους γλύπτες Απολλώνιο και Ταυρίσκο. Είναι γνωστό από ένα ρωμαϊκό αντίγραφο με πολλές αυθαίρετες αποκαταστάσεις και ανεπαρκές για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη ροδιακή γλυπτική της εποχής.

Περισσότερο γνωστό είναι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα και των γιων του στο Βατικανό. Υπογράφεται από τους Ρόδιους Αγήσανδρο, Πολύδωρο και Αθηνόδωρο. Στους ίδιους οφείλεται και μια σκηνογραφική εγκατάσταση γλυπτών από τη Σπρελόνγκα, νότια της Ρώμης, που απεικονίζουν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στα επεισόδια της Σκύλλας και του Πολύφημου. Και τα δύο συμπλέγματα θεωρήθηκαν για χρόνια αντίγραφα έργων του 3ου ή 2ου αι. π.Χ. φτιαγμένα την εποχή του Καίσαρα. Η νεότερη έρευνα ωστόσο τείνει να τα θεωρήσει πρωτότυπες δημιουργίες των χρόνων μεταξύ του Καίσαρα και του Τιβέριου (40 π.Χ.- 25 μ.Χ.).

5.2. Μήλος

Από τη Μήλο προέρχονται κυρίως δύο ελληνιστικά αγάλματα: ο Ποσειδώνας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και η Αφροδίτη του Λούβρου. Η Αφροδίτη, που πιθανόν να μην είναι Αφροδίτη αλλά Αμφιτρίτη, έχει λάβει διαστάσεις παγκόσμιου συμβόλου της ομορφιάς. Πρόκειται για έργο ενός κατά τα άλλα άγνωστου καλλιτέχνη από την Αντιόχεια στο Μαίανδρο της Μικράς Ασίας και χρονολογείται περίπου στα τέλη του 2ου αι. π.Χ., όπως και ο Ποσειδώνας. Αν και συνδυάζει επιτυχημένα στοιχεία της Κλασικής περιόδου με τάσεις και τεχνικές λύσεις του 2ου αι. π.Χ., αποτελεί παράλληλα το κατεξοχήν παράδειγμα αποσπασματικής πρόσληψης και άκριτης εξιδανίκευσης της αρχαίας τέχνης στη σύγχρονη εποχή.

5.3. Δήλος

Η γλυπτική της Δήλου και κυρίως τα έργα του 1ου αι. π.Χ. αποτελούν στην ουσία μετάβαση από τα ελληνιστικά στα ρωμαϊκά πρότυπα. Ορισμένα, όπως η Αφροδίτη με τον Πάνα (τέλος 2ου αι. π.Χ.), συνεχίζουν τις αναζητήσεις του ροδιακού «είδους» (genre) στο πλαίσιο του ελληνιστικού ροκοκό. Αλλά κυρίως τα τιμητικά και αναθηματικά αγάλματα αξιωματούχων προετοιμάζουν την έλευση του ρωμαϊκού πορτρέτου, καθώς συνθέτουν γνωστούς αγαλματικούς τύπους αθλητών και φιλοσόφων με εικονιστικές κεφαλές προχωρημένου ρεαλισμού. Την εποχή αυτή αρχίζει η μαζική παραγωγή αντιγράφων φημισμένων έργων της ελληνικής γλυπτικής για τη ρωμαϊκή αριστοκρατία, όπως ο Διαδούμενος του Πολύκλειτου, που βρέθηκε σε οικία της Δήλου.

5.4. Κως

Η Κως έχει δώσει μια πλούσια σειρά αγαλμάτων του 3ου και 2ου αι. π.Χ. από ιερά και οικίες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Δήμητρας και Κόρης, ένα επιτύμβιο αγένειου αθλητή, ένας καθιστός Ερμής με κριάρι, μια βάση τραπεζιού με ανάπλαση του γνωστού τύπου του Μαρσύα, και μερικά αγάλματα γυναικών που φορούν τις χαρακτηριστικές λεπτές κώιες εσθήτες, κάτω από τις οποίες διακρίνεται ένα χοντρότερο ύφασμα.

6. Σύνοψη

Η χρυσή εποχή της γλυπτικής στο Αιγαίο ήταν, όπως και για την κοινωνία του, η αρχαϊκή. Κυριαρχούσαν οι σχολές της Νάξου, Σάμου, Χίου και Πάρου, με ακτινοβολία σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό κόσμο. Οι σχολές αυτές συνέβαλαν άμεσα τόσο στη γέννηση όσο και στην αρχική διαμόρφωση της ελληνικής μνημειακής γλυπτικής. Στα Πρώιμα Κλασικά χρόνια η Πάρος με το καλύτερο μάρμαρο βρέθηκε στην πρωτοπορία και η επιρροή της άγγιξε σημαντικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Ολυμπία. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. η Αθήνα ήταν ήδη χωρίς ανταγωνισμό στη γλυπτική και τα πρότυπά της απλώθηκαν σε ολόκληρο το Αιγαίο και ακόμα μακρύτερα. Στην Ελληνιστική περίοδο η ναυτική και ακμάζουσα Ρόδος κέρδισε τη φήμη της στη γλυπτική, έχοντας ως μόνο αξιόλογο αντίπαλο την Πέργαμο. Διεύρυνε το ρεπερτόριό της και καλλιέργησε άλλοτε τη συναισθηματική ένταση και έκφραση στα γλυπτά, και άλλοτε το χαριτωμένο παιχνίδισμα του «είδους». Στη Δήλο των εμπορικών συναλλαγών και της ελληνορωμαϊκής συνύπαρξης συνέβη η τελευταία αναλαμπή της γλυπτικής στον αιγαιακό χώρο, προτού κυριευθεί από αντιγραφές, ομοιομορφία και πρόχειρες εκτελέσεις.



Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ


. Πρωτογεωμετρική κεραμική

Η γεωγραφική και η πολιτική πολυδιάσπαση των νησιών του Αιγαίου κατά την 1η χιλιετία π.Χ. είχε ως αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, τη γέννηση μιας σειράς κεραμικών ρυθμών. Πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για την παραγωγή της κεραμικής στο χώρο του Αιγαίου κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (1050-900 π.Χ.). Πολλά από τα αγγεία της περιόδου, τόσο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου όσο και στη Μικρά Ασία, μαρτυρούν την αττική επίδραση, επιβεβαιώνοντας την ιστορική παράδοση που θέλει τις περιοχές αυτές να εποικίζονται από την Αθήνα. Κατά την Ύστερη Πρωτογεωμετρική περίοδο (950-900 π.Χ.), κυρίαρχο στοιχείο στις Κυκλάδες είναι οι επιδράσεις από την Εύβοια, που έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγγείων που μοιάζουν πολύ με τα ευβοϊκά. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει ο σκύφος, είδος πήλινου ποτηριού, με κρεμάμενα ημικύκλια. Θα χρειάζονταν εργαστηριακές αναλύσεις του πηλού για να αποφασίσει κανείς ποια από τα αγγεία της συγκεκριμένης ομάδας έχουν παραχθεί στον κυκλαδικό χώρο, ποια είναι ευβοϊκά και ποια είναι απομιμήσεις από άλλες περιοχές, από τη Συρία ως την Ιταλία, όπου απαντούν δείγματα. Το συγκεκριμένο κεραμικό σχήμα έχει πολύ μακρά διάρκεια ζωής και ορισμένες μελέτες ανάγουν το τέλος του στον 8ο αι. π.Χ.

2. Γεωμετρική κεραμική

Κατά την επόμενη φάση, τη Γεωμετρική περίοδο (900-700 π.Χ.), οι κεραμείς των Κυκλάδων, του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων διατηρούν το ενδιαφέρον τους για τα αττικά προϊόντα, κυρίως για τους μεγάλους ταφικούς αμφορείς. Τόσο οι απομιμήσεις όσο και οι εισαγωγές είναι συχνές. Ιδιαίτερα κατά τη Μέση Γεωμετρική περίοδο (850-750 π.Χ.), όταν εγκαθιδρύεται ένα είδος «πολιτισμικής κοινής», τα αγγεία του αιγαιακού χώρου μοιάζουν πολύ με τα αντίστοιχά τους αττικά. Μια ενδιαφέρουσα ομάδα παράγεται στη Ρόδο, όπου το αγαπημένο σχήμα είναι ο κρατήρας με ψηλό πόδι και διακόσμηση γεωμετρικού χαρακτήρα μέσα σε μετόπη (μαίανδρος, δέντρο της ζωής κλπ.). Κατά την τελευταία φάση της Γεωμετρικής περιόδου (750-700 π.Χ.) παρατηρείται το φαινόμενο της έντονης πολυδιάσπασης των ρυθμών, που χαρακτηρίζει το σύνολο του ελληνικού χώρου εκείνη την περίοδο. Στις Κυκλάδες αναπτύσσεται ιδιαίτερα το θηραϊκό και το μηλιακό εργαστήριο, που παράγουν στιβαρά αγγεία (κυρίως κρατήρες και αμφορείς με ψηλό πόδι), ενώ στη Νάξο και στην Πάρο τα εργαστήρια διατηρούν μια επαφή με την Αττική. Ειδικά στην Πάρο, αξίζει να τονιστεί το σημαντικότατο εύρημα του Πολυανδρίου της Παροικιάς, όπου ανακαλύφθηκαν δύο ομαδικοί τάφοι με πάνω από διακόσια αγγεία. Δύο από αυτά διακοσμούνται με ζωηρές σκηνές μάχης και συγκαταλέγονται μεταξύ των πρωιμότερων εικονιστικών παραστάσεων με αφηγηματικό περιεχόμενο στην ελληνική τέχνη. Στη Ρόδο, κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, απομακρυνόμαστε επιτέλους από την αττική επιρροή. Παρατηρείται έντονη πρόσμειξη φοινικικών και κυπριακών στοιχείων στην κεραμική του νησιού, ως αποτέλεσμα της κομβικής του θέσης μεταξύ Ανατολής και Ελλάδας. Αγγεία της σχολής αυτής εξάγονται σε μεγάλους αριθμούς στη Δύση, όπως μαρτυρά και η περίφημη κοτύλη (αγγείο πόσεως με δύο οριζόντιες λαβές) του Νέστορα, με την πρωιμότερη έμμετρη επιγραφή στην ελληνική γλώσσα, που βρέθηκε σε τάφο ενός παιδιού φοινικικής καταγωγής στην ευβοϊκή αποικία των Πιθηκουσσών στην Καμπανία. Αγαπημένα σχήματα είναι οι σφαιρικές φλάσκες, οι κάνθαροι και οι κρατήρες με ψηλό πόδι. Βορειότερα, στη Χίο, αντιγράφονται οι λεγόμενοι σκύφοι με πτηνά, προϊόντα που εντοπίζονται στη βόρεια Ιωνία, ενώ η Σάμος συνεχίζει την αττικίζουσα παράδοση, με σκηνές πρόθεσης και γεωμετρικούς κρατήρες με ψηλό πόδι και γεωμετρική διακόσμηση.

3. Ανατολίζουσα κεραμική

Κατά την Ανατολίζουσα περίοδο (7ος αι. π.Χ.), τα εργαστήρια των νησιών του Αιγαίου ακμάζουν ιδιαίτερα. Σε πολλές περιοχές, όπως στη Χίο, ή ακόμα και τις Κυκλάδες, συνεχίζεται η παραγωγή αγγείων υπογεωμετρικού χαρακτήρα, με προεξάρχον σχήμα την κοτύλη με πτηνά, όπου το ανατολίζον, κορινθιακό σχήμα «παντρεύεται» με τη γεωμετρικού τύπου διακόσμηση και τα στιλιζαρισμένα πτηνά. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ιταλία, όπου οι θαλασσοπόροι του Αιγαίου δραστηριοποιούνται πλέον έντονα. Σάμιοι, Χίοι και Ρόδιοι ναυτικοί συγκαταλέγονται μεταξύ των δυναμικότερων εμπόρων και ιδρυτών αποικιών, τόσο στη Δύση όσο και στη Μαύρη θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική. Κυρίαρχη όμως τάση πλέον είναι η απαλοιφή των γεωμετρικών κοσμημάτων και η αντικατάστασή τους με μοτίβα που εισάγονται από την τέχνη της Ανατολής: καμπυλόγραμμα φυτικά κοσμήματα (ρόδακες, ανθέμια, πλόχμοι), που συνδυάζονται με γραμμικά κοσμήματα και πλαισιώνουν μεγαλόσωμες και αρκετά απλοϊκές μορφές ζώων που βόσκουν, λιονταριών και πτηνών. Αρκετές από τις ομάδες κεραμικών που προέρχονται από τη Δήλο διακοσμούνται με υπογεωμετρικά ζώα, αν και τα σχήματα γνωρίζουν πλέον εξέλιξη. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το γραμμικό νησιωτικό ρυθμό των μέσων του 7ου αι. π.Χ., που φαίνεται πως ήταν δημοφιλής σε όλες τις περιοχές των Κυκλάδων, αλλά κεραμικά αυτού του ρυθμού παρασκευάζονταν κυρίως στη Θήρα ή την Πάρο. Ένα από τα αριστουργήματα της κυκλαδικής αγγειογραφίας είναι η οινοχόη (δοχείο άντλησης κρασιού από τους κρατήρες) από την Αίγινα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, με ανάγλυφη κεφαλή γρύπα στο στόμιο και σκηνή λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι και αλόγου που βόσκει στο σώμα. Το κυριότερο ανατολίζον εργαστήριο της περιοχής εντοπίζεται στην Πάρο και είναι το εσφαλμένα αποκαλούμενο «μηλιακό» εργαστήριο. Χαρακτηριστικοί είναι οι μεγάλοι ταφικοί πιθαμφορείς με ψηλό πόδι, παλαιότερο σχήμα που όμως εμπλουτίζεται με τεχνοτροπία δανεισμένη από το ρυθμό των Αιγάγρων της Μιλήτου και των Κλαζομενών και παράγει αξιόλογες παραστάσεις, με άρματα και σκηνές μάχης. Συχνότερα πάντως απαντούν τα πινάκια με ωραίες εικονιστικές παραστάσεις (που τα συναντάμε και στη Θάσο), καθώς και οι μικρού μεγέθους υδρίες, με διακόσμηση από γυναικείες προτομές με την τεχνική του περιγράμματος. Γενικά στον κυκλαδικό χώρο παρατηρείται μια τάση πολυχρωμίας, την οποία μεταφέρουν μετανάστες κεραμείς και στο σικελικό χώρο, ιδιαίτερα στις Συρακούσες. Στη Χίο εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαστήριο με πολύχρωμα αγγεία με λευκό επίχρισμα. Χαρακτηριστικότερο σχήμα είναι ο κάλυκας, αγγείο με κωνικό πόδι και δύο οριζόντιες λαβές. Ο ρυθμός εμπνέεται αρχικά από το σύγχρονο μέσο ρυθμό των Αιγάγρων, ενώ αργότερα αναπτύσσεται ανεξάρτητα. Πολλά αγγεία του ρυθμού αυτού έχουν βρεθεί στη Ναύκρατι και την Αίγινα.

Νοτιότερα, στη Ρόδο, οι κεραμείς ακολουθούν ως επί το πλείστον τις παραδόσεις της γειτονικής Μιλήτου. Εισάγουν αγγεία του ρυθμού των Αιγάγρων και παράγουν απομιμήσεις σε απλούστερο στιλ ή αμφορείς όχι ιδιαίτερα δουλεμένους με χοντροκομμένα σχέδια ζώων. Η σημαντικότερη ομάδα αγγείων από τη Ρόδο χρονολογείται στον ύστερο 7ο και τον πρώιμο 6ο αι. π.Χ. Πρόκειται για τις κύλικες και τους αμφορείς του ρυθμού των Βρουλίων, όπου συνδυάζεται η υπογεωμετρική παράδοση με εγχάρακτα και γεμισμένα με ερυθρό και μαύρο βερνίκι φυτικά κοσμήματα ανατολίζουσας έμπνευσης. Ροδιακά είναι, πιθανότατα, τα ωραία πινάκια με εικονιστικές παραστάσεις. Το πιο αξιόλογο αγγείο της ομάδας αυτής είναι το πινάκιο του Βρετανικού Μουσείου με παράσταση μονομαχίας του Έκτορα και του Μενέλαου πάνω από το νεκρό Εύφορβο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι επιγραφές που συνοδεύουν τις μορφές είναι σε αργολικό αλφάβητο, υποδηλώνοντας προφανώς την παρουσία ενός μετανάστη αγγειογράφου.

4. Αρχαϊκή και κλασική κεραμική

Ο 6ος αι. π.Χ. αποτελεί το απόγειο της κεραμικής παραγωγής του αιγαιακού χώρου. Στα ακμάζοντα εργαστήρια της Χίου, παράγονται πλέον κάλυκες που διακοσμούνται με την πολύχρωμη, και αργότερα με τη μελανόμορφη τεχνική. Στη Ρόδο συναντάμε κυρίως πλαστικά αγγεία, σε ευφάνταστα σχήματα (φαλλόσχημα, κεφαλές οπλιτών, υποδημένα με σανδάλια πόδια, πίθηκοι, ο Αιγύπτιος θεός Bes), πολλές φορές με βάση την τεχνική εφυάλωσης που είναι γνωστή ως φαγεντιανή και θεματικές και τεχνοτροπικές επιρροές από τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Στη Ρόδο αποδίδονται επίσης και οι λεγόμενοι «κάδοι», μονοκόμματοι αμφορείς, με μελανόμορφες μυθολογικές παραστάσεις, που προέρχονται κυρίως από αιγυπτιακές θέσεις. Το σημαντικότερο είναι το εργαστήριο της Σάμου, όπου παράγονται οι μικρογραφικές μελανόμορφες κύλικες και οι αμφιπρόσωποι πλαστικοί κάνθαροι (αγγεία πόσεως με δύο ψηλές, κάθετες λαβές, ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας), που εξάγονται στην Ετρουρία ή αφιερώνονται στο τοπικό Ηραίο. Στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ., οι μετρημένες εισαγωγές κορινθιακών αγγείων αντικαθίστανται από τις κατά πολύ μαζικότερες εισαγωγές αττικών μελανόμορφων. Η τάση αυτή οδηγεί σταδιακά σε μαρασμό τα νησιωτικά εργαστήρια. Σε συνδυασμό με την περσική κατάκτηση και την επακόλουθη κυριαρχία της Αθήνας στο Αιγαίο, η κεραμική παραγωγή γνωρίζει παρακμή ή σταματά εντελώς στα περισσότερα κέντρα, καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., είτε περιορίζεται στην παραγωγή εμπορικών αμφορέων και μελαμβαφών αγγείων.

5. Ελληνιστική και ρωμαϊκή κεραμική

Στην Ελληνιστική περίοδο, ο διαχωρισμός των κεραμικών εργαστηρίων των νήσων του ανατολικού Αιγαίου από τα αντίστοιχα της Μικράς Ασίας δεν είναι πάντα εφικτός. Στη Ρόδο κυριαρχεί ο ρυθμός της Hadra, ένας απόηχος του μελανόμορφου ρυθμού με τον οποίο διακοσμούνται υδρίες ταφικής χρήσης. Ενδέχεται πολλά από τα αγγεία αυτά να μην είναι επιχώρια, αλλά εισαγωγές από την Κρήτη. Ιδιαίτερα δημοφιλής στη Ρόδο και τη Χάλκη είναι και ο τύπος της σταμνοειδούς πυξίδας. Απομιμήσεις του αττικού ρυθμού της δυτικής κλιτύος (μελανό βάθος με διακόσμηση σε επίθετο λευκό και ερυθρό χρώμα και σχήματα όπως αμφορείς, κάνθαροι και σκύφοι) απαντούν στη Δήλο και πιθανότατα και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου. Κατά τον 3ο και 2ο αι. π.Χ. εργαστήρια παραγωγής των λεγόμενων «μεγαρικών σκύφων» υπήρχαν σε όλο τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο. Στο Αιγαίο η παραγωγή αυτού του εξαιρετικά διαδεδομένου τύπου έχει διαπιστωθεί στη Λήμνο, τη Σάμο, την Αμοργό και είναι πολύ πιθανή στη Δήλο και τη Ρόδο.

Το ίδιο ισχύει και για τους εφυαλωμένους σκύφους που απομιμούνται σε μορφή και χρώμα χάλκινα και αργυρά αγγεία και θεωρείται ότι παράγονταν σε κέντρα όπως η Μυτιλήνη και η Πέργη της Μικράς Ασίας. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, τέλος, ορισμένα από τα κέντρα της ανατολικής sigillata, που σε γενικές γραμμές επιχωριάζει στη Μικρά Ασία και την Αντιόχεια, δραστηριοποιούνταν και στα νησιά του Αιγαίου.



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 33 other followers